Με μια ανάλυση που άνοιξε όλο το γεωπολιτικό κάδρο, ο καθηγητής Στρατηγικής και Ευρωπαϊκής Πολιτικής Αθανάσιος Πλατιάς, μιλώντας στον Σάββα Καλεντερίδη για την εκπομπή «Geopolitics» στην τηλεόραση της Ναυτεμπορικής, περιέγραψε τη διεθνή συγκυρία όχι ως μια απλή περιφερειακή κρίση, αλλά ως την εκδήλωση ενός δεύτερου Ψυχρού Πολέμου που πλέον εξελίσσεται σε πολλαπλά, θερμά μέτωπα.
Ο κ. Πλατιάς υποστήριξε ότι ο κόσμος βρίσκεται στο μέσο μιας γεωπολιτικής αναδιάταξης με επίκεντρο την περιφέρεια της Ευρασίας, από την Ουκρανία μέχρι τον Περσικό Κόλπο, τη Νότια Σινική Θάλασσα, την Ταϊβάν και την Αρκτική. Όπως σημείωσε, η μεγάλη εικόνα δείχνει ότι ο ανταγωνισμός Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας έχει αποκτήσει πια παγκόσμια χαρακτηριστικά, με τοπικές συγκρούσεις που λειτουργούν ως μέτωπα μιας συνολικότερης αναμέτρησης.
Στην καρδιά της ανάλυσής του βρέθηκε η παραδοχή ότι οι ΗΠΑ δεν κινούνται αποσπασματικά, αλλά με συγκεκριμένη στρατηγική λογική: πρώτα να περιορίσουν ή να αποδυναμώσουν τους βασικούς συμμάχους της Κίνας, δηλαδή τη Ρωσία και το Ιράν, ώστε να επικεντρωθούν στη μεγάλη σύγκρουση της εποχής, που είναι η άνοδος του Πεκίνου. Κατά τον καθηγητή, αυτός είναι και ο λόγος που η Ουάσιγκτον επιδιώκει μια διευθέτηση στο ουκρανικό μέτωπο που θα επιτρέψει σταδιακή απεμπλοκή από την Ευρώπη, ενώ την ίδια ώρα επιδιώκει την αποδυνάμωση του Ιράν στον Περσικό Κόλπο.
Ο κ. Πλατιάς εξήγησε ότι οι αμερικανικοί πόλεμοι δεν γίνονται για να βελτιώσουν τις χώρες όπου παρεμβαίνουν, αλλά για να υπηρετήσουν την αύξηση της αμερικανικής ισχύος. Υπό αυτό το πρίσμα ανέλυσε τόσο τον Πόλεμο του Βιετνάμ όσο και τις δύο φάσεις του Πολέμου του Κόλπου, επισημαίνοντας ότι η δεύτερη επέμβαση στο Ιράκ οδήγησε σε σοβαρές δευτερογενείς συνέπειες, με σημαντικότερη τη γιγάντωση της επιρροής του Ιράν στην ευρύτερη περιοχή μέσω Ιράκ, Συρίας και Χεζμπολάχ.
Κατά τον ίδιο, ο σημερινός πόλεμος στον Κόλπο είναι στην ουσία η τρίτη φάση αυτής της αλυσίδας εξελίξεων: μια προσπάθεια διαχείρισης και αναστροφής της ισχύος που απέκτησε η Τεχεράνη ως αποτέλεσμα προηγούμενων αμερικανικών παρεμβάσεων. Και εκεί ακριβώς εντόπισε τη μεγάλη ανατροπή: η ισχύς του Ιράν ψαλιδίζεται τα τελευταία χρόνια, ενώ η νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική που επιχειρείται να στηθεί έχει δύο καθαρούς ωφελημένους, το Ισραήλ και την Τουρκία.
Σε μια από τις πιο ηχηρές αποστροφές της συνέντευξης, ο Αθανάσιος Πλατιάς σημείωσε ότι οι δύο νικητές της τρέχουσας γεωπολιτικής αναδιάταξης στη Μέση Ανατολή είναι ακριβώς αυτές οι δύο χώρες. Και παρότι αναγνώρισε τη βαθιά ανταγωνιστική σχέση τους, εκτίμησε ότι δεν οδηγούνται σε άμεση πολεμική σύγκρουση, αλλά μάλλον σε έναν ψυχροπολεμικό ανταγωνισμό με ζώνες επιρροής, τον οποίο οι ΗΠΑ θα επιχειρήσουν να διαχειριστούν, όπως κάνουν επί δεκαετίες και με άλλους προβληματικούς συμμάχους τους.
Στη συζήτηση για το αμερικανικό τελεσίγραφο των 48 ωρών προς το Ιράν, ο καθηγητής υποστήριξε πως ο Donald Trump κινήθηκε με τη λογική της «απειλής κλιμάκωσης για να φέρει αποκλιμάκωση». Εξήγησε ότι ο πόλεμος δεν εξελίχθηκε όπως περίμεναν ΗΠΑ και Ισραήλ, αφού δεν κατέρρευσε ούτε το καθεστώς ούτε η κρατική δομή του Ιράν, με αποτέλεσμα η αμερικανική πλευρά να προσπαθήσει να ανακτήσει έλεγχο μέσω εκβιαστικής διπλωματίας, ταυτόχρονα όμως να κρατήσει και ανοιχτό παράθυρο διαπραγμάτευσης.
Ο κ. Πλατιάς προειδοποίησε ότι το Ιράν διαθέτει ακόμη πολύ σοβαρά εργαλεία πίεσης, με πρώτο την ικανότητά του να πλήξει ενεργειακές και υδατικές υποδομές των αραβικών χωρών του Κόλπου, δεύτερο το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και τρίτο τη δυνατότητα ενεργοποίησης των Χούθη, που θα μπορούσαν να ξαναχτυπήσουν την Ερυθρά Θάλασσα και να επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο το διεθνές εμπόριο και τις ενεργειακές αγορές. Γι’ αυτό και έκρινε ότι οι πιθανότητες μιας σταθερής συμφωνίας παραμένουν περιορισμένες, καθώς οι απαιτήσεις των δύο πλευρών απέχουν πολύ.
Ξεχωριστή βαρύτητα είχε και η τοποθέτησή του για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Κατά την ανάλυσή του, η Τεχεράνη ενδέχεται να χρησιμοποιήσει το πυρηνικό ως διαπραγματευτικό χαρτί, ανταλλάσσοντας πάγωμα ή απεμπλοκή με χαλάρωση κυρώσεων και εγγυήσεις επιβίωσης του καθεστώτος. Ωστόσο, εκτίμησε πως οι ΗΠΑ θα επιδιώξουν κάτι πολύ πιο ριζικό: την πλήρη εξάλειψη της πυρηνικής δυνατότητας του Ιράν. Την ίδια ώρα ξεκαθάρισε ότι η Τεχεράνη δύσκολα θα εγκαταλείψει το βαλλιστικό της πρόγραμμα, καθώς αυτό αποτελεί το βασικό της εργαλείο αποτροπής απέναντι στις ΗΠΑ και το Ισραήλ.
Η συζήτηση επεκτάθηκε και στην Κύπρο, όπου ο κ. Πλατιάς χαρακτήρισε σωστή την ελληνική στάση με την αποστολή δυνάμεων, εξηγώντας ότι η Αθήνα οφείλει να χτίζει δυνατότητα αποτρεπτικής προβολής ισχύος και στα τρία μέτωπα του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού: το χερσαίο, το Αιγαίο και την Κύπρο. Υπογράμμισε μάλιστα πως, ανεξάρτητα από το αν χρησιμοποιείται ο όρος «Ενιαίος Αμυντικός Χώρος», στην πράξη η λογική αυτή παραμένει ενεργή.
Αντίθετα, εμφανίστηκε πολύ πιο επιφυλακτικός απέναντι στην απόφαση της κυπριακής πλευράς να ανοίξει θέμα βρετανικών βάσεων μέσα στην παρούσα συγκυρία, θεωρώντας ότι η χρονική στιγμή ήταν λανθασμένη, καθώς δυτικές δυνάμεις είχαν ήδη αναπτυχθεί στο νησί για λόγους στρατηγικής παρουσίας και προβολής ισχύος. Στο ίδιο πνεύμα, κράτησε μικρό καλάθι και για τις αναφορές περί ευρωπαϊκής στρατηγικής αλληλεγγύης, λέγοντας ουσιαστικά πως οι επιμέρους κινήσεις ευρωπαϊκών κρατών δεν συνιστούν ακόμη πραγματική στρατιωτική και γεωπολιτική ενοποίηση της ΕΕ.
Το τελικό του συμπέρασμα ήταν ψυχρό αλλά σαφές: η Ευρώπη μοιάζει περισσότερο με χαμένο της νέας ενεργειακής και γεωπολιτικής ανακατανομής, ενώ ο μεγάλος αγώνας εξουσίας μετατοπίζεται πια ανάμεσα στους ισχυρούς παίκτες της περιοχής και τις παγκόσμιες δυνάμεις που θέλουν να αναμορφώσουν τον χάρτη προς όφελός τους.
Δείτε την εκπομπή: