Επιμέλεια: Γιάννης Πεγειώτης
Σε κατάσταση ασφυξίας βρίσκεται ο Λίβανος, καθώς η νέα κλιμάκωση των συγκρούσεων έχει προκαλέσει ένα πρωτοφανές κύμα μαζικού εκτοπισμού, με τα παιδιά να πληρώνουν το βαρύτερο τίμημα. Σύμφωνα με τη Save the Children, ένα στα πέντε παιδιά στη χώρα αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σπίτι του μέσα σε μόλις έναν μήνα, σε μια εξέλιξη που αποτυπώνει το μέγεθος της ανθρωπιστικής καταστροφής.
Από τις 2 Μαρτίου, περισσότεροι από 1,2 εκατομμύρια άνθρωποι, δηλαδή περίπου το ένα πέμπτο του συνολικού πληθυσμού του Λιβάνου, έχουν εκτοπιστεί εξαιτίας των ισραηλινών αεροπορικών επιδρομών και των διαταγών αναγκαστικής μετακίνησης. Ανάμεσά τους βρίσκονται περίπου 350.000 παιδιά. Την ίδια ώρα, περισσότεροι από 1.000 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους, μεταξύ αυτών πάνω από 120 παιδιά, ενώ τουλάχιστον 380 παιδιά έχουν τραυματιστεί.
Η διευθύνουσα σύμβουλος της Save the Children, Ίνγκερ Άσινγκ, που επισκέφθηκε τη Βηρυτό, μετέφερε μια εικόνα οριακής κατάρρευσης. Όπως διαπίστωσε, χιλιάδες οικογένειες αναγκάζονται να εγκαταλείπουν τα πάντα πίσω τους, πολλές φορές μέσα στη νύχτα, έχοντας ως μοναδικό στήριγμα την ανθρωπιστική βοήθεια, μετά από χρόνια αλλεπάλληλων κρίσεων που έχουν ήδη εξαντλήσει τις αντοχές τους.
Η ίδια ήταν κατηγορηματική για το μέγεθος της τραγωδίας που βιώνουν τα παιδιά. Χάνουν απότομα την ασφάλεια του σπιτιού τους, αποκόπτονται από τα σχολεία, τους φίλους και τις σταθερές της καθημερινότητάς τους, ενώ σε πολλές περιπτώσεις στερούνται πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη και βασικές υπηρεσίες. Το αποτέλεσμα είναι φόβος, ψυχική εξάντληση και έντονη συναισθηματική δυσφορία.
Η μαρτυρία της 20χρονης Γουάφα, την οποία συνάντησε η Άσινγκ στη Βηρυτό, είναι αποκαλυπτική. Η νεαρή κοπέλα περιέγραψε τον τρόμο της φυγής από το σπίτι της στον ανατολικό Λίβανο μαζί με τα τέσσερα μέλη της οικογένειάς της, την ώρα που οι εκρήξεις ακούγονταν στο βάθος, μετά από εντολή εκτοπισμού. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η επιθυμία της παραμένει απλή και συνάμα σπαρακτική: να μπορέσει να ζήσει στον Λίβανο και να μεγαλώσει όπως όλα τα παιδιά και οι νέοι του κόσμου, χωρίς πόλεμο.
Οι ιστορίες από τα καταφύγια δείχνουν την ανθρώπινη διάσταση της καταστροφής. Πολλές οικογένειες έφυγαν από τα σπίτια τους έχοντας μαζί τους μόνο τα απολύτως απαραίτητα. Παιδιά έφτασαν στους χώρους φιλοξενίας κρατώντας ένα φθαρμένο αρκουδάκι, μια σχολική τσάντα ή ακόμη και το κατοικίδιο της οικογένειας, μικρά σύμβολα μιας ζωής που κόπηκε βίαια στη μέση.
Σε ολόκληρη τη χώρα, οι εκτοπισμένοι αναζητούν προσωρινό καταφύγιο όπου μπορούν. Άλλοι φιλοξενούνται από συγγενείς και φίλους, άλλοι κοιμούνται σε δρόμους, ενώ χιλιάδες στοιβάζονται σε περίπου 660 συλλογικά καταφύγια. Ανάμεσά τους βρίσκονται περίπου 470 σχολεία που έχουν μετατραπεί σε προσωρινές κατοικίες, μεταφέροντας τη σύγκρουση μέσα στον πυρήνα της καθημερινής ζωής και στερώντας ταυτόχρονα από τα παιδιά ακόμη ένα βασικό δικαίωμα: την εκπαίδευση.
Η κρίση αυτή, όπως επισημαίνει η Save the Children, αναγκάζει πολλά παιδιά να εγκαταλείψουν το σχολείο για έκτη συνεχόμενη χρονιά. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, παιδιά επιστρέφουν ως εκτοπισμένοι στα ίδια σχολικά κτίρια όπου είχαν βρει καταφύγιο και στην κλιμάκωση του 2024. Η διαδικτυακή εκπαίδευση παραμένει πολυτέλεια για τους περισσότερους, γεγονός που βαθαίνει ακόμη περισσότερο το αίσθημα απώλειας και αποσύνθεσης.
Μέσα σε αυτή την ασφυκτική πραγματικότητα, οι παρεμβάσεις ψυχοκοινωνικής στήριξης αποκτούν κρίσιμη σημασία. Το προσωπικό της Save the Children οργανώνει δραστηριότητες για παιδιά σε ορισμένα καταφύγια, δίνοντάς τους λίγες στιγμές εκτόνωσης και ανακούφισης. Πολλά παιδιά ζωγραφίζουν σπίτια, δέντρα και λουλούδια από τα χωριά τους, λέγοντας πως θέλουν να επιστρέψουν πίσω. Άλλα, μεγαλύτερης ηλικίας, προσπαθούν να ξεχαστούν παίζοντας ποδόσφαιρο ή μπάσκετ.
Το μήνυμα της οργάνωσης είναι σαφές: δεν πρόκειται απλώς για κρίση εκτοπισμού, αλλά για κρίση παιδικής ηλικίας. Οι τάξεις, τονίζει, πρέπει να είναι χώροι μάθησης και όχι καταφύγια από βομβαρδισμούς. Ωστόσο, οι ανάγκες αυξάνονται ταχύτερα από τους διαθέσιμους πόρους, παρά το γεγονός ότι η Save the Children παρέχει ήδη τρόφιμα, νερό, κιτ υγιεινής και ψυχοκοινωνική στήριξη σε παιδιά και οικογένειες.
Η οργάνωση ζητά άμεση κατάπαυση του πυρός για την προστασία των αμάχων, ασφαλή και απρόσκοπτη πρόσβαση της ανθρωπιστικής βοήθειας σε όλες τις πληγείσες περιοχές και ενίσχυση της διεθνούς χρηματοδότησης, ώστε να καλυφθούν οι αυξανόμενες ανάγκες των εκτοπισμένων οικογενειών.
Με βάση τα στοιχεία που παρατίθενται, ο πληθυσμός του Λιβάνου ανέρχεται σήμερα σε 5,8 εκατομμύρια κατοίκους, ενώ τα παιδιά κάτω των 18 ετών αποτελούν περίπου το 31% του πληθυσμού, δηλαδή περίπου 1,8 εκατομμύρια. Όταν, λοιπόν, 350.000 παιδιά έχουν ήδη εκτοπιστεί μέσα σε έναν μήνα, η εικόνα είναι ωμή: ένα τεράστιο κομμάτι της νέας γενιάς του Λιβάνου μεγαλώνει μέσα στον φόβο, την απώλεια και την αβεβαιότητα.