Η σχέση Κίνας και Πακιστάν παρουσιάζεται συχνά ως μια σταθερή στρατηγική συμμαχία, βασισμένη στην οικονομική συνεργασία, την άμυνα και την κοινή αντίληψη περί ασφάλειας. Στην πραγματικότητα, όμως, τα τελευταία χρόνια αυτή η σχέση έχει αποκτήσει πολύ πιο σκοτεινές διαστάσεις. Η αυξανόμενη εξάρτηση του Πακιστάν από την Κίνα, σε συνδυασμό με την τεχνολογική, οικονομική και στρατιωτική επιρροή του Πεκίνου, έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου οι κινεζικές προτεραιότητες ασφαλείας διασταυρώνονται με τους εσωτερικούς μηχανισμούς καταστολής του Ισλαμαμπάντ.
Διεθνείς εκθέσεις έχουν καταγράψει εκατοντάδες περιστατικά διακρατικής καταστολής την περίοδο 2014-2022, με την Κίνα να εμφανίζεται ως ο πιο δραστήριος κρατικός δρώντας σε αυτό το πεδίο. Οι αριθμοί αυτοί, όμως, δεν αποτυπώνουν πλήρως την έκταση του φαινομένου, καθώς δεν περιλαμβάνουν ψηφιακές απειλές, εκφοβισμό συγγενών, πιέσεις σε οικογένειες ή αποτυχημένες απόπειρες εξαναγκασμού.
Την ίδια ώρα, το Πακιστάν έχει ενταχθεί όλο και βαθύτερα στη σφαίρα επιρροής της Κίνας μέσω του Οικονομικού Διαδρόμου Κίνας–Πακιστάν, γνωστού ως CPEC, ενός προγράμματος ύψους δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων. Παράλληλα, το μεγαλύτερο μέρος των πακιστανικών εισαγωγών όπλων προέρχεται πλέον από την Κίνα. Αυτή η διπλή εξάρτηση, οικονομική και στρατιωτική, έχει μετατρέψει τη διμερή συνεργασία σε κάτι πολύ ευρύτερο από μια απλή συμμαχία.
Η καταστολή Ουιγούρων που βρίσκονται ή πέρασαν από πακιστανικό έδαφος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ήδη από τη δεκαετία του 1990, το Πακιστάν συνεργάστηκε με την Κίνα σε συλλήψεις και απελάσεις Ουιγούρων μουσουλμάνων, τους οποίους το Πεκίνο κατηγορούσε για αποσχιστική δράση. Με την πάροδο του χρόνου, περιστατικά που αρχικά έμοιαζαν με μεμονωμένες υποθέσεις εξελίχθηκαν σε σταθερό μηχανισμό συνεργασίας ασφαλείας.
Οι άνθρωποι που επιστρέφονται στην Κίνα συχνά εξαφανίζονται μέσα σε ένα σύστημα κράτησης που έχει συνδεθεί με βασανιστήρια, μακροχρόνιες φυλακίσεις και χωρισμό οικογενειών. Παράλληλα, υπάρχουν αναφορές για πιέσεις σε Ουιγούρους που ζουν στο Πακιστάν, ακόμη και μέσω απειλών κατά συγγενών τους στην Κίνα, ώστε να επιστρέψουν ή να σταματήσουν κάθε δημόσια δραστηριότητα.
Η ίδια λογική ασφαλειοποίησης επεκτείνεται και στο Μπαλουχιστάν. Η περιοχή έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία λόγω των κινεζικών επενδύσεων και των έργων του CPEC. Όμως οι τοπικές αντιδράσεις για απαλλοτριώσεις γης, εκμετάλλευση φυσικών πόρων και αποκλεισμό των τοπικών κοινοτήτων αντιμετωπίζονται όλο και περισσότερο ως απειλή ασφαλείας και όχι ως πολιτικό ή κοινωνικό ζήτημα.
Ακτιβιστές των Μπαλούχ, οργανώσεις πολιτών και κινήματα που ζητούν διαφάνεια, δικαιώματα και λογοδοσία βρίσκονται αντιμέτωπα με συλλήψεις, εξαφανίσεις και βίαιη καταστολή. Παρόμοια είναι η κατάσταση και με το Pashtun Tahafuz Movement, το οποίο έχει δεχθεί διώξεις, συλλήψεις και κατηγορίες για στάση ή υπονόμευση του κράτους. Με άλλα λόγια, οι εσωτερικές φωνές διαμαρτυρίας παρουσιάζονται ως απειλές σταθερότητας, ειδικά όταν αγγίζουν ζητήματα που σχετίζονται με κινεζικά συμφέροντα.
Η ψηφιακή καταστολή αποτελεί ακόμη ένα κρίσιμο πεδίο. Η πακιστανική νομοθεσία για τα ηλεκτρονικά εγκλήματα, που αρχικά παρουσιάστηκε ως εργαλείο αντιμετώπισης της διαδικτυακής παρενόχλησης και της ρητορικής μίσους, έχει εξελιχθεί σε μηχανισμό ελέγχου του δημόσιου λόγου. Οι πρόσφατες τροποποιήσεις διεύρυναν σημαντικά το πεδίο εφαρμογής της, ποινικοποιώντας αόριστες έννοιες όπως το «ψευδές περιεχόμενο» ή υλικό που θεωρείται αντίθετο προς την «ιδεολογία του Πακιστάν».
Δημοσιογράφοι, σχολιαστές και επικριτές του κράτους έχουν βρεθεί αντιμέτωποι με διώξεις, ενώ κανάλια στο YouTube και άλλες πλατφόρμες έχουν μπλοκαριστεί. Η τεχνολογική διάσταση είναι εξίσου σημαντική. Κινεζικά συστήματα παρακολούθησης, όπως τα προγράμματα Safe City της Huawei, έχουν εγκατασταθεί σε μεγάλες πακιστανικές πόλεις, δημιουργώντας υποδομές μαζικής επιτήρησης. Η ομοιότητα αυτών των μηχανισμών με τεχνολογίες που έχουν χρησιμοποιηθεί στη Σιντζιάνγκ προκαλεί εύλογη ανησυχία.
Η καταστολή δεν περιορίζεται πλέον εντός συνόρων. Το Πακιστάν αρχίζει να χρησιμοποιεί νομικά και διοικητικά εργαλεία εναντίον επικριτών που ζουν στο εξωτερικό. Καταδίκες ερήμην, λίστες απαγόρευσης εξόδου, πιέσεις σε συγγενείς και κατηγορίες περί στάσης λειτουργούν ως μηνύματα προς τη διασπορά: ακόμη και εκτός Πακιστάν, η κριτική μπορεί να έχει συνέπειες.
Αυτό θυμίζει έντονα τις μεθόδους που έχει χρησιμοποιήσει η Κίνα εναντίον αντιφρονούντων στο εξωτερικό. Το Πεκίνο συχνά στοχοποιεί οικογένειες ακτιβιστών που ζουν στην Κίνα για να πιέσει όσους βρίσκονται στη Δύση. Το Πακιστάν φαίνεται να υιοθετεί παρόμοιες πρακτικές, ενσωματώνοντας σταδιακά στοιχεία του κινεζικού μοντέλου διακρατικής καταστολής.
Η συνεργασία Κίνας–Πακιστάν, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως μια συνηθισμένη στρατηγική συμμαχία. Το Πακιστάν είχε ήδη δικούς του μηχανισμούς καταστολής, λογοκρισίας και εξαναγκασμού. Η Κίνα, όμως, προσφέρει επιπλέον δυνατότητες: τεχνολογίες παρακολούθησης, διπλωματική κάλυψη, οικονομική εξάρτηση και ένα ιδεολογικό λεξιλόγιο που βαφτίζει την καταστολή «αντιτρομοκρατία», «κυριαρχία» και «μη επέμβαση».
Το αποτέλεσμα είναι μια επικίνδυνη σύγκλιση. Η οικονομική εξάρτηση μετατρέπεται σε πολιτική ευθυγράμμιση. Η ασφάλεια γίνεται πρόσχημα για φίμωση. Η συνεργασία υποδομών καταλήγει να ενισχύει μηχανισμούς ελέγχου. Και για Ουιγούρους, Μπαλούχ, Παστούν, δημοσιογράφους, ακτιβιστές και εξόριστους επικριτές, η περίφημη «παντός καιρού φιλία» Κίνας–Πακιστάν δεν είναι πια απλώς διπλωματικό σύνθημα. Είναι ένα ανθεκτικό σύστημα αμοιβαίας καταστολής.