Με μια παρέμβαση υψηλής γεωπολιτικής έντασης στην τηλεόραση του ΣΙΓΜΑ, ο Γιάννος Χαραλαμπίδης επιχείρησε να αποτυπώσει το πραγματικό διακύβευμα μιας ενδεχόμενης αμερικανικής ή ισραηλινής κλιμάκωσης κατά του Ιράν, εστιάζοντας τόσο στο ενεργειακό μέτωπο όσο και στις στρατιωτικές δυνατότητες της Τεχεράνης.
Ο πολιτικός αναλυτής περιέγραψε μια κατάσταση όπου, εφόσον δεχθεί επίθεση το Ιράν σε κρίσιμα σημεία όπως το νησί Χαργκ και το νησί Λάρακ, η απάντηση δεν θα είναι μόνο στρατιωτική αλλά και βαθιά οικονομική, με αντίκτυπο σε ολόκληρο το διεθνές σύστημα. Όπως εξήγησε, το Χαργκ αποτελεί κομβικό σημείο για τις ιρανικές εξαγωγές, καθώς από εκεί διέρχεται περίπου το 90% της παραγωγής που μπορεί να διοχετεύσει η Τεχεράνη. Κατά συνέπεια, οποιοδήποτε χτύπημα εκεί θα εκληφθεί από το Ιράν ως απόπειρα οικονομικής ασφυξίας.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, το Ιράν δεν θα περιοριζόταν σε απάντηση εντός του Περσικού Κόλπου. Αντίθετα, θα επιχειρούσε να επεκτείνει την πίεση και προς τον νότο, μέσω του άξονα της Υεμένης και της περιοχής προς το Μπαμπ ελ Μαντέμπ και το Σουέζ, δημιουργώντας αυτό που ο ίδιος χαρακτήρισε ως «διπλό έφραγμα». Με απλά λόγια, δεν θα απειλούνταν μόνο τα Στενά του Ορμούζ, αλλά και η εναλλακτική διαδρομή που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί μέσω Σαουδικής Αραβίας και Ερυθράς Θάλασσας.
Εκεί ακριβώς εστίασε τη στρατηγική του σκέψη ο Χαραλαμπίδης. Υποστήριξε ότι η λογική της Τεχεράνης είναι πως, εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες ή οι σύμμαχοί τους επιχειρήσουν να την εξοντώσουν οικονομικά, τότε και η ίδια θα κινηθεί ώστε να ανεβάσει το κόστος για όλους. Όχι μόνο για τις χώρες του Κόλπου, αλλά και για την παγκόσμια οικονομία, με ιδιαίτερη έμφαση στην Ευρώπη, η οποία θα δεχόταν άμεσο πλήγμα σε επίπεδο εφοδιασμού, ενέργειας και εμπορικών ροών.
Κατά τον ίδιο, αυτή είναι η ουσία της στρατηγικής του αμοιβαίου κόστους. Δηλαδή, μια κατάσταση στην οποία κανείς δεν βγαίνει κερδισμένος, εφόσον οι θαλάσσιες οδοί που στηρίζουν την παγκόσμια αγορά βρεθούν υπό καθεστώς παρατεταμένης απειλής. Και αυτό, όπως υπογράμμισε, είναι ένας βασικός λόγος για τον οποίο οι Αμερικανοί δεν μπορούν να προχωρήσουν ελαφρά τη καρδία σε ένα τέτοιο βήμα, αν προηγουμένως δεν έχουν εξουδετερώσει κάθε σοβαρή δυνατότητα ιρανικής αντίδρασης.
Ο Χαραλαμπίδης στάθηκε ιδιαίτερα και στο σενάριο χερσαίων επιχειρήσεων σε νησιωτικά σημεία-κλειδιά, προειδοποιώντας ότι, εάν υπάρξουν απώλειες Αμερικανών στρατιωτών και αρχίσουν να επιστρέφουν «φέρετρα στις Ηνωμένες Πολιτείες», τότε το πολιτικό και στρατηγικό κόστος θα είναι τεράστιο. Με αυτόν τον τρόπο, έδειξε ότι ο πόλεμος με το Ιράν δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι ένας «περίπατος», όπως ίσως βιαστικά εκτιμούν ορισμένοι.
Στο δεύτερο μέρος της παρέμβασής του, ο αναλυτής επιχείρησε να αποδομήσει τον μύθο περί ενός δήθεν άτρωτου ισραηλινού συστήματος αεράμυνας. Όπως εξήγησε, έχει δημιουργηθεί η εσφαλμένη εντύπωση ότι το Iron Dome μπορεί να σταματήσει κάθε μορφή απειλής. Όμως, το συγκεκριμένο σύστημα είναι μόνο η τελευταία γραμμή άμυνας και καλύπτει αποστάσεις έως περίπου 70 χιλιόμετρα.
Από εκεί και πέρα, ανέλυσε την πολυεπίπεδη ισραηλινή αεράμυνα, εξηγώντας ότι μετά το Iron Dome ακολουθεί η Σφενδόνα του Δαβίδ, η οποία λειτουργεί σε μεγαλύτερο φάσμα αποστάσεων, ενώ στην ανώτερη ζώνη βρίσκονται τα συστήματα Arrow 2 και Arrow 3, που έχουν σχεδιαστεί για αναχαιτίσεις ακόμα και σε πολύ μεγάλα ύψη και μεγάλες αποστάσεις. Ο λόγος για αυτή τη διαστρωμάτωση είναι προφανής: το Ιράν διαθέτει πυραύλους διαφορετικών κατηγοριών, από βεληνεκές περίπου 200 χιλιομέτρων έως και 2.200 χιλιομέτρων, ενώ σύμφωνα με όσα ανέφερε υπάρχουν και ισχυρισμοί για δοκιμές σε ακόμη μεγαλύτερες αποστάσεις.
Παρουσιάζοντας τα στοιχεία των σεναρίων επίθεσης, ο Χαραλαμπίδης υποστήριξε ότι σε μια χαμηλής έντασης επίθεση η τρωτότητα της ισραηλινο-αμερικανικής αναχαίτισης κινείται περίπου στο 5%, σε ένα μεσαίο σενάριο ανεβαίνει στο 10%, σε μια υψηλή επίθεση φτάνει στο 18%, ενώ σε ένα στρατηγικό και μαζικό χτύπημα, όπου συνδυάζονται πύραυλοι διαφορετικού βεληνεκούς και drones, μπορεί να φτάσει έως και το 25%.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η αναφορά του στο σενάριο όπου οι Ισραηλινοί θα επιχειρούσαν χωρίς αμερικανική υποστήριξη. Εκεί, όπως είπε, η τρωτότητα αυξάνεται αισθητά: από 10% στο χαμηλό επίπεδο, σε 20% στο μεσαίο, 30% στο υψηλό και έως 40% στο στρατηγικό-μαζικό σενάριο. Η ουσία της τοποθέτησής του ήταν σαφής: όσο αυξάνονται η μαζικότητα, ο κορεσμός και το βεληνεκές της επίθεσης, τόσο αυξάνεται και η πιθανότητα να περάσουν ιρανικά πλήγματα μέσα από την άμυνα.
Με αυτό το σκεπτικό, ο Γιάννος Χαραλαμπίδης τόνισε ότι η κοινή γνώμη δεν πρέπει να έχει ψευδαισθήσεις. Η ισραηλινή αεράμυνα είναι ισχυρή, αλλά δεν είναι άτρωτη. Και γι’ αυτό, όπως είπε, υπάρχει στην περιοχή τόσο μεγάλη συγκέντρωση δυνάμεων: ακριβώς επειδή όσοι σχεδιάζουν επιχειρήσεις γνωρίζουν πως απέναντί τους δεν έχουν ένα εύκολο μέτωπο.
Τέλος, έδωσε και μια διάσταση που αφορά ευρύτερα την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, σημειώνοντας ότι υπάρχουν διασυνδεδεμένες ζώνες έγκαιρης προειδοποίησης και άμυνας, με συμμετοχή Αμερικανών, Ισραηλινών και περιφερειακών συστημάτων. Υπό αυτή την έννοια, εκτίμησε ότι η δική μας περιοχή διαθέτει αυξημένο επίπεδο ασφάλειας, επιχειρώντας να καθησυχάσει όσους θεωρούν ότι βρισκόμαστε μπροστά σε άμεση και ανεξέλεγκτη απειλή.
Η κεντρική ιδέα της παρέμβασής του, πάντως, ήταν μία: το μέτωπο με το Ιράν δεν είναι απλώς μια στρατιωτική εξίσωση πυραύλων και αναχαιτίσεων. Είναι μια σύγκρουση που μπορεί να πυροδοτήσει αλυσιδωτό σοκ στην ενέργεια, στη ναυσιπλοΐα και στην παγκόσμια οικονομία.