Σε μια εκτενή γεωπολιτική ανάλυση, ο Σταύρος Καλεντερίδης παρουσίασε τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή όχι ως μια ακόμη περιφερειακή ανάφλεξη, αλλά ως πιθανό σημείο καμπής για τη διεθνή τάξη. Βασικός άξονας της τοποθέτησής του ήταν η εκτίμηση ότι η σύγκρουση μπορεί να εξελιχθεί σε μια νέα “κρίση Σουέζ”, αυτή τη φορά με επίκεντρο τα Στενά του Ορμούζ, και να σηματοδοτήσει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής στη Μέση Ανατολή.
Ο αναλυτής υποστήριξε ότι ο πόλεμος δεν πρέπει να εξετάζεται μόνο στο στενό στρατιωτικό του πεδίο, αλλά κυρίως μέσα από τις οικονομικές, ενεργειακές και γεωστρατηγικές του συνέπειες. Κατά την προσέγγισή του, η κρίση απειλεί να τινάξει στον αέρα τις ενεργειακές ροές, να επιβαρύνει τα νοικοκυριά διεθνώς, να αυξήσει το κόστος ζωής και να οδηγήσει σε νέα περίοδο αστάθειας για την παγκόσμια οικονομία.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο γεγονός ότι, όπως εκτίμησε, η αμερικανική ισχύς εμφανίζεται για πρώτη φορά τόσο εκτεθειμένη απέναντι σε έναν αντίπαλο που δεν χρειάζεται να πετύχει απόλυτη στρατιωτική νίκη για να θεωρηθεί κερδισμένος. Σύμφωνα με την ανάλυσή του, το Ιράν αρκεί να διατηρήσει την ικανότητα πρόκλησης κόστους, φθοράς και ανασφάλειας στις θαλάσσιες οδούς, στις ενεργειακές αγορές και στους περιφερειακούς συμμάχους των ΗΠΑ, ώστε να επιτύχει βασικούς στρατηγικούς του στόχους.
Ο Καλεντερίδης στάθηκε ιδιαίτερα στην ικανότητα του Ιράν να ασκεί πίεση όχι μόνο άμεσα, αλλά και μέσω του ευρύτερου δικτύου περιφερειακών συμμάχων και ένοπλων οργανώσεων που διαθέτει. Με αυτόν τον τρόπο, όπως είπε, η Τεχεράνη αποκτά στρατηγικό βάθος και πολλαπλά σημεία πίεσης, τα οποία της επιτρέπουν να απλώνει το πεδίο αντιπαράθεσης πολύ πέρα από τα σύνορά της.
Ένα από τα κεντρικά σημεία της ανάλυσής του ήταν ο ρόλος της Κίνας. Ο ίδιος εκτίμησε ότι το Πεκίνο παρακολουθεί την κρίση όχι παθητικά, αλλά ως δύναμη που μπορεί να βγει ενισχυμένη είτε από μια αποκλιμάκωση είτε από μια παρατεταμένη φθορά των Ηνωμένων Πολιτειών. Από τη μία, η Κίνα επιδιώκει να εμφανιστεί ως παράγοντας σταθερότητας και διαμεσολάβησης, πιθανώς αξιοποιώντας και το Πακιστάν ως ενδιάμεσο δίαυλο. Από την άλλη, βλέπει ότι η αμερικανική προσοχή, οι πόροι και η στρατιωτική της ενέργεια μεταφέρονται από την Ασία στη Μέση Ανατολή, γεγονός που της δίνει ευρύτερα περιθώρια κινήσεων στον Ινδο-Ειρηνικό.
Κατά τον Καλεντερίδη, αυτό έχει διπλή σημασία. Πρώτον, αποδυναμώνει τη δυνατότητα της Ουάσιγκτον να κρατά ταυτόχρονα πολλά μέτωπα ανοιχτά. Δεύτερον, προσφέρει στην Κίνα πολύτιμα συμπεράσματα για το πώς μπορεί να πιέσει αποτελεσματικά τις ΗΠΑ σε περίπτωση μιας μελλοντικής κρίσης, για παράδειγμα γύρω από την Ταϊβάν. Η βασική παρατήρηση είναι ότι η αμερικανική υπερδύναμη μοιάζει ευάλωτη όταν χτυπιέται στο οικονομικό και ενεργειακό επίπεδο.
Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρθηκε και στο οικονομικό κόστος του πολέμου, τονίζοντας ότι η αμερικανική και συμμαχική πλευρά ξοδεύει τεράστια ποσά σε αναχαιτίσεις, συστήματα αεράμυνας και στρατιωτικές επιχειρήσεις, ενώ παράλληλα φθείρει αποθέματα, μέσα και πολιτικό κεφάλαιο. Αυτή η φθορά, κατά την εκτίμησή του, δεν είναι μόνο λογιστική. Είναι στρατηγική, γιατί εξαντλεί τη δυνατότητα της Ουάσιγκτον να προβάλλει ισχύ σε πολλαπλά θέατρα.
Ένα άλλο κρίσιμο στοιχείο που έθεσε είναι η στάση των κρατών του Κόλπου. Κατά τον Καλεντερίδη, πολλές από αυτές τις χώρες επένδυσαν πολιτικά και οικονομικά στη σχέση τους με τις Ηνωμένες Πολιτείες, όμως σήμερα βλέπουν ότι μπορεί να βρεθούν εκτεθειμένες σε έναν πόλεμο που δεν επέλεξαν και του οποίου το κόστος κινδυνεύουν να πληρώσουν δυσανάλογα. Από εκεί και πέρα, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να στραφούν σταδιακά σε πιο προβλέψιμες συνεργασίες, με πρώτη υποψήφια την Κίνα.
Ξεχωριστό βάρος είχε και ο ιστορικός παραλληλισμός που έκανε με την κρίση του Σουέζ το 1956. Τότε, η αποτυχία της Βρετανίας και της Γαλλίας να επιβάλουν τη βούλησή τους στην Αίγυπτο ανέδειξε την παρακμή της παλιάς αποικιακής ισχύος και άνοιξε τον δρόμο για την αμερικανική πρωτοκαθεδρία. Ο Καλεντερίδης εκτίμησε ότι σήμερα μπορεί να βιώνουμε μια αντίστροφη διαδικασία: μια κρίση στην καρδιά των παγκόσμιων ενεργειακών οδών που θα φθείρει την αμερικανική ηγεμονία και θα ενισχύσει νέους παίκτες.
Σύμφωνα με αυτή τη λογική, το Ορμούζ δεν είναι απλώς ένα στρατηγικό πέρασμα. Είναι το πιθανό σημείο όπου θα δοκιμαστεί η αντοχή του αμερικανικού συστήματος ισχύος: οικονομικά, στρατιωτικά, διπλωματικά και πολιτικά. Αν η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να επιβάλει λύση χωρίς να βυθιστεί σε μακρά φθορά, τότε η εικόνα της ως αδιαμφισβήτητης δύναμης θα τραυματιστεί σοβαρά.
Ο αναλυτής συνέδεσε αυτή την εξέλιξη και με τις ευρύτερες ενεργειακές ανακατατάξεις. Υποστήριξε ότι η ανασφάλεια στις ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου μπορεί να οδηγήσει κράτη και οικονομίες σε νέα προσαρμογή, είτε με αναζήτηση άλλων διαδρομών είτε με μεγαλύτερη διαφοροποίηση ενεργειακών πηγών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η κρίση δεν θα αναδιατάξει μόνο τις στρατιωτικές ισορροπίες, αλλά και την ίδια τη δομή της παγκόσμιας οικονομίας.
Σε τελική ανάλυση, ο Σταύρος Καλεντερίδης περιγράφει μια Μέση Ανατολή που μπαίνει σε φάση ιστορικής μετάβασης. Η βασική του θέση είναι ότι ο πόλεμος μπορεί να λειτουργήσει ως επιταχυντής μιας ήδη υπαρκτής παρακμής της αμερικανικής επιρροής και ως καταλύτης για την άνοδο νέων πόλων ισχύος, με την Κίνα να παραμονεύει στο βάθος ως ο μεγάλος ωφελημένος.