Μέσα σε μια Μέση Ανατολή που φλέγεται ξανά, το Ιράκ παραμένει ένας τόπος όπου η Ιστορία, ο πόλεμος και η επιβίωση συνυπάρχουν με τρόπο σχεδόν ασύλληπτο. Το οδοιπορικό της Ελβίρας Κρίθαρη στην «Καθημερινή» φωτίζει μια πραγματικότητα σκληρή αλλά και βαθιά ανθρώπινη: εκείνη των τελευταίων χριστιανών του Ιράκ, που εξακολουθούν να κρατούν ζωντανή την ταυτότητά τους σε έναν τόπο χτυπημένο από διαδοχικές συγκρούσεις.
Στην Ανκάβα, τη χριστιανική συνοικία του Ερμπίλ, οι κάτοικοι έχουν μάθει να ζουν δίπλα στον κίνδυνο. Η περιοχή βρίσκεται κοντά στο αεροδρόμιο και στην αμερικανική βάση, δηλαδή κοντά σε στόχους που μπαίνουν συχνά στο στόχαστρο παραστρατιωτικών οργανώσεων που συνδέονται με την Τεχεράνη. Ακόμη και μια δυνατή βροντή, μέσα σε μια σπάνια καταιγίδα, μπορεί εύκολα να μπερδευτεί με ήχο πυραύλου ή drone. Κι όμως, οι άνθρωποι εκεί συνεχίζουν τη ζωή τους, σαν να έχουν συμφιλιωθεί με το βάρος της γεωγραφίας και της μοίρας τους.
Κεντρικό πρόσωπο της αφήγησης είναι ο Ντίλαν Ανταμάτ, Χαλδαίος-Ασσύριος, ο οποίος επέστρεψε το 2019 μόνιμα στο Ιράκ, αφήνοντας πίσω του τη δικηγορική του καριέρα στη Γαλλία. Η δική του μαρτυρία συμπυκνώνει το δράμα αλλά και την πείσμονα αντοχή μιας κοινότητας που συρρικνώθηκε δραματικά. Όπως λέει, πριν από το 2003 οι χριστιανοί στο Ιράκ ξεπερνούσαν το ένα εκατομμύριο, ενώ σήμερα έχουν απομείνει περίπου 130.000. Μέσα σε μόλις δυόμισι δεκαετίες, το 90% αυτής της ιστορικής παρουσίας έχει χαθεί μέσα από τη μετανάστευση, τον φόβο, την ανασφάλεια και τις διώξεις.
Ο Ντίλαν δεν μιλά μόνο για αριθμούς. Μιλά για ρίζες. Δηλώνει με περηφάνια ότι οι Ασσύριοι δεν είναι ούτε Άραβες ούτε Κούρδοι ούτε Τουρκμάνοι, αλλά απόγονοι ενός πανάρχαιου πολιτισμού. Και επιμένει σε κάτι ακόμα πιο βαρύ: ότι είναι από τους τελευταίους ανθρώπους στον κόσμο που εξακολουθούν να μιλούν αραμαϊκά, τη γλώσσα που συνδέεται με τις πρώτες χριστιανικές εποχές και τη βιβλική παράδοση της Μεσοποταμίας.
Αυτός ο αγώνας για επιβίωση δεν είναι μόνο δημογραφικός ή θρησκευτικός. Είναι και πολιτισμικός. Μέσα από τη ΜΚΟ “The Return”, ο Ντίλαν προσπαθεί να δημιουργήσει συνθήκες επαναπατρισμού για τη χριστιανική διασπορά του Ιράκ, δίνοντας χώρο σε νέους, επαναπατρισμένους και επαγγελματίες που θέλουν να ξαναχτίσουν ζωή στον τόπο τους. Στην καρδιά μιας γειτονιάς όπου συνυπάρχουν η αραμαϊκή γλώσσα, η δυτική αισθητική, η τηλεργασία και οι μικρές καθημερινές απολαύσεις, επιχειρείται κάτι που μοιάζει σχεδόν παράδοξο: να ξαναστηθεί η κανονικότητα εκεί όπου ο πόλεμος είναι μόνιμο υπόστρωμα.
Το ίδιο το Ερμπίλ αναδεικνύεται στο ρεπορτάζ ως μια πόλη αντιθέσεων. Από τη μία, ένας επιχειρηματικός κόμβος με ουρανοξύστες, σύγχρονες κατοικίες και πολιτικές ελίτ. Από την άλλη, μια αρχαία πόλη με ακρόπολη 6.000 ετών, μια αγορά που κρατά από τον 12ο αιώνα και γειτονιές όπου η ζωή συνεχίζεται με τους δικούς της αργούς, βαθιούς ρυθμούς. Ο πόλεμος έχει πλήξει τον τουρισμό, έχει φέρει συχνές διακοπές ρεύματος και έχει αδειάσει τις αγορές, αλλά δεν έχει παραλύσει τα πάντα.
Χαρακτηριστική είναι η παρουσία του Μοχάμεντ, ιδιοκτήτη ενός καφενείου πέντε δεκαετιών στην Καϊσερί, που μιλά άπταιστα ελληνικά επειδή έζησε χρόνια στην Ελλάδα. Η δική του φράση είναι αποκαλυπτική: η ζωή συνεχίζεται, γιατί ο κόσμος «είναι συνηθισμένος». Αυτή η συνήθεια δεν σημαίνει αδιαφορία. Σημαίνει εξοικείωση με το αδιανόητο. Σημαίνει ότι ο άνθρωπος συνεχίζει, ακόμη κι όταν γύρω του όλα δείχνουν ότι δεν θα έπρεπε να συνεχίζει τίποτα.
Το οδοιπορικό καταγράφει και τις εσωτερικές αντιθέσεις του ιρακινού Κουρδιστάν. Στα στενά των γειτονιών παιδιά παίζουν χωρίς φόβο, ενώ σε άλλες περιοχές, όπως η γνωστή οδός Ισκάν, η δημόσια παρουσία των γυναικών παραμένει περιορισμένη και αυστηρά πλαισιωμένη από κοινωνικούς κανόνες. Την ίδια στιγμή, το Ραμαζάνι επιβάλλει τον δικό του ρυθμό στην καθημερινότητα, με μια πόλη που μοιάζει να αναπνέει ξανά μόνο μετά το ιφτάρ.
Κι ενώ ο βορράς του Ιράκ δέχεται αλλεπάλληλα πλήγματα, με εκατοντάδες επιθέσεις και δεκάδες νεκρούς, οι κάτοικοι συνεχίζουν να αναζητούν σημάδια συνέχειας. Στην Άκρε, πόλη-σύμβολο του Νεορόζ, της μεγάλης κουρδικής γιορτής της άνοιξης, η απειλή δεν στάθηκε αρκετή για να ακυρώσει την ανάγκη του κόσμου να γιορτάσει. Ακόμη και υπό καταρρακτώδη βροχή, άνθρωποι ανέβηκαν στο βουνό με αναμμένες δάδες για να τιμήσουν τον νέο χρόνο, κρατώντας ζωντανή μια τελετουργία ελπίδας μέσα στο πιο αβέβαιο περιβάλλον.
Αυτό είναι και το βαθύτερο νήμα του ρεπορτάζ: το Ιράκ δεν είναι μόνο πόλεμος, ερείπια και γεωπολιτική σύγκρουση. Είναι και μια γη πολιτισμικού πλούτου, ιστορικής συνέχειας και ανθρώπων που αρνούνται να σβήσουν. Οι τελευταίοι χριστιανοί του Ιράκ δεν παρουσιάζονται ως ένα απομεινάρι του παρελθόντος, αλλά ως ζωντανό κομμάτι μιας Μεσοποταμίας που επιμένει, παρά τις πληγές της, να γεννά ζωή, μνήμη και ταυτότητα.