breaking newsΔιεθνή

Σοβαρές καταγγελίες στο Κογκρέσο! Φοιτήτρια του Stanford λέει ότι έγινε στόχος κινεζικής παρακολούθησης

Νέα ανησυχία για ξένη επιρροή και πιθανές επιχειρήσεις κατασκοπείας στα αμερικανικά πανεπιστήμια προκαλεί η υπόθεση της φοιτήτριας του Stanford, Έλσα Τζόνσον, η οποία κατέθεσε στο Κογκρέσο ότι στοχοποιήθηκε προσωπικά από πρόσωπο που, όπως της μετέφεραν οι αμερικανικές αρχές, συνδεόταν πιθανότατα με κινεζικό κρατικό μηχανισμό. Η υπόθεσή της συζητήθηκε στην Επιτροπή Παιδείας και Εργασίας της Βουλής των Αντιπροσώπων, σε ακρόαση για τις απειλές ξένης κατασκοπείας στα αμερικανικά πανεπιστήμια.

Η Τζόνσον, φοιτήτρια ανατολικοασιατικών σπουδών και αρχισυντάκτρια της Stanford Review, ανέφερε στην έγγραφη κατάθεσή της ότι όλα ξεκίνησαν όταν, κατά την έρευνά της για την Κίνα, δέχθηκε προσέγγιση μέσω Instagram από άνδρα που εμφανιζόταν ως «Charles Chen». Σύμφωνα με την ίδια, ο συγκεκριμένος άνθρωπος της πρότεινε ακαδημαϊκές ευκαιρίες, ακόμη και πληρωμένο ταξίδι στην Κίνα, όμως σύντομα η επαφή πήρε άλλη τροπή, με πιέσεις για προσωπικά στοιχεία και με αιτήματα να διαγράψει αποθηκευμένα στιγμιότυπα συνομιλιών.

Το πιο σκληρό στοιχείο της καταγγελίας είναι ότι, όπως είπε η ίδια στους βουλευτές, το FBI την ενημέρωσε κατ’ ιδίαν πως το πρόσωπο αυτό δεν είχε καμία σχέση με το Stanford και ότι υπήρχαν ενδείξεις σύνδεσής του με το κινεζικό υπουργείο Κρατικής Ασφάλειας. Η ίδια κατέθεσε επίσης ότι οι ομοσπονδιακές αρχές την ενημέρωσαν πως δεχόταν φυσική παρακολούθηση εντός του campus και ότι και η οικογένειά της βρισκόταν υπό επιτήρηση. Ωστόσο, το FBI δεν έχει εκδώσει δημόσια ανακοίνωση που να επιβεβαιώνει επισήμως τις λεπτομέρειες της συγκεκριμένης υπόθεσης.

Σύμφωνα με την κατάθεσή της, η πίεση δεν περιορίστηκε στον ψηφιακό χώρο. Η Τζόνσον μίλησε για επαναλαμβανόμενα τηλεφωνήματα εκφοβισμού, στα οποία οι συνομιλητές άλλαζαν γλώσσα και μιλούσαν στα μανδαρινικά, ενώ σε μία περίπτωση έγινε αναφορά και στη μητέρα της, κάτι που η ίδια εξέλαβε ως ευθεία απειλή. Υποστήριξε ακόμη ότι έλαβε παραπλανητικά email με σκοπό να σταματήσει να μιλά δημόσια για την υπόθεση και ότι τουλάχιστον δέκα ακόμη γυναίκες φοιτήτριες είχαν προσεγγιστεί με παρόμοιο τρόπο από το 2020 και μετά.

Η φοιτήτρια άσκησε κριτική και στο ίδιο το Stanford, λέγοντας ότι όταν κατήγγειλε αρχικά το θέμα βρήκε το πανεπιστήμιο «πολύ απρόθυμο να εμπλακεί» και ότι, ως πρωτοετής τότε, βρέθηκε να αντιμετωπίζει αυτό που η ίδια περιγράφει ως επιχείρηση ξένης κατασκοπείας χωρίς σαφή θεσμική στήριξη ή μηχανισμό αναφοράς. Από την πλευρά του, το Stanford απέρριψε αυτή την εικόνα στο σύνολό της και ανέφερε, σύμφωνα με αμερικανικά δημοσιεύματα, ότι αντιμετωπίζει σοβαρά κάθε καταγγελία αθέμιτης ξένης επιρροής και ότι είχε έρθει σε επαφή με το FBI από τα πρώτα στάδια της υπόθεσης.

Η υπόθεση της Τζόνσον εντάσσεται πλέον σε μια ευρύτερη πολιτική και θεσμική συζήτηση στις ΗΠΑ για το κατά πόσο τα πανεπιστήμια είναι εκτεθειμένα σε δίκτυα επιρροής, στρατολόγησης και συλλογής πληροφοριών, ιδιαίτερα σε τομείς που αγγίζουν τεχνολογία, άμυνα, γεωπολιτική και στρατηγικές σπουδές. Στην ακρόαση της 26ης Μαρτίου, οι Ρεπουμπλικανοί της Επιτροπής έθεσαν ανοιχτά το ζήτημα της «πολιορκίας» των αμερικανικών πανεπιστημίων από ξένες δυνάμεις, ζητώντας αυστηρότερη επιτήρηση, μεγαλύτερη διαφάνεια στη χρηματοδότηση και ισχυρότερη προστασία φοιτητών και ερευνητών.

Η υπόθεση δεν παρουσιάζεται πια ως μεμονωμένο επεισόδιο πανεπιστημιακής παρενόχλησης, αλλά ως πιθανό κρούσμα διακρατικής πίεσης και παρακολούθησης μέσα στην καρδιά της αμερικανικής ακαδημαϊκής ζωής. Και αυτό ανοίγει ένα μεγαλύτερο ζήτημα για το πόσο θωρακισμένα είναι σήμερα τα δυτικά πανεπιστήμια απέναντι σε μηχανισμούς που δεν δρουν με τη στολή του κατασκόπου, αλλά με τη μάσκα του φιλικού ακαδημαϊκού δικτύου.

Back to top button