Επιμέλεια: Γιάννης Πεγειώτης
Ένα σκληρό συμπέρασμα για τον τρόπο με τον οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ χειρίζεται τον πόλεμο με το Ιράν διατυπώνει ο διεθνής συντάκτης του BBC, Τζέρεμι Μπόουεν, σε ανάλυσή του που αναδημοσιεύθηκε και από άλλα μέσα. Ο έμπειρος Βρετανός δημοσιογράφος υποστηρίζει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος διεξάγει τον πόλεμο βασισμένος κυρίως στο ένστικτό του και όχι σε σοβαρό στρατηγικό σχεδιασμό, με αποτέλεσμα να βρίσκεται πλέον μπροστά σε ένα δύσκολο και επικίνδυνο δίλημμα: ή θα επιχειρήσει να παρουσιάσει μια αμφισβητούμενη «νίκη», ή θα οδηγηθεί σε περαιτέρω κλιμάκωση.
Στον έναν μήνα που έχει περάσει από την έναρξη του πολέμου ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν, η πραγματικότητα του μετώπου έχει αρχίσει να διαψεύδει τις αρχικές προσδοκίες για μια γρήγορη και καθαρή επικράτηση. Ο Μπόουεν σημειώνει ότι η βασική αμερικανική και ισραηλινή εκτίμηση φαίνεται να ήταν πως το καθεστώς της Τεχεράνης θα λύγιζε γρήγορα, είτε στρατιωτικά είτε πολιτικά, μετά τα πρώτα καταστροφικά χτυπήματα. Ωστόσο, αυτό δεν συνέβη. Ακόμη και τώρα, η ισραηλινή πλευρά δηλώνει ότι είναι έτοιμη να συνεχίσει τα πλήγματα για εβδομάδες ακόμη, ενώ ο ίδιος ο Νετανιάχου έχει παραδεχθεί ότι ο πόλεμος θα πάρει χρόνο.
Αυτό ακριβώς είναι, κατά τον Μπόουεν, το μεγάλο πρόβλημα του Τραμπ. Δεν έδειξε να αντιμετωπίζει την ιρανική σύγκρουση ως πόλεμο που απαιτεί βάθος σχεδιασμού, εναλλακτικά σενάρια και προετοιμασία για τις συνέπειες, αλλά περισσότερο ως μια επιχείρηση πίεσης που θα έφερνε γρήγορα αποτέλεσμα. Η ανάλυση αντιπαραβάλλει αυτή τη στάση με την κλασική στρατηγική σκέψη, επικαλούμενη τη γνωστή θέση ότι τα επιμέρους σχέδια μπορεί να καταρρεύσουν, όμως ο σοβαρός προγραμματισμός είναι αυτός που επιτρέπει σε μια δύναμη να προσαρμόζεται όταν η πραγματικότητα του πολέμου τη χτυπήσει κατά πρόσωπο.
Η ουσία της κριτικής είναι πως ο Τραμπ έδειξε να υποτιμά την ανθεκτικότητα της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Παρά τα καίρια πλήγματα, το ιρανικό καθεστώς δεν κατέρρευσε, δεν παραδόθηκε και δεν αντιμετώπισε μέχρι στιγμής τη λαϊκή εξέγερση που ορισμένοι στη Δύση και στο Ισραήλ φέρονται να περίμεναν. Αντίθετα, το Ιράν εξακολουθεί να ανταποδίδει, να διευρύνει την πίεση στην περιοχή και να χρησιμοποιεί ως βασικό μοχλό το Στενό του Ορμούζ, προκαλώντας σοβαρή αναστάτωση στην ενέργεια, στη ναυσιπλοΐα και στις αγορές. Το Associated Press και άλλα διεθνή μέσα έχουν επίσης καταγράψει ότι η διαμάχη γύρω από το Ορμούζ παραμένει κεντρικό σημείο του πολέμου και των διαπραγματευτικών απαιτήσεων της Τεχεράνης.
Ο Μπόουεν στέκεται ιδιαίτερα και στη διαφορά ανάμεσα στον Τραμπ και τον Νετανιάχου. Κατά την ανάλυσή του, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός έχει εδώ και δεκαετίες επεξεργαστεί πολιτικά και στρατηγικά το ενδεχόμενο πολέμου με το Ιράν, έχει σαφέστερους σκοπούς και μιλά με πιο καθαρή γλώσσα για το τι θέλει να πετύχει. Ο Τραμπ, αντίθετα, εμφανίζεται να κινείται πιο αποσπασματικά, με στενό κύκλο συμβούλων και χωρίς καθαρή δημόσια διατύπωση τελικού στόχου. Το πρόβλημα, σύμφωνα με αυτή τη συλλογιστική, δεν είναι μόνο επικοινωνιακό αλλά βαθιά επιχειρησιακό: όταν δεν υπάρχει σταθερή πολιτική κατεύθυνση, ακόμη και η τεράστια αμερικανική στρατιωτική ισχύς χάνει μέρος της αποτελεσματικότητάς της.
Στο ίδιο πλαίσιο, η ανάλυση βλέπει τον πόλεμο να εξελίσσεται σε παράδειγμα ασύμμετρης σύγκρουσης, όπου η ισχυρότερη δύναμη δεν κατορθώνει να μετατρέψει την υπεροχή πυρός σε καθαρό στρατηγικό αποτέλεσμα. Το Ιράν δεν μπορεί να συναγωνιστεί τις ΗΠΑ και το Ισραήλ σε συμβατική ισχύ, όμως προσπαθεί να μεταφέρει το κόστος αλλού: στο εμπόριο, στις αγορές, στους γείτονες του Κόλπου, στις αμερικανικές βάσεις και στη συνολική σταθερότητα της περιοχής. Αυτό είναι ακριβώς που κάνει και τους διεθνείς αναλυτές να φοβούνται ότι ο πόλεμος μπορεί να παραταθεί και να γίνει πολύ πιο ακριβός πολιτικά και οικονομικά από όσο είχε αρχικά εκτιμηθεί.
Ο Μπόουεν περιγράφει έτσι ένα αμερικανικό αδιέξοδο. Αν οι συνομιλίες δεν παράξουν συμφωνία, ο Τραμπ έχει λίγες πραγματικές επιλογές. Μπορεί να επιχειρήσει να κηρύξει ότι η αποστολή ολοκληρώθηκε, αλλά αυτό δεν θα μοιάζει πειστικό όσο το Ιράν συνεχίζει να κρατά μοχλούς πίεσης. Η άλλη επιλογή είναι η κλιμάκωση, κάτι που αμερικανικά μέσα ήδη συζητούν ως ορατό ενδεχόμενο, με πρόσθετες δυνάμεις σε ετοιμότητα και με το σενάριο διεύρυνσης των επιχειρήσεων να παραμένει ανοιχτό.
Το πιο βαρύ σημείο της ανάλυσης είναι ίσως το ιστορικό της συμπέρασμα. Ο Μπόουεν αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο ο πόλεμος αυτός να αποδειχθεί για τις Ηνωμένες Πολιτείες όχι επίδειξη υπεροχής, αλλά καμπή φθοράς, εάν εξελιχθεί σε σύγκρουση χωρίς καθαρή έξοδο. Με άλλα λόγια, το ερώτημα δεν είναι πια μόνο πόσο μπορεί να χτυπήσει η Ουάσιγκτον το Ιράν, αλλά αν μπορεί να μετατρέψει τη στρατιωτική ισχύ σε πολιτικό αποτέλεσμα. Και μέχρι στιγμής, η απάντηση που δίνει ο Τζέρεμι Μπόουεν είναι σαφής: όχι, τουλάχιστον όχι με πόλεμο του ενστίκτου.