Στην αρχή ήταν μια κρίση ρευστότητας σε ορισμένα επενδυτικά funds. Ύστερα έγινε σκάνδαλο χειραγώγησης μετοχών. Τώρα η υπόθεση που συγκλονίζει την Τουρκία έχει φθάσει σε ένα πολύ πιο επικίνδυνο σημείο για τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Η έρευνα αρχίζει να κοιτάζει όχι μόνο εκείνους που φέρονται να έστησαν το παιχνίδι, αλλά και εκείνους που είχαν την ευθύνη να το εποπτεύουν.
Μέσα σε λίγες ώρες, οι τουρκικές αρχές διέταξαν την κράτηση ακόμη 34 υπόπτων, ανεβάζοντας στους 217 τον συνολικό αριθμό όσων έχουν μπει στο στόχαστρο.
Ο πρώην επικεφαλής της τουρκικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (SPK) Ιμπραχίμ Ομέρ Γκιονούλ κατέθεσε ως ύποπτος, τα περιουσιακά στοιχεία της πρώην υπουργού και μέχρι πρότινος αντιπροέδρου του AKP Φατμά Μπετούλ Σαγιάν Καγιά και του συζύγου της πάγωσαν, ενώ οι εισαγγελείς διευρύνουν την έρευνα στις συναλλαγές 26 μετοχών.
Και την ίδια ώρα εμφανίζεται μια ακόμη ρωγμή: εταιρεία συνδεδεμένη με την αγορά των υπό εκκαθάριση funds αθέτησε υποχρέωση άνω του 1 δισ. τουρκικών λιρών.

Η πέμπτη επιχείρηση και οι 217 ύποπτοι
Η νέα επιχείρηση που ανακοινώθηκε την Τετάρτη είναι η πέμπτη κατά σειρά και δείχνει πόσο γρήγορα μεγαλώνει η περίμετρος της έρευνας.
Ο υπουργός Δικαιοσύνης Ακίν Γκιουρλέκ ανακοίνωσε εντάλματα κράτησης, έρευνας και κατάσχεσης σε βάρος ακόμη 34 προσώπων. Συνολικά έχουν κινηθεί διαδικασίες εναντίον 217 υπόπτων, από τους οποίους 56 βρίσκονται προφυλακισμένοι και 88 υπό δικαστική επιτήρηση.
Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι οι αρχές ξεκαθαρίζουν πλέον πως η έρευνα δεν περιορίζεται στα 131 funds και στους διαχειριστές τους.
Οι εισαγγελείς εξετάζουν λεπτομερώς τις κινήσεις 26 εισηγμένων μετοχών που θεωρείται ότι αποτέλεσαν αντικείμενο κερδοσκοπικών ή χειραγωγικών συναλλαγών. Στο μικροσκόπιο μπαίνουν λογαριασμοί που εμφάνισαν ασυνήθιστα υψηλά κέρδη σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα, οι κινήσεις χρημάτων και οι μεταξύ τους διασυνδέσεις.
Παράλληλα, η κυβέρνηση προαναγγέλλει ότι περιουσιακά στοιχεία τα οποία θα αποδειχθεί ότι αποτελούν προϊόν εγκληματικής δραστηριότητας θα μπορούν να καταλήγουν σε ειδικό όχημα υπό το τουρκικό Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων (TMSF).
Η έρευνα, με άλλα λόγια, περνά πλέον από τα funds στους πραγματικούς τελικούς ωφελημένους των συναλλαγών.
Το πιο δύσκολο ερώτημα: Πού ήταν ο επόπτης;
Η σημαντικότερη εξέλιξη της τελευταίας 24ωρης περιόδου ίσως βρίσκεται αλλού. Ο Ιμπραχίμ Ομέρ Γκιονούλ, πρώην πρόεδρος της SPK, της αρχής που είχε την ευθύνη εποπτείας της κεφαλαιαγοράς, προσήλθε την Τετάρτη στην εισαγγελία και κατέθεσε με την ιδιότητα του υπόπτου.
Μετά την κατάθεσή του αποχώρησε από το δικαστικό μέγαρο. Η εξέλιξη αλλάζει τη φύση της υπόθεσης. Μέχρι τώρα το βασικό ερώτημα ήταν ποιοι διαχειριστές ή επενδυτές χειραγώγησαν μετοχές χαμηλής διασποράς, δημιουργώντας εξωπραγματικές αποδόσεις και προσελκύοντας εκατοντάδες χιλιάδες αποταμιευτές.
Τώρα προστίθεται ένα δεύτερο: πώς ήταν δυνατόν όλα αυτά να συμβαίνουν κάτω από τη μύτη των εποπτικών αρχών;
Και το ερώτημα γίνεται ακόμη βαρύτερο επειδή τα προειδοποιητικά σημάδια δεν εμφανίστηκαν τον Σεπτέμβριο.
Ο υπουργός Οικονομικών Μεχμέτ Σιμσέκ είχε αναγνωρίσει ήδη από τον Νοέμβριο του 2025 ότι υπήρχαν κενά στη νομοθεσία και χειραγώγηση μέσω ορισμένων funds. Τον Ιούνιο, η MSCI είχε επίσης επισημάνει παράπονα διεθνών επενδυτών για επαναλαμβανόμενες πιθανώς συντονισμένες συναλλαγές στην τουρκική αγορά.
Αυτό ακριβώς κάνει την υπόθεση τόσο δύσκολη για την κυβέρνηση: δεν πρόκειται πλέον μόνο για το πώς δημιουργήθηκε η φούσκα, αλλά για το γιατί δεν τρυπήθηκε νωρίτερα.
Η πρώην υπουργός και τα 2,2 δισ. λίρες
Ταυτόχρονα, το πολιτικό μέτωπο βαθαίνει. Οι εισαγγελικές αρχές ζήτησαν το πάγωμα όλων των περιουσιακών στοιχείων της Φατμά Μπετούλ Σαγιάν Καγιά και του συζύγου της Ιλιάς Καγιά.
Η πρώην υπουργός Οικογένειας είχε ήδη παραιτηθεί από τη θέση της αντιπροέδρου του AKP, δηλώνοντας ότι αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη ώστε οι καταγγελίες να διερευνηθούν ανεξάρτητα και αμερόληπτα. Δεν έχει παραδεχθεί παράνομη πράξη.
Η αντιπολίτευση υποστηρίζει ότι το ζευγάρι τοποθέτησε συνολικά περίπου 163 εκατ. λίρες σε μετοχές, κυρίως της ναυπηγικής Özata Denizcilik, και εισέπραξε περίπου 2,17 δισ. λίρες από την πώλησή τους.
Η Καγιά δεν έχει απαντήσει επί της ουσίας στους συγκεκριμένους ισχυρισμούς. Η χρονική στιγμή βρίσκεται στο επίκεντρο της έρευνας, καθώς η μετοχή της Özata είχε εκτοξευθεί από περίπου 220 λίρες στις αρχές Απριλίου στις 4.980 λίρες στις 15 Σεπτεμβρίου – μία ημέρα προτού επιταχυνθεί η αναταραχή που οδήγησε στην κατάρρευση των funds.
Το κρίσιμο πλέον στοιχείο που αναζητούν οι εισαγγελείς είναι ποιος πούλησε και ποιος απέσυρε χρήματα πριν κλείσει η πόρτα στις 17 Σεπτεμβρίου.
«Η κορυφή του παγόβουνου»
Η αντιπολίτευση ανεβάζει ακόμη περισσότερο τους τόνους. Ο επικεφαλής του Yeni Parti, Οζγκιούρ Οζέλ, χαρακτήρισε την υπόθεση «ληστεία του αιώνα» και υποστήριξε ότι η Καγιά είναι μόνο «η κορυφή του παγόβουνου».
Προχώρησε μάλιστα σε πολύ σοβαρότερες καταγγελίες, ισχυριζόμενος ότι υπουργοί χρησιμοποίησαν μεσάζοντες και λογαριασμούς στο εξωτερικό για συναλλαγές που συνδέονται με το σκάνδαλο.
Μέχρι στιγμής δεν έχει παρουσιάσει δημόσια στοιχεία που να αποδεικνύουν τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς ούτε έχει κατονομάσει τους υπουργούς.
Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη. Οι καταγγελίες διευρύνουν το πολιτικό μέτωπο, αλλά δεν αποτελούν αποδεδειγμένα ευρήματα της δικαστικής έρευνας.
Οι εισαγγελείς, πάντως, ζητούν πλέον στοιχεία για αγοραπωλησίες και αναλήψεις κατά τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο. Αυτό μπορεί να επιτρέψει στις αρχές να ανασυνθέσουν ποιοι κατάφεραν να βγουν από τις επίμαχες τοποθετήσεις πριν από την κατάρρευση και ποιοι έμειναν εγκλωβισμένοι.
Το πρώτο «κανόνι» έξω από τα funds
Υπάρχει όμως και μια εξέλιξη που ενδιαφέρει ιδιαίτερα τις αγορές. Η Hedef Holding ανακοίνωσε επισήμως ότι, λόγω δυσκολιών στην πρόσβαση σε χρηματοδότηση, δεν μπόρεσε στις 28 Σεπτεμβρίου να αποπληρώσει βραχυπρόθεσμη υποχρέωση 1,079 δισ. λιρών.
Η Turkrating υποβάθμισε στη συνέχεια την πιστοληπτική αξιολόγηση της εταιρείας σε TR D – default.
Η Hedef συνδέεται άμεσα με την κρίση, καθώς ο βραχίονας διαχείρισης κεφαλαίων του ομίλου διαχειρίζεται funds που έχουν τεθεί σε εκκαθάριση.
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι η κρίση έχει μετατραπεί σε συστημικό γεγονός. Είναι όμως μια πρώτη ένδειξη ότι το σοκ μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα χρηματοδότησης πέρα από τους ίδιους τους επενδυτικούς λογαριασμούς.
Και ακριβώς αυτό θα παρακολουθούν πλέον οι επενδυτές: εάν εμφανιστούν και άλλες εταιρείες που αδυνατούν να αναχρηματοδοτηθούν ή να καλύψουν βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις.
455.758 άνθρωποι περιμένουν στην ουρά
Στο κέντρο του προβλήματος εξακολουθούν να βρίσκονται 455.758 επενδυτές, με τοποθετήσεις σε 131 funds επτά εταιρειών διαχείρισης. Η κυβέρνηση δημιούργησε ειδικό Συντονιστικό Συμβούλιο υπό τον αντιπρόεδρο Τζεβντέτ Γιλμάζ για να επιταχύνει την εκκαθάριση και τις πληρωμές.
Η İşbank έχει αναλάβει τα funds της Tera Portföy και η κρατική Ziraat Bank εκείνα των άλλων έξι διαχειριστών. Υπάρχει όμως μία λεπτομέρεια με τεράστια σημασία για τους αποταμιευτές: δεν υπάρχει εγγύηση ότι θα πάρουν πίσω ολόκληρο το αρχικό κεφάλαιό τους.
Οι πληρωμές θα εξαρτηθούν από τα πραγματικά περιουσιακά στοιχεία και τη ρευστότητα κάθε fund και από τις τιμές στις οποίες θα μπορέσουν να πωληθούν οι συμμετοχές του.
Η SPK επέκτεινε μάλιστα την περίοδο εκκαθάρισης από τρεις σε έξι μήνες, ακριβώς ώστε να αποφευχθούν βεβιασμένες πωλήσεις σε εξευτελιστικές τιμές.
Το πρόβλημα είναι προφανές: πολλές από τις συμμετοχές βρίσκονται σε μετοχές χαμηλής εμπορευσιμότητας των οποίων οι τιμές είχαν προηγουμένως εκτοξευθεί. Η αξία που εμφανιζόταν στην οθόνη ενός επενδυτή πριν από την κρίση δεν σημαίνει ότι μπορεί σήμερα να μετατραπεί στην ίδια ποσότητα μετρητών.
Από τις «τρελές αποδόσεις» στην πραγματική οικονομία
Αυτό είναι και το σημείο στο οποίο αρχίζει να δοκιμάζεται η κεντρική γραμμή άμυνας της Άγκυρας.
Ο Ερντογάν και ο Σιμσέκ επιμένουν ότι δεν υπάρχει συστημικός κίνδυνος. Και μέχρι στιγμής υπάρχουν σημαντικά στοιχεία που στηρίζουν αυτή την εκτίμηση.
Δεν έχει σημειωθεί φυγή καταθέσεων από τις τράπεζες ούτε μαζική στροφή των αποταμιευτών προς το δολάριο. Η αντίδραση στην αγορά συναλλάγματος υπήρξε περιορισμένη και το μεγαλύτερο μέρος της ζημιάς παραμένει συγκεντρωμένο στην κεφαλαιαγορά.
Ο Τίμοθι Ας της RBC BlueBay εκτιμά επίσης ότι μια κρίση της τάξης των 15-20 δισ. δολαρίων –λίγο πάνω από το 1% του τουρκικού ΑΕΠ – μπορεί να απορροφηθεί, ιδίως όσο ο Σιμσέκ παραμένει στο τιμόνι της οικονομικής πολιτικής.
Αλλά το «μη συστημικό» δεν σημαίνει και «ανώδυνο». Το πενταετές CDS της Τουρκίας ανέβηκε στις 254 μονάδες βάσης, στα υψηλότερα επίπεδα από τον Μάιο, ενώ ο BIST 100 έχει υποστεί ισχυρές απώλειες από την έναρξη της αναταραχής.
Και τώρα υπάρχει η Hedef.
Ο ακριβότερος λογαριασμός για τον Ερντογάν
Για τον Ερντογάν, όμως, το μεγαλύτερο κόστος μπορεί τελικά να μη φανεί ούτε στον BIST ούτε στα CDS. Ο Τούρκος πρόεδρος προσπαθεί να παρουσιάσει την υπόθεση ως απόδειξη ότι το κράτος καθαρίζει την αγορά: συλλήψεις, κατασχέσεις, εκκαθαρίσεις, επιστροφή χρημάτων στους επενδυτές και αυστηρότερο εποπτικό πλαίσιο.
Το πρόβλημα είναι ότι όσο η έρευνα ανεβαίνει προς τα πάνω, τόσο πιο θολό γίνεται το αφήγημα.
Όταν ερευνάται πρώην επικεφαλής της ίδιας της εποπτικής αρχής, όταν παγώνουν τα περιουσιακά στοιχεία πρώην υπουργού και κορυφαίου στελέχους του κυβερνώντος κόμματος και όταν εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες περιμένουν να μάθουν πόσο από τις οικονομίες τους έχει πραγματικά απομείνει, η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τους ανθρώπους που έπαιξαν το παιχνίδι. Αφορά και το σύστημα που τους άφησε να το παίξουν.
Το πρόβλημα για τον Ερντογάν δεν είναι απλώς ένα χρηματιστηριακό φιάσκο 18-20 δισ. δολαρίων, αλλά η υποψία ότι η μεγάλη φούσκα της Κωνσταντινούπολης μεγάλωνε για μήνες μπροστά στα μάτια εκείνων που είχαν την εξουσία –και την υποχρέωση– να τη σταματήσουν.