Ένα ασυνήθιστο περιστατικό σημειώθηκε στην Τραπεζούντα, στην περιοχή Çukurçayır του Ortahisar, όπου κάτοικοι έκλεισαν με πέτρες και βράχους τον δρόμο που είναι γνωστός ως «Manastır Yolu», δηλαδή «Δρόμος του Μοναστηριού», διαμαρτυρόμενοι για προβλήματα με την παροχή φυσικού αερίου.
Αφού απέκλεισαν την πρόσβαση στα δύο άκρα του δρόμου, τοποθέτησαν πινακίδες με την ένδειξη ότι ο δρόμος είναι κλειστός, αποτελεί ιδιωτική ιδιοκτησία και απαγορεύεται η είσοδος.

Αιτία της κινητοποίησης, είναι το γεγονός ότι το δίκτυο φυσικού αερίου έφτασε μέχρι συγκεκριμένο σημείο της περιοχής, χωρίς όμως να επεκταθεί σε όλες τις κατοικίες. Παρά τις σχετικές αιτήσεις και τη συλλογή υπογραφών από κατοίκους, δεν έχει δοθεί ακόμη λύση.
Οι κάτοικοι δηλώνουν ότι προτίθενται να κρατήσουν τον δρόμο κλειστό μέχρι να ξεκινήσουν οι απαραίτητες εργασίες για τη σύνδεση των κατοικιών τους με το φυσικό αέριο.

Ο δρόμος που οδηγεί σε μοναστήρι και εκκλησία
Όπως μαρτυρά και το ίδιο το όνομα του δρόμου «Δρόμος του Μοναστηριού», στην ευρύτερη περιοχή του Çukurçayır βρίσκεται ιστορικό μοναστηριακό συγκρότημα: η Μονή Καϊμακλή (Kaymaklı Manastırı), ένα από τα σωζόμενα χριστιανικά μνημεία της Τραπεζούντας. Η Μονή Καϊμακλή έχει αρμενική ιστορική προέλευση και δεν αποτελεί ελληνορθόδοξο μοναστήρι. Η παρουσία της, ωστόσο, μαζί με άλλα χριστιανικά κατάλοιπα της περιοχής, αναδεικνύει το έντονο χριστιανικό αποτύπωμα που εξακολουθεί να διακρίνεται στην ιστορική τοπογραφία της Τραπεζούντας και των προαστίων της.

Η Μονή Καϊμακλή (Kaymaklı Manastırı) βρίσκεται περίπου τρία χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του ιστορικού κέντρου της Τραπεζούντας, στην πλαγιά του Μποζτεπέ που βλέπει προς την κοιλάδα του Ντεγιρμέντερε. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα σωζόμενα χριστιανικά μνημεία της πόλης και, σύμφωνα με τις τουρκικές αρχές πολιτισμού, για το μοναδικό μοναστήρι της Τραπεζούντας που ανήκε στην αρμενική κοινότητα.
Η ίδρυση της μονής τοποθετείται στο 1424. Δημοτική ιστορική έκδοση της Τραπεζούντας αναφέρει ότι, σύμφωνα με την επιγραφή του μνημείου, ανεγέρθηκε από τον Hoca Stephanos ως αρμενικό μοναστήρι. Σε άλλες επίσημες τουρκικές πηγές η οικοδόμησή του τοποθετείται γενικότερα στον 15ο ή τον 16ο αιώνα και σημειώνεται ότι ήταν αφιερωμένο στον Ιησού Χριστό.
Το μοναστηριακό συγκρότημα αναπτύχθηκε μέσα σε έναν ορθογώνιο περίβολο. Στο κέντρο δεσπόζει η μονόκλιτη εκκλησία με μία αψίδα, ενώ στα βορειοδυτικά υπήρχε κωδωνοστάσιο και στα νοτιοανατολικά μικρό παρεκκλήσι και χώροι για τους μοναχούς. Το παλαιότερο σωζόμενο τμήμα θεωρείται η πεντάπλευρη αψίδα του καθολικού.
Η μονή δεν παρέμεινε αναλλοίωτη μέσα στους αιώνες. Υπέστη επανειλημμένες επισκευές και επεμβάσεις, με σημαντική ανακαίνιση να καταγράφεται τον 18ο αιώνα. Από την ίδια περίοδο χρονολογούνται και οι σωζόμενες τοιχογραφίες στο εσωτερικό της εκκλησίας, οι οποίες αποτελούν σήμερα από τα σημαντικότερα καλλιτεχνικά κατάλοιπα του μνημείου.
Η θέση της Μονής Καϊμακλή έχει ιδιαίτερη σημασία για την ιστορική γεωγραφία της Τραπεζούντας. Βρισκόταν έξω από τον στενό πυρήνα των τειχών, σε μια περιοχή όπου επί αιώνες συνυπήρχαν διαφορετικές χριστιανικές κοινότητες. Η ίδια η Τραπεζούντα διέθετε ένα εξαιρετικά πυκνό δίκτυο ελληνικών, αρμενικών και άλλων χριστιανικών εκκλησιών και μοναστηριών, ανάμεσά τους την Παναγία Θεοσκέπαστο, την Αγία Άννα, τον Άγιο Ευγένιο και σειρά άλλων μνημείων που διαμόρφωναν το θρησκευτικό τοπίο της πόλης.
Η ιστορική πορεία της μονής άλλαξε δραματικά στις αρχές του 20ού αιώνα. Επίσημη έκδοση του Δήμου Τραπεζούντας αναφέρει ότι το συγκρότημα εγκαταλείφθηκε το 1923, μετά τις μεγάλες ανατροπές που είχαν προηγηθεί στην περιοχή, με τη γενοκτονία των Αρμενίων και στη συνέχεια ερειπώθηκε και πέρασε σε ιδιωτική ιδιοκτησία.
Σήμερα η Μονή Καϊμακλή αποτελεί ένα από τα λιγότερο γνωστά, αλλά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μνημεία του χριστιανικού παρελθόντος της Τραπεζούντας. Σε αντίθεση με τη Σουμελά ή την Παναγία Θεοσκέπαστο, που έχουν συνδεθεί κυρίως με τη ρωμαίικη και ποντιακή ιστορία, η Καϊμακλή μαρτυρεί την παρουσία της αρμενικής κοινότητας και τη σύνθετη θρησκευτική φυσιογνωμία που είχε η πόλη επί αιώνες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ακόμη και σήμερα η μνήμη του μοναστηριού επιβιώνει στην τοπωνυμία της περιοχής. Ο δρόμος που περνά από τη συγκεκριμένη ζώνη εξακολουθεί να είναι γνωστός ως «Manastır Yolu» – «Δρόμος του Μοναστηριού». Έτσι, παρά τις αλλαγές που γνώρισε η Τραπεζούντα κατά τον 20ό αιώνα, το ίδιο το όνομα του δρόμου εξακολουθεί να παραπέμπει στο χριστιανικό παρελθόν της περιοχής και σε ένα μοναστηριακό συγκρότημα που στέκει εκεί από τον 15ο αιώνα.
pontosvoice.com