Γράφει ο Μανώλης Σκούληκας
Πρόσφατα γιορτάσαμε την ιστορική επέτειο του έπους της 28ης Οκτωβρίου του 1940 και της ηρωικής Ελληνικής αντιστάσεως κατά των δυνάμεων του Άξονα. Μιας αντίστασης που καθόρισε την εξέλιξη του πολέμου καθώς αποτέλεσε την πρώτη νίκη εναντίον του αήττητου μέχρι τότε Άξονα και καθυστέρησε μοιραία την Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα, δίνοντας στους Σοβιετικούς τρεις καίριους μήνες για να αντεπιτεθούν στις ορδές των ναζί και να γυρίσουν τις τύχες του πολέμου.
Ενώ στην πραγματικότητα οι κληθέντες Έλληνες έφεδροι παρουσιάστηκαν τη ίδια κιόλας μέρα της επιθέσεως μαζί με πλειάδα εθελοντών και σύσσωμο το έθνος «μέθυσε με το Αθάνατο κρασί του ‘21», οι μίσθαρνοι μισέλληνες του υπουργείου παιδείας προστρέχουν εις μάτην να μας παρουσιάσουν τον περήφανο Ελληνικό λαό σαν ευτελείς κιοτήδες που «κρύβονταν στα υπόγεια» χωρίς καν να υπάρχει αεροπορική επιδρομή και ταυτίζουν τον ανδρισμό με το φόβο και την φυγή.
Παράλληλα οι νέοι μας αρνούνται σε ανεπανάληπτους αριθμούς την στράτευση, είτε λόγω πραγματικών ψυχολογικών προβλημάτων είτε λόγω δειλίας που συνήθως μεταμφιέζεται σε μισελληνικό νιχιλισμό. Τη νύχτα μέσα στους κοιτώνες λένε ότι ακούς αναφιλητά και οι αρκετοί στρατιώτες αναζητούν… τη μαμά τους. Αρκετοί δηλώνουν ανερυθρίαστα πλέον ότι δεν πρόκειται να παρουσιαστούν σε καιρό πολέμου και θα διαφύγουν στο εξωτερικό, υπό τη σαθρή δικαιολογία ότι δεν θα πολεμήσουν για ένα διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα που ταυτίζουν γελοιωδώς με την πατρίδα τους. Η ηγεσία μας έχει συλλήβδην υποκύψει εδώ και πάρα πολλές δεκαετίες στον ενδοτισμό και τη δειλία, ως αμνοί που ηγούνται λεόντων, οδηγώντας όλο και περισσότερο το μέσο Έλληνα στην αλλοτρίωση και έναντι της έννοιας του κράτους αλλά και αυτής ακόμα της πατρίδας.
Θα αναρωτηθεί λοιπόν κανείς αν υπό αυτές τις προϋποθέσεις μπορεί κανείς να ελπίζει σε μια αναβίωση του έπους του ’40 στις μέρες μας αν κληθούμε ως πολίτες και ως έθνος να συνομιλήσουμε με την ιστορία. Προτού όμως υποπέσουμε σε καθ’ υπερβολήν εθνομειοδοτικά και αυτοχειριαστικά πεσιμιστικά αποφθέγματα, ας θυμηθούμε ότι το 1821 στα Δερβενάκια συμμετείχαν μόνο περί τους 5000 Έλληνες αγωνιστές από ένα συνολικό πληθυσμό 250.000 σε όλο το Μοριά. Αν μια πλήρης επιστράτευση φτάνει μέχρι το 10% του συνολικού πληθυσμού, βλέπουμε ότι μόνο ένας στους πέντε πήγε να πολεμήσει. Οι υπόλοιποι κρύφτηκαν στα σπίτια τους υπηρετώντας την μακραίωνη παράδοση του ραγιαδισμού που καλλιέργησαν αιώνες καταπίεσης και σκλαβιάς. Διότι μόνο ένας στους πέντε είναι πραγματικός πατριώτης σε οποιαδήποτε ιστορική περίσταση. Οι υπόλοιποι είναι απλά ελληνόφωνοι τζαμπατζήδες που επωφελούνται των θυσιών των πραγματικών Ελλήνων. Η αλήθεια είναι ότι μετά το 1821 το εθνικό φρόνημα μεγάλωσε και το ποσοστό των πολιτών που ήταν διατεθειμένοι να υπερασπίσουν την Ελλάδα και τους Έλληνες αυξήθηκε κάθετα όπως έδειξαν οι εποποιίες των Βαλκανικών, Της Μικράς Ασίας και του Β’ΠΠ. Αλλά η μεταπολεμική διάβρωση των κοινωνιών, για πολλούς κοινωνικούς, πολιτικούς και οικονομικούς λόγους, μας έχει οδηγήσει και πάλι σε ηθική κατάπτωση και ραγιαδισμό, κάτι που αντικατοπτρίζεται και στην συλλήβδην πολιτική μας ηγεσία.
Όμως στις εσχατιές της Ελλάδας, στη δοξασμένη μας επαρχία, όπως και σε μικρούς αστικούς πυρήνες, ο ελληνισμός δεν έχει σβήσει ακόμα. Αντιθέτως κρατάει καλά και είναι διατεθειμένος να λάμψει ακόμα μια φορά σαν «φωτεινό διάλειμμα» μέσα στο μακρύ σκότος του εθνομηδενιστικού ραγιαδισμού που συνωμοτεί να καταλύσει την πατρίδα μας. Οι λιγότεροι αυτοί πατριώτες είναι αρκετοί για να υπερασπίσουν την πατρίδα όταν ηχήσουν οι καμπάνες της Ιστορίας. Αυτοί δε θα κρυφτούν στα υπόγεια. Δε θα ψάξουν για δικαιολογίες. Δεν θα μετρήσουν τον ανδρισμό τους με το ένστικτό της αυτοσυντήρησης αλλά με το αίμα τους που θα ποτίσει το δέντρο της Ελευθερίας.
Αυτοί, που η παρούσα κυβέρνηση τολμά, ανερυθρίαστα και υποκριτικά, να αποκαλεί «πατριώτες της φακής», θα αποδείξουν για άλλη μια φορά το μεγαλείο της ελληνικής «Αρετής» που έρχεται σαν ένα αστροπελέκι μέσα από τις χιλιετηρίδες για να βροντοφωνάξει για άλλη μια φορά, για πάντα: «Μολών Λαβέ».