Αιχμηρή κριτική στην ελληνική εξωτερική πολιτική άσκησε ο Σταύρος Καλεντερίδης στις παρεμβάσεις του σε BlueSky και Ναυτεμπορική, υποστηρίζοντας ότι η Άγκυρα αξιοποιεί τις εκκρεμότητες στις θαλάσσιες οριοθετήσεις για να διευρύνει την επιρροή της στην Ανατολική Μεσόγειο. Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρέθηκαν το τουρκολιβυκό μνημόνιο, η προσέγγιση Τουρκίας–Αιγύπτου και η ανάγκη οριοθέτησης ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Κυπριακής Δημοκρατίας.
Ο διεθνολόγος απέδωσε ευθύνες στην κυβέρνηση αλλά και διαχρονικά στο ελληνικό πολιτικό σύστημα, εκτιμώντας ότι οι διπλωματικές δηλώσεις δεν αρκούν όταν δεν συνοδεύονται από πρωτοβουλίες και συγκεκριμένο κόστος για την τουρκική πολιτική.
Η κριτική για τη συμφωνία με την Αίγυπτο
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη μερική οριοθέτηση Ελλάδας–Αιγύπτου του 2020. Κατά την εκτίμησή του, η εκκρεμότητα ανατολικά του 28ου μεσημβρινού αφήνει περιθώριο στην Άγκυρα να επιδιώξει συμφωνία με το Κάιρο, παρακάμπτοντας ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα.
Ο ίδιος επέκρινε έντονα την επιλογή της τμηματικής συμφωνίας, συνδέοντάς την με τη Ρόδο και το σύμπλεγμα της Μεγίστης. Υποστήριξε ότι η ελληνική πλευρά οφείλει να κλείσει τις εκκρεμότητες με δικές της κινήσεις, αντί να επιτρέπει στην Τουρκία να διαμορφώνει την περιφερειακή ατζέντα.
Στο πλαίσιο αυτό, πρόταξε την οριοθέτηση ΑΟΖ Ελλάδας–Κύπρου, την οποία παρουσίασε ως κεντρικό εργαλείο απέναντι στις τουρκικές επιδιώξεις. Παράλληλα, τάχθηκε υπέρ της επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια.
Πίεση στην Τουρκία μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Για το τουρκολιβυκό μνημόνιο, ο Σταύρος Καλεντερίδης υποστήριξε ότι η ελληνική στρατηγική πρέπει να εστιάζει πρωτίστως στην Τουρκία. Όπως ανέφερε, η Λιβύη αποτελεί σύνθετο πεδίο λόγω των εσωτερικών της διαιρέσεων και της τουρκικής εμπλοκής.
Ζήτησε αξιοποίηση του πολιτικού κεφαλαίου της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με άσκηση πίεσης και χρήση του βέτο όπου υπάρχει σχετική δυνατότητα. Κατά την προσέγγισή του, η Αθήνα πρέπει να συνδέει τις ευρωπαϊκές αποφάσεις που ενδιαφέρουν την Άγκυρα με την προστασία των ελληνικών συμφερόντων.
Επέκρινε επίσης την παρουσία της Ελλάδας στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, θεωρώντας ότι δεν αξιοποιήθηκε επαρκώς για την ανάδειξη των ελληνικών και κυπριακών θέσεων. Χαρακτήρισε τις σχετικές κυβερνητικές παρεμβάσεις κινήσεις εσωτερικής κατανάλωσης και υποστήριξε ότι απαιτείται συνέχεια ανάμεσα στη δημόσια ρητορική και τη διπλωματική πρακτική.
Γιατί προσεγγίζονται Άγκυρα και Κάιρο
Η ανάλυσή του για τις τουρκοαιγυπτιακές σχέσεις επεκτάθηκε πέρα από τις θαλάσσιες ζώνες. Εντόπισε πεδία σύγκλισης σε ζητήματα που αφορούν τη Σαουδική Αραβία, το Σουδάν και το Κέρας της Αφρικής, περιγράφοντας την τουρκική εξωτερική πολιτική ως πολιτική διαρκών πρωτοβουλιών σε πολλαπλά μέτωπα.
Εκτίμησε ότι η Αθήνα πρέπει να εξετάζει αυτές τις συγκλίσεις συνολικά και να αποφεύγει τον εφησυχασμό για τις σχέσεις της με το Κάιρο. Το κρίσιμο ερώτημα, κατά τον ίδιο, είναι μέχρι πού μπορεί να φτάσει η προσέγγιση Αιγύπτου–Τουρκίας και ποιες συνέπειες θα μπορούσε να έχει για τα ελληνικά συμφέροντα.
Ισραήλ και κίνδυνος νέας κλιμάκωσης
Στις παρεμβάσεις του αναφέρθηκε και στις πολιτικές εξελίξεις στο Ισραήλ, εξετάζοντας σενάρια κυβερνητικών συνεργασιών, ευρύτερης συνεννόησης ή νέας προσφυγής στις κάλπες. Άσκησε έντονη κριτική στον Μπενιαμίν Νετανιάχου και αμφισβήτησε τις καταγγελίες περί εξωτερικής παρέμβασης στην εκλογική διαδικασία.
Παράλληλα, ερμήνευσε τη ρητορική του Ισραηλινού πρωθυπουργού για το Ιράν ως ένδειξη κινδύνου νέου κύκλου εχθροπραξιών. Η εκτίμησή του ήταν ότι η εσωτερική πολιτική αβεβαιότητα δεν αποκλείει στρατιωτική κλιμάκωση, με συνέπειες για την ευρύτερη Μέση Ανατολή.