
Μια ιδιαίτερα αποκαλυπτική και ζοφερή πραγματικότητα για το πραγματικό κόστος της εργασίας στην Ελλάδα έρχεται στο φως της δημοσιότητας, ξεσκεπάζοντας το μέγεθος της ανελέητης φορολογικής επιδρομής που υφίστανται οι εργαζόμενοι από την κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Σύμφωνα με πρόσφατες οικονομικές εκθέσεις και αναλύσεις δεδομένων, η λεγόμενη «φορολογική σφήνα» στην εγχώρια αγορά εργασίας παραμένει καθηλωμένη σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, αποδεικνύοντας ότι το κυβερνητικό success story για δήθεν ελαφρύνσεις αποτελεί ένα επικοινωνιακό πυροτέχνημα, καθώς οι μισθωτοί εξακολουθούν να αποδίδουν στο κράτος τη μερίδα του λέοντος από τις συνολικές τους αποδοχές.
Η ακτινογραφία αυτής της φορολογικής αφαίμαξης αποτυπώνει ανάγλυφα τη χαώδη διαφορά ανάμεσα στο τι υποχρεώνεται να πληρώσει ένας εργοδότης για έναν εργαζόμενο και το τι τελικά φτάνει ως ψίχουλα στην τσέπη του τελευταίου.
Για κάθε ευρώ που δαπανά μια επιχείρηση για το εργατικό της κόστος, περισσότερα από 50 λεπτά καταλήγουν στα κρατικά ταμεία μέσω της βαριάς φορολογίας εισοδήματος και των δυσβάσταχτων ασφαλιστικών εισφορών, με το καθεστώς Μητσοτάκη να λειτουργεί ως ένας αδηφάγος συνεταίρος στον μόχθο των πολιτών.
Η λεηλασία του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών δεν σταματά όμως στις άμεσες κρατήσεις επί του μισθού, όπως ο φόρος μισθωτών υπηρεσιών και οι εισφορές εργαζομένου και εργοδότη.
Το πενιχρό καθαρό εισόδημα συμπιέζεται ακόμη πιο βίαια από την άρνηση της κυβέρνησης να μειώσει τους υψηλούς συντελεστές των έμμεσων φόρων, διατηρώντας στα ύψη τον ΦΠΑ και τους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης στα καύσιμα και στα προϊόντα πρώτης ανάγκης, προκειμένου να συντηρεί τα πλεονάσματα και να επιδοτεί την αισχροκέρδεια.
Αυτή η πολιτική κρατά την Ελλάδα «πρωταθλήτρια» στις υψηλές θέσεις μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ και της Ευρωζώνης όσον αφορά την επιβάρυνση της εργασίας, γεγονός που πλήττει θανάσιμα την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Οι επιπτώσεις αυτής της κυβερνητικής εμμονής στη φορολογική εξόντωση είναι δραματικές για την αγορά εργασίας, δημιουργώντας βαθιές στρεβλώσεις.
Από τη μία πλευρά, η οικονομική πολιτική του Μαξίμου εγκλωβίζει τις επιχειρήσεις σε αδυναμία, καθώς δυσκολεύονται να προσφέρουν ελκυστικά πακέτα αποδοχών για να προσελκύσουν ή να συγκρατήσουν εξειδικευμένο προσωπικό, τροφοδοτώντας έτσι το ασταμάτητο κύμα φυγής των νέων επιστημόνων στο εξωτερικό, αφού οποιαδήποτε αύξηση του μικτού μισθού μεταφράζεται σε δυσανάλογο και απαγορευτικό κόστος για τον εργοδότη.
Από την άλλη πλευρά, οι ίδιοι οι εργαζόμενοι βλέπουν τις όποιες ονομαστικές αυξήσεις των αποδοχών τους να εξανεμίζονται προτού καν τις εισπράξουν, λόγω της αυτόματης ανόδου τους στη φορολογική κλίμακα, με αποτέλεσμα να εκμηδενίζεται κάθε δυνατότητα για κατανάλωση και αποταμίευση, την ίδια ώρα που οι πληθωριστικές πιέσεις και η ακρίβεια Μητσοτάκη συνεχίζουν να σαρώνουν την κοινωνία.
makeleio