Σοβαρές καταγγελίες για διασυνοριακή παρακολούθηση και συνεχιζόμενη δίωξη Κινέζων θρησκευτικών προσφύγων φέρνει στο φως δημοσίευμα του Bitter Winter, το οποίο υπογράφει ο Ιταλός κοινωνιολόγος των θρησκειών Μάσιμο Ιντροβίνιε.
Το δημοσίευμα επικαλείται γραπτή δήλωση που κατατέθηκε στις 10 Αυγούστου από τη μη κυβερνητική οργάνωση Coordination des Associations et des Particuliers pour la Liberté de Conscience – CAP-LC και κυκλοφόρησε επισήμως στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ στη Γενεύη.
Η CAP-LC, η οποία διαθέτει συμβουλευτικό καθεστώς στο Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο του ΟΗΕ, εστιάζει στην κατάσταση των προσφύγων που ανήκουν στην Εκκλησία του Παντοδύναμου Θεού, ένα χριστιανικό νέο θρησκευτικό κίνημα που βρίσκεται υπό απαγόρευση και διώκεται εδώ και δεκαετίες στην Κίνα.
Σύμφωνα με την οργάνωση, οι πιστοί που αναγνωρίζονται από τις κινεζικές Αρχές ως μέλη της συγκεκριμένης Εκκλησίας αντιμετωπίζουν βαριές ποινές φυλάκισης. Η απειλή, όμως, δεν σταματά όταν εγκαταλείπουν την Κίνα.
Παρακολούθηση αιτήσεων ασύλου στο εξωτερικό
Η CAP-LC υποστηρίζει ότι οι κινεζικές Αρχές παρακολουθούν, με νόμιμα αλλά και παράνομα μέσα, τις αιτήσεις ασύλου που καταθέτουν Κινέζοι πολίτες σε άλλες χώρες, καθώς και τη δραστηριότητά τους μετά την αναχώρησή τους.
Η υποβολή αίτησης ασύλου με επίκληση θρησκευτικής δίωξης φέρεται να αντιμετωπίζεται από το Πεκίνο ως πράξη δυσφήμησης της χώρας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ως προδοσία.
Κατά τη μη κυβερνητική οργάνωση, άτομα που επαναπατρίστηκαν στην Κίνα έχουν διωχθεί όχι μόνο για την προηγούμενη θρησκευτική δράση τους, αλλά και επειδή ζήτησαν άσυλο ή άσκησαν κριτική στις κινεζικές Αρχές όσο βρίσκονταν στο εξωτερικό.
Οι πράξεις αυτές μπορούν, σύμφωνα με την καταγγελία, να επιβαρύνουν τη θέση των κατηγορουμένων και να οδηγήσουν ακόμη και σε κατηγορίες περί εσχάτης προδοσίας, αδίκημα για το οποίο η κινεζική νομοθεσία προβλέπει ακόμη και θανατική ποινή.
«Υπαρκτός κίνδυνος βασανιστηρίων»
Η γραπτή παρέμβαση υπενθυμίζει απόφαση της Επιτροπής του ΟΗΕ κατά των Βασανιστηρίων, η οποία εκδόθηκε στις 27 Ιουλίου 2021.
Με βάση την απόφαση, πιστοί της Εκκλησίας του Παντοδύναμου Θεού που απελαύνονται στην Κίνα ενδέχεται να αντιμετωπίσουν συγκεκριμένο κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης.
Η CAP-LC επισημαίνει ότι ο κίνδυνος δεν εξαλείφεται ακόμη και όταν ο αιτών άσυλο έχει ζήσει για χρόνια στο εξωτερικό. Οι κινεζικές υπηρεσίες φέρεται να συνεχίζουν να συλλέγουν στοιχεία για μέλη της θρησκευτικής κοινότητας που διαμένουν σε ευρωπαϊκές και άλλες χώρες.
Ιστότοποι δημοσιεύουν φωτογραφίες και προσωπικά δεδομένα
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται σε δύο ιστοτόπους, τους Anti-Almighty God Alliance και Da Ai Wang, οι οποίοι έχουν δημοσιεύσει φωτογραφίες και προσωπικές πληροφορίες προσφύγων σε αρκετές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ιταλία.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, σύμφωνα με την καταγγελία, έχουν δημοσιευθεί ακόμη και στοιχεία προσφύγων που δεν ανήκουν στην Εκκλησία του Παντοδύναμου Θεού.
Η CAP-LC δηλώνει πεπεισμένη ότι οι δύο πλατφόρμες συνδέονται με κινεζικές υπηρεσίες πληροφοριών και μηχανισμούς προπαγάνδας. Η εκτίμησή της βασίζεται στη φρασεολογία των δημοσιευμάτων, στις ομοιότητες με το ύφος κρατικών κινεζικών πηγών και, κυρίως, στην πρόσβαση των ιστοτόπων σε απόρρητες πληροφορίες για αιτήσεις ασύλου.
Πρόκειται για στοιχεία τα οποία, όπως επισημαίνεται, δεν θα μπορούσαν υπό κανονικές συνθήκες να βρίσκονται στην κατοχή ιδιωτών.
Η δημοσιοποίηση φωτογραφιών και προσωπικών δεδομένων αποτελεί, κατά την οργάνωση, ένδειξη ότι οι πρόσφυγες έχουν ήδη ταυτοποιηθεί από τις κινεζικές Αρχές. Αυτό σημαίνει ότι, σε περίπτωση επιστροφής τους, κινδυνεύουν να κατηγορηθούν βάσει του άρθρου 300 του κινεζικού Ποινικού Κώδικα για συμμετοχή ή δραστηριοποίηση σε απαγορευμένη θρησκευτική οργάνωση που έχει χαρακτηριστεί xie jiao.
Πώς καταφέρνουν να εγκαταλείψουν την Κίνα
Η παρέμβαση επιχειρεί να απαντήσει και σε ένα επιχείρημα που χρησιμοποιείται σε ορισμένες διαδικασίες ασύλου: ότι ένας πραγματικά διωκόμενος πολίτης δεν θα μπορούσε να εγκαταλείψει νόμιμα την Κίνα, λόγω των εξελιγμένων συστημάτων επιτήρησης και αναγνώρισης προσώπου στα αεροδρόμια.
Η CAP-LC χαρακτηρίζει λανθασμένη την αντίληψη ότι οι κινεζικοί έλεγχοι είναι αλάνθαστοι και πλήρως διασυνδεδεμένοι.
Όπως αναφέρει, υπάρχουν διαφορετικές βάσεις δεδομένων σε επίπεδο πόλης, περιφέρειας, επαρχίας και κεντρικού κράτους, χωρίς όλες οι πληροφορίες να μεταφέρονται αυτομάτως ή σε πραγματικό χρόνο από τη μία βαθμίδα στην άλλη.
Αρκετοί πιστοί αναζητούνται αρχικά μόνο από τις τοπικές αστυνομικές υπηρεσίες και καταφέρνουν να αποφύγουν τη σύλληψη μετακινούμενοι σε άλλη περιοχή. Μόνο όταν εντοπιστούν εκ νέου, η έρευνα μπορεί να αποκτήσει διαπεριφερειακή ή εθνική διάσταση.
Από τις υποθέσεις που εξετάστηκαν προκύπτει, σύμφωνα με την CAP-LC, ότι ορισμένοι αιτούντες άσυλο κατάφεραν να αποκτήσουν διαβατήριο και να φύγουν μέσω προσωπικών διασυνδέσεων ή δωροδοκιών, προκειμένου να διαγραφούν ή να αποκρυφτούν πληροφορίες για τη θρησκευτική τους ταυτότητα και τους περιορισμούς εξόδου.
Η οργάνωση υποστηρίζει ακόμη ότι ευρωπαϊκές υπηρεσίες πληροφοριών έχουν διαπιστώσει πως οι κινεζικοί συνοριακοί έλεγχοι μπορούν να παρακαμφθούν, όπως συμβαίνει και με πρόσωπα του οργανωμένου εγκλήματος που καταφέρνουν να φθάσουν στην Ευρώπη με φαινομενικά νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα.
Πιέσεις στις οικογένειες
Οι κινεζικές Αρχές φέρεται να ταυτοποιούν και να παρακολουθούν μέλη της Εκκλησίας που διαμένουν στο εξωτερικό ήδη από το 2015.
Η συλλογή πληροφοριών πραγματοποιείται, σύμφωνα με την καταγγελία, μέσω του ελέγχου των αρχείων εξόδου, της ανάκρισης συγγενών που παραμένουν στην Κίνα και της διερεύνησης της χώρας στην οποία κατέφυγε κάθε πιστός.
Σε αρκετές περιπτώσεις, μέλη των οικογενειών δέχθηκαν πιέσεις για να επικοινωνήσουν με τους συγγενείς τους στο εξωτερικό και να τους πείσουν να επιστρέψουν.
Η CAP-LC υπογραμμίζει ότι το γεγονός πως κάποιος κατάφερε να φύγει από την Κίνα με έγκυρα έγγραφα δεν αποδεικνύει ότι δεν είχε διωχθεί ούτε ότι δεν κινδυνεύει στο μέλλον.
Έκκληση προς τις δημοκρατικές χώρες
Η γραπτή δήλωση καλεί τις δημοκρατικές κυβερνήσεις και τις αρμόδιες υπηρεσίες ασύλου να μην απορρίπτουν αιτήσεις αποκλειστικά και μόνο επειδή οι ενδιαφερόμενοι εγκατέλειψαν νόμιμα την Κίνα ή πέρασαν από τους ελέγχους ενός αεροδρομίου.
«Το γεγονός ότι ένας αιτών έφυγε από την Κίνα με νόμιμα έγγραφα ή πέρασε από τους συνοριακούς ελέγχους δεν αρκεί για να αποκλειστεί η προηγούμενη δίωξη ή ο κίνδυνος μελλοντικής δίωξης», είναι το βασικό συμπέρασμα της παρέμβασης.
Η CAP-LC ζητά να εξετάζεται ουσιαστικά κάθε υπόθεση και να αναγνωρίζεται η σοβαρότητα των κινδύνων που αντιμετωπίζουν τα μέλη της Εκκλησίας του Παντοδύναμου Θεού.
Όπως τονίζει, η χορήγηση ασύλου σε όσους κατάφεραν να διαφύγουν δεν αποτελεί απλώς διοικητική πράξη, αλλά υποχρέωση προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της θρησκευτικής ελευθερίας και της απαγόρευσης επαναπροώθησης ανθρώπων σε χώρες όπου κινδυνεύουν να υποστούν βασανιστήρια ή άλλες μορφές δίωξης.