Η περασμένη εβδομάδα ήταν από εκείνες που συμπυκνώνουν όλη την αντιφατική πραγματικότητα της σημερινής Γερμανίας. Η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης έδωσε ταυτόχρονα σημάδια αντοχής και σημάδια κόπωσης, αφήνοντας μια γλυκόπικρη γεύση σε αναλυτές, επιχειρήσεις και πολίτες.
Αφενώς, η είδηση που ξεχώρισε ήταν η απρόσμενα καλή πορεία του ΑΕΠ. Το δεύτερο τρίμηνο έκλεισε με ανάπτυξη 0,2%, νούμερο διπλάσιο από τις προβλέψεις που μιλούσαν για μόλις 0,1%. Είναι η τρίτη συνεχόμενη φορά που ο ρυθμός παραμένει θετικός, κάτι που δεν είχε συμβεί εδώ και αρκετό καιρό. Οι εξαγωγές έκαναν τη βαριά δουλειά, καλύπτοντας την αδυναμία της εγχώριας κατανάλωσης και των επενδύσεων.
Αφετέρου, το Ινστιτούτο Ifo βλέπει το επιχειρηματικό κλίμα να βελτιώνεται για τρίτο μήνα στη σειρά. Οι τιμές του πετρελαίου, παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, εξαιτίας της σύγκρουσης στο Ιράν, ενώ η στάθμη του Ρήνου πέφτει επικίνδυνα, απειλώντας να κοστίσει έως και 0,2% του ΑΕΠ μόνο το επόμενο τρίμηνο. Οι προβλέψεις για το 2026 παραμένουν χαμηλές, γύρω στο 0,5%, με όλες τις ελπίδες να μετατίθενται για το 2027, αλήθεια και το 2025 δεν ήλπιζαν για το 2026; Ρητορικό το ερώτημα εδώ.
Την ίδια ώρα όμως, η καθημερινότητα των ανθρώπων γίνεται πιο δύσκολη. Η ανεργία πέρασε ξανά το ψυχολογικό όριο των τριών εκατομμυρίων, αγγίζοντας τα 3,007 εκατομμύρια τον Ιούλιο. Το ποσοστό σκαρφάλωσε στο 6,4%, με 71.000 ανθρώπους να προστίθενται στις λίστες μέσα σε έναν μήνα. Μέρος της αύξησης οφείλεται στις καλοκαιρινές διακοπές και στη λήξη συμβάσεων, όμως η γενική τάση, όπως παραδέχθηκε η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Απασχόλησης, είναι καθοδική εδώ και μήνες. Το πιο ανησυχητικό στοιχείο αφορά τους νέους, οι θέσεις μαθητείας έπεσαν στο χαμηλότερο σημείο από το 2010, με 162.000 κενές μεν, αλλά 147.000 νέους να ψάχνουν ακόμη τον δρόμο τους. Επαγγέλματα όπως η εστίαση, η νοσηλευτική και οι κατασκευές κρατούν κάποιες ευκαιρίες ανοιχτές, ωστόσο το πρόβλημα είναι βαθύ, με την βαριά βιομηχανία να είναι ο μεγάλος ασθενής.
Στο μέτωπο της ακρίβειας, τα νέα ήταν εξίσου άσχημα. Ο πληθωρισμός αυξήθηκε στο 2,8% τον Ιούλιο, από 2,3% τον Ιούνιο, κυρίως επειδή τελείωσε η κρατική έκπτωση στα καύσιμα. Οι οδηγοί βλέπουν πλέον μόνιμα τιμές πάνω από τα δύο ευρώ το λίτρο, ενώ η ενέργεια συνολικά ακρίβυνε κατά 8,3% σε έναν χρόνο. Την ώρα που η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα φαίνεται έτοιμη να αυξήσει τα επιτόκια τον Σεπτέμβριο.
Λες και δεν έφταναν όλα αυτά, η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία, ο ιστορικός αιμοδότης της γερμανικής οικονομίας, συνεχίζει να ματώνει. Η BMW ανακοίνωσε 8.000 απολύσεις παγκοσμίως, με το μεγαλύτερο βάρος να πέφτει στη Γερμανία, ακολουθώντας το μονοπάτι που χάραξαν νωρίτερα οι Volkswagen, Mercedes, Audi και Porsche. Ο ανταγωνισμός από την Κίνα, οι δασμοί των ΗΠΑ και το βάρος των επενδύσεων στη νέα τεχνολογία συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα που πιέζει τα περιθώρια κέρδους.
Σε ένα εντελώς διαφορετικό πεδίο, η χώρα θρηνεί και τα θύματα των καυσώνων. Το Ινστιτούτο Robert Koch μέτρησε 9.800 θανάτους που σχετίζονται με τη ζέστη μέχρι τα μέσα Ιουλίου, αριθμός ρεκόρ από το 2016. Οι ηλικιωμένοι άνω των 85 ετών σήκωσαν το μεγαλύτερο βάρος, με 5.420 απώλειες. Η ζέστη σπάνια εμφανίζεται ως επίσημη αιτία θανάτου, όμως λειτουργεί ως ο καταλύτης που επιδεινώνει καρδιολογικά και αναπνευστικά νοσήματα.
Και τέλος, το πολιτικό σκηνικό. Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς βρέθηκε αντιμέτωπος με εσωκομματική γκρίνια στο CDU, με αφορμή τον χειρισμό της αποπομπής του υπουργού Μεταφορών Πάτρικ Σνίντερ. Στην εκτελεστική επιτροπή του κόμματος άκουσε κατά πρόσωπο ότι «ηγείται ενός κόμματος, όχι μιας εταιρείας», ενώ η κοινοβουλευτική ομάδα της Ρηνανίας-Παλατινάτου ακύρωσε συνάντηση μαζί του, κάνοντας λόγο για κλονισμένη εμπιστοσύνη. Ο ίδιος παραδέχθηκε το επικοινωνιακό φιάσκο, ο διάδοχος που είχε επιλέξει αρνήθηκε τη θέση και δήλωσε ότι ελπίζει σε εξομάλυνση μέχρι τον Σεπτέμβριο. Τον αν θα τα καταφέρει, μένει να φανεί.