Στο πολιτικό και στρατηγικό διακύβευμα της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου επικέντρωσε την παρέμβασή του στη «Ναυτεμπορική» ο Λάζαρος Καμπουρίδης. Όπως υποστήριξε, η υπόθεση υπερβαίνει την εκτέλεση ενός τεχνικού έργου, καθώς η Τουρκία επιδιώκει να εμφανίζεται ως αρμόδια να επιτρέπει ή να εμποδίζει δραστηριότητες σε θαλάσσιες περιοχές τις οποίες διεκδικεί μονομερώς.
Κατά την εκτίμησή του, η Αθήνα δεν μπορεί να θεωρεί ότι αποφεύγει τις συνέπειες μιας τέτοιας διαδικασίας επειδή η επικοινωνία με την Άγκυρα θα μπορούσε να γίνει από τρίτη χώρα ή από την εταιρεία του έργου.
Η παγίδα της αδειοδότησης
Ο κ. Καμπουρίδης απέρριψε τη λογική ότι ενδεχόμενη γαλλική προσφυγή στην Τουρκία για άδεια θα ήταν αδιάφορη για την Ελλάδα. Υποστήριξε ότι θα δημιουργούσε προηγούμενο το οποίο η Άγκυρα θα μπορούσε να επικαλείται και σε επόμενα έργα στην ίδια περιοχή.
«Είναι το ίδιο κακό», ανέφερε, εξηγώντας ότι το κρίσιμο στοιχείο είναι η αποδοχή στην πράξη ενός τουρκικού ρόλου αδειοδότησης. Επέκτεινε την προειδοποίησή του και στο ενδεχόμενο έγγραφης ενημέρωσης, εφόσον αυτή εντάσσεται στη διαδικασία που απαιτεί η τουρκική πλευρά.
Το επιχείρημά του αφορά τον κίνδυνο πολιτικού και διπλωματικού προηγουμένου. Δεν αποτελεί διαπίστωση ότι οποιαδήποτε τεχνική επικοινωνία συνεπάγεται αυτομάτως νομική αναγνώριση τουρκικής υφαλοκρηπίδας.
Στο νομικό σκέλος, κατηγόρησε την Άγκυρα για καταχρηστική επίκληση του Δικαίου της Θάλασσας και εξομοίωση καλωδίων και αγωγών. Το άρθρο 79 της Σύμβασης καλύπτει και τις δύο κατηγορίες, αλλά η παράγραφος 3 προβλέπει συναίνεση του παράκτιου κράτους ειδικά για τη χάραξη της πορείας των αγωγών. Παράλληλα, διατηρεί ειδικές προβλέψεις για καλώδια ή αγωγούς που εισέρχονται στην επικράτεια ή στην αιγιαλίτιδα ζώνη.
Η «Γαλάζια Πατρίδα» και η καταχώριση στον ΟΗΕ
Ο αναλυτής συνέδεσε την τουρκική στάση με το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019 και τις μονομερείς θέσεις της Άγκυρας για τις θαλάσσιες ζώνες. Όπως είπε, η Τουρκία επιχειρεί να παρουσιάζει την κατάθεση των διεκδικήσεών της σε διεθνείς οργανισμούς ως αποδοχή τους.
Επέμεινε ότι η καταχώριση μιας συμφωνίας ή η υποβολή θέσεων δεν ισοδυναμεί με αναγνώριση δικαιωμάτων. Η ίδια η Γραμματεία του ΟΗΕ διευκρινίζει ότι η καταχώριση συμφωνίας δεν αποτελεί κρίση για τη φύση της ούτε της προσδίδει καθεστώς που δεν διαθέτει ήδη.
Εκτίμησε, επίσης, ότι η έκβαση της υπόθεσης του καλωδίου θα μπορούσε να λειτουργήσει ως προθάλαμος για τη νομοθετική κατοχύρωση των τουρκικών διεκδικήσεων περί «Γαλάζιας Πατρίδας». Κατά την ανάλυσή του, η Άγκυρα παρακολουθεί τη στάση της Ελλάδας και των εμπλεκόμενων χωρών προκειμένου να καθορίσει τα επόμενα βήματά της.
Η Κάσος και τα μηνύματα της ελληνικής στάσης
Ιδιαίτερα επικριτικός εμφανίστηκε για τη διαχείριση της κρίσης στην Κάσο το 2024. Υποστήριξε ότι η διαφορά στην επιχειρησιακή παρουσία των δύο πλευρών ερμηνεύθηκε από την Τουρκία ως ένδειξη ελληνικής αδυναμίας.
Στο ίδιο πλαίσιο άσκησε κριτική στη Διακήρυξη των Αθηνών, θεωρώντας ότι η προσπάθεια αποφυγής εντάσεων περιόρισε την ελληνική αντίδραση και ενθάρρυνε την Άγκυρα να αυξήσει τις απαιτήσεις της.
Προειδοποίησε ότι η Ελλάδα κινδυνεύει να αντιμετωπίζει κάθε νέα τουρκική αντίδραση ως πρόσθετο, άτυπο casus belli. Ζήτησε να συνδυαστούν η διπλωματική επιχειρηματολογία και οι συμμαχίες με έμπρακτη αποτρεπτική παρουσία.
Υπογράμμισε ότι οι στρατιωτικοί γνωρίζουν τις συνέπειες του πολέμου και γι’ αυτό επιθυμούν την ειρήνη. Κατά τη θέση του, όμως, η διατήρησή της απαιτεί αξιοπιστία στην υπεράσπιση των ελληνικών δικαιωμάτων.
Ανάλογη ανάγκη σαφούς αντίδρασης εντόπισε στις καταγγελίες για δραστηριότητα τουρκικών αλιευτικών στα ελληνικά χωρικά ύδατα.
Διαχρονική στρατηγική πίσω από την τουρκική ρητορική
Ο κ. Καμπουρίδης υποστήριξε ότι η τουρκική πολιτική δεν πρέπει να ερμηνεύεται αποκλειστικά μέσα από τις εσωτερικές εκλογικές σκοπιμότητες. Κατά την εκτίμησή του, υπάρχει διαχρονική στρατηγική, ενώ τα κόμματα συχνά υπερθεματίζουν στα εθνικά ζητήματα.
Για τον ρόλο των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων, σημείωσε ότι η επιβολή του Ερντογάν στη στρατιωτική ηγεσία δεν σημαίνει απομάκρυνση του στρατιωτικού παράγοντα από την εξωτερική πολιτική. Αντιθέτως, τον περιέγραψε ως βασικό μοχλό εφαρμογής των επιλογών της πολιτικής ηγεσίας.
Έτσι ερμήνευσε και τις παρεμβάσεις του τουρκικού υπουργείου Άμυνας σε διπλωματικά ζητήματα: ως υπενθύμιση της στρατιωτικής ισχύος που συνοδεύει τις τουρκικές απαιτήσεις.
Θετική η παρουσίαση των ελληνικών θέσεων με χάρτη
Παρά την κριτική του, αξιολόγησε θετικά την παρουσίαση χάρτη από τον Έλληνα πρωθυπουργό για την ανάδειξη των τουρκικών αξιώσεων. Υποστήριξε ότι η Ελλάδα όφειλε να χρησιμοποιεί συστηματικότερα την οπτική τεκμηρίωση και τη διεθνή επικοινωνία ήδη από την υπογραφή του τουρκολιβυκού μνημονίου.
Απέδωσε, ακόμη, τη διεθνή κινητοποίηση που περιέγραψε γύρω από το μνημόνιο στην εντονότερη ελληνική αντίδραση. Διατύπωσε παράλληλα επικρίσεις για τη στάση του Αντόνιο Γκουτέρες, θεωρώντας ότι οι παρεμβάσεις του δεν υπήρξαν σταθερά ισορροπημένες έναντι της Ελλάδας και της Τουρκίας.
Αξιοποίηση των σχέσεων με Ισραήλ, Αίγυπτο και αραβικές χώρες
Στο περιφερειακό επίπεδο, εκτίμησε ότι η τουρκική πολιτική προκαλεί αντιδράσεις πέρα από την Ελλάδα και την Κύπρο. Έδωσε έμφαση στην Αίγυπτο, στο Ισραήλ και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, υποστηρίζοντας ότι οι συγκλίσεις συμφερόντων προσφέρουν περιθώρια ενεργότερης ελληνικής διπλωματίας.
Πρότεινε περισσότερες κοινές ασκήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο, με το Ισραήλ, την Αίγυπτο, την Ινδία και άλλους εταίρους. Για τη σχέση με το Ισραήλ, ανέδειξε τόσο τη στρατηγική συνεργασία όσο και την πρόσβαση σε τεχνολογία.
Ως προς τη συνεργασία Τουρκίας–Σαουδικής Αραβίας–Πακιστάν, την οποία η συζήτηση περιέγραψε ως «Συμφωνία της Μέκκας», εκτίμησε ότι η Άγκυρα επιδιώκει να τη χρησιμοποιήσει απέναντι στο Ισραήλ. Ταυτόχρονα, επισήμανε διαφοροποιήσεις μεταξύ των συμμετεχόντων και επικαλέστηκε σαουδαραβική ανακοίνωση για επαφές στην Τεχεράνη, στην οποία, όπως είπε, δεν αναφερόταν η Τουρκία.
Στην παρέμβασή του διατύπωσε επίσης τον ισχυρισμό ότι τα Εμιράτα χρηματοδότησαν την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016 στην Τουρκία. Πρόκειται για σοβαρή καταγγελία, για την οποία δεν παρουσίασε τεκμήρια στη συγκεκριμένη συνέντευξη, και δεν αντιμετωπίζεται εδώ ως εξακριβωμένο γεγονός.
Ο IMEC και ο ανταγωνισμός των διαδρόμων
Κλείνοντας, συνέδεσε τις τουρκικές κινήσεις με τον ανταγωνισμό για τους εμπορικούς, ενεργειακούς και ψηφιακούς διαδρόμους. Περιέγραψε τον IMEC ως σχέδιο ευρύτερης στρατηγικής σημασίας, υποστηρίζοντας ότι η Άγκυρα ανησυχεί για την παράκαμψή της.
Στο πλαίσιο αυτό ενέταξε την προώθηση της διαδρομής από τον Περσικό Κόλπο προς την Τουρκία και την Ευρώπη, αλλά και τις τουρκικές προσπάθειες προσέγγισης ευρωπαϊκών χωρών.
Η πρότασή του προς την Αθήνα ήταν ενεργότερη εξωτερική πολιτική, σαφείς δημόσιες θέσεις και αξιοποίηση των σχέσεων με κράτη που έχουν κοινά συμφέροντα με την Ελλάδα. Κατά τον ίδιο, η επιλογή της χαμηλής ορατότητας αφήνει στην Τουρκία χώρο να προωθεί τις επιδιώξεις της.