Τον κίνδυνο να μετατραπούν οι τουρκικές διεκδικήσεις σε τετελεσμένα, εφόσον δεν συναντήσουν ουσιαστική ελληνική αντίδραση, υπογράμμισε ο Κωνσταντίνος Γρίβας στη συνέντευξή του στον Νίκο Παπαδάτο για το Diplomatic Front. Ο καθηγητής Γεωπολιτικής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων συνέδεσε την ασφάλεια της Ελλάδας με τις ανατροπές στο διεθνές σύστημα, ασκώντας κριτική στην αναμονή εξωτερικής προστασίας και στην αντιμετώπιση των τουρκικών αξιώσεων ως απλής ρητορικής.
Στον πυρήνα της παρέμβασής του βρίσκεται η θέση ότι η χώρα χρειάζεται δική της στρατηγική, με κριτήριο την εθνική ανεξαρτησία, την αποτρεπτική ισχύ και τη διατήρηση της συνοχής της. Οι συνεργασίες με τρίτες χώρες, κατά τον ίδιο, αποκτούν ουσία όταν στηρίζονται στην ελληνική αποφασιστικότητα και σε συγκεκριμένες συγκλίσεις συμφερόντων.
Η «Γαλάζια Πατρίδα» και το «αντίστροφο 1821»
Ο Κωνσταντίνος Γρίβας περιέγραψε την τουρκική πολιτική ως διαρκή υβριδικό πόλεμο, ήπιο ως προς τα χρησιμοποιούμενα μέσα, αλλά ολοκληρωτικό ως προς την επιδίωξή του. Κατά την εκτίμησή του, ο μεσοπρόθεσμος στόχος της Άγκυρας είναι να μετατρέψει το Αιγαίο σε χώρο συγκυριαρχίας και να περιορίσει καθοριστικά την ελληνική γεωπολιτική αυτονομία.
Σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου, χρησιμοποίησε τη διατύπωση «αντίστροφο 1821» για να περιγράψει τον κίνδυνο άτυπης υπαγωγής της Ελλάδας στην τουρκική επιρροή. Διευκρίνισε ότι δεν αναφέρεται αναγκαστικά σε στρατιωτική κατοχή, αλλά σε μια κατάσταση στην οποία η Αθήνα θα αδυνατεί να αναλάβει πρωτοβουλίες χωρίς την έγκριση της Άγκυρας.
Το ζήτημα, υποστήριξε, υπερβαίνει τη διαφορά για επιμέρους κυριαρχικά δικαιώματα: αφορά τη συνοχή της χώρας και τη δυνατότητά της να λειτουργεί ως ανεξάρτητο κράτος.
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο και η παγίδα της αδράνειας
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ελληνική αντιμετώπιση του τουρκολιβυκού μνημονίου και των ευρύτερων θαλάσσιων διεκδικήσεων της Τουρκίας. Απέρριψε ως ανεπαρκή τη λογική ότι η Αθήνα μπορεί να τις παρακάμπτει επειδή δεν παράγουν νόμιμα αποτελέσματα.
Η προειδοποίησή του αφορά τη διαφορά ανάμεσα στη νομική απόρριψη μιας αξίωσης και στην αποτροπή της πρακτικής επιβολής της. Κατά την ανάλυσή του, η συστηματική προβολή διεκδικήσεων μπορεί, εφόσον δεν αντιμετωπιστεί, να δημιουργήσει υπόβαθρο τετελεσμένων και να αξιοποιηθεί μέσα σε μεταβαλλόμενους διεθνείς συσχετισμούς.
Για να εξηγήσει τη θέση του, αναφέρθηκε στην ιστορική διαμόρφωση των θαλάσσιων ζωνών: από τον κανόνα της βολής του πυροβόλου και τις πρώιμες αντιλήψεις για τα χωρικά ύδατα έως τις μεταπολεμικές διεκδικήσεις για την υφαλοκρηπίδα, τις πρωτοβουλίες λατινοαμερικανικών κρατών, την Ινδονησία και τις συγκρούσεις της Ισλανδίας για την αλιεία.
Μέσα από αυτά τα παραδείγματα ανέδειξε τη δική του ανάγνωση για την αλληλεπίδραση δικαίου, κρατικών αξιώσεων και ισχύος. Παράλληλα, ενέταξε τη «Γαλάζια Πατρίδα» σε μια ευρύτερη τάση αντιμετώπισης θαλάσσιων ζωνών ως προέκτασης εθνικού εδάφους, προειδοποιώντας για τις συνέπειες που θα είχε η επικράτηση τέτοιων αντιλήψεων για τα ελληνικά νησιά.
Το καλώδιο και η προειδοποίηση για τουρκική έγκριση
Απαντώντας σε ερώτηση του Νίκου Παπαδάτου για το καλώδιο και την αναφορά σε ενδεχόμενη γαλλική μεσολάβηση, ο Γρίβας εξέφρασε έντονη αντίθεση σε οποιαδήποτε διαδικασία θα μπορούσε, κατά την κρίση του, να εκληφθεί ως αποδοχή τουρκικού δικαιώματος έγκρισης.
Υποστήριξε ότι ακόμη και μια ενέργεια που παρουσιάζεται ως απλή ενημέρωση, πολύ περισσότερο όταν η Ελλάδα αποσύρεται από το προσκήνιο και αναθέτει σε τρίτους τη συνεννόηση, μπορεί να ενισχύσει τις τουρκικές θέσεις. Χαρακτήρισε μια τέτοια εξέλιξη «τεράστιο αυτογκόλ».
Η τοποθέτησή του αφορά τους κινδύνους ενός τέτοιου χειρισμού. Από τη συνέντευξη δεν προκύπτει επιβεβαίωση ότι έχει ήδη συμφωνηθεί συγκεκριμένη διαδικασία μεσολάβησης ή ενημέρωσης της Τουρκίας.
Το υποθετικό σενάριο Τουρκίας–Αιγύπτου
Ο δημοσιογράφος έθεσε επίσης το υποθετικό ενδεχόμενο συμφωνίας θαλάσσιας οριοθέτησης μεταξύ Τουρκίας και Αιγύπτου. Ο Γρίβας το αντιμετώπισε ως εξαιρετικά δυσμενές σενάριο για τα ελληνικά συμφέροντα, τονίζοντας ότι τα κενά που αφήνει μια χώρα μπορούν να καλυφθούν από άλλους περιφερειακούς παράγοντες.
Κατά τη συλλογιστική του, η Αίγυπτος δεν έχει λόγο να προσανατολιστεί υποχρεωτικά προς την Τουρκία, αλλά ούτε να αναμένει επ’ αόριστον ελληνικές πρωτοβουλίες. Το ίδιο σκεπτικό επέκτεινε και στο Ισραήλ: εάν οι εταίροι θεωρήσουν ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να στηρίξει μια συνεργασία, θα αναζητήσουν άλλες διευθετήσεις.
Ο ίδιος διευκρίνισε ότι δεν είναι ειδικός στο διεθνές δίκαιο. Η απάντησή του αφορούσε τις στρατηγικές συνέπειες του υποθετικού σεναρίου και δεν συνιστούσε παρουσίαση κάποιας ολοκληρωμένης συμφωνίας.
Το Ισραήλ και η αναμονή του ξένου παράγοντα
Ο καθηγητής άσκησε κριτική στην προσδοκία ότι ένας ισχυρός εξωτερικός παράγοντας θα αναλάβει να λύσει τα ελληνικά προβλήματα. Ειδικά για το Ισραήλ, υποστήριξε ότι η Αθήνα δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένο πως θα πολεμήσει για λογαριασμό της.
Αναγνώρισε, ωστόσο, ότι η ανάδειξη μιας υπερβολικά ισχυρής Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο δημιουργεί αντιθέσεις συμφερόντων και για άλλες χώρες. Αυτές οι συγκλίσεις, κατά τον ίδιο, πρέπει να αξιοποιούνται με ρεαλισμό, χωρίς να μετατρέπονται σε βεβαιότητα εξωτερικής διάσωσης ή σε υπόθεση ότι οι σημερινές αντιπαραθέσεις θα παραμείνουν αμετάβλητες.
Στο ίδιο πλαίσιο επέκρινε την πορεία των ελληνικών σχέσεων με τη Ρωσία και την Κίνα, θεωρώντας ότι ο περιορισμός των διαύλων με μεγάλες δυνάμεις στενεύει τα περιθώρια ελιγμών της χώρας. Υποστήριξε ότι η Ελλάδα μπορεί να αναζητά συνέργειες με τις ΗΠΑ, την Κίνα, την Ινδία και άλλους παράγοντες, με αφετηρία την υπεράσπιση των δικών της συμφερόντων.
Ευρώπη, Ουκρανία και πυρηνική κλιμάκωση
Στο διεθνές σκέλος της συζήτησης, ο Γρίβας περιέγραψε ένα σύστημα πολύ πιο σύνθετο από την παραδοσιακή αντιπαράθεση σταθερών στρατοπέδων. Εκτίμησε ότι ΗΠΑ, Ρωσία και Κίνα συνδυάζουν τον ανταγωνισμό με επιμέρους συνεργασίες, ενώ η Δυτική Ευρώπη δυσκολεύεται να προσαρμοστεί.
Άσκησε οξεία κριτική στην ευρωπαϊκή στρατηγική απέναντι στη Ρωσία. Υποστήριξε ότι η δυνατότητα της Μόσχας να απειλήσει στρατιωτικά τη Δυτική Ευρώπη είναι εξαιρετικά περιορισμένη και ότι η ενεργειακή απομάκρυνση από τη Ρωσία επιβαρύνει την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα. Παράλληλα, περιέγραψε τις ΗΠΑ ως οικονομικό ανταγωνιστή της Ευρώπης που επιδιώκει την ανασυγκρότηση της δικής του βιομηχανικής βάσης.
Προειδοποίησε ακόμη ότι η πυρηνική κλιμάκωση μπορεί να προκύψει μέσα από αλληλουχία αποφάσεων και αντιδράσεων. Αναφέρθηκε σε υποθετικά σενάρια χρήσης πυρηνικών στο Διάστημα ή σε μεγάλο υψόμετρο, επισημαίνοντας ότι ακόμη και μια αρχικά περιορισμένη χρήση θα μπορούσε να ανοίξει επικίνδυνη αλυσίδα εξελίξεων.
Για τον λόγο αυτό χαρακτήρισε εξαιρετικά επικίνδυνη μια άμεση στρατιωτική εμπλοκή ευρωπαϊκών χωρών ή του ΝΑΤΟ με τη Ρωσία, ενώ επέκρινε το επίπεδο γνώσης και προετοιμασίας των σημερινών ηγεσιών απέναντι σε τέτοιους κινδύνους.
Ιράν, Χούθι και τα όρια της στρατιωτικής υπεροχής
Αναφερόμενος στη Μέση Ανατολή, υποστήριξε ότι η κατοχή προηγμένων οπλικών συστημάτων δεν εξασφαλίζει από μόνη της την επίτευξη πολιτικών και στρατιωτικών στόχων. Στην ανάλυσή του για το Ιράν και τους Χούθι, έδωσε βάρος στις υπόγειες υποδομές, στις ασύμμετρες δυνατότητες και στην ανθεκτικότητα απέναντι σε ισχυρότερους αντιπάλους.
Συνέδεσε το ζήτημα με την παραγωγή πυρομαχικών και τη δυνατότητα αναπλήρωσης των απωλειών. Εκτίμησε ότι οι περιορισμοί αυτοί αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για τις ΗΠΑ σε μια ενδεχόμενη αντιπαράθεση με την Κίνα κοντά στην κινεζική περιφέρεια.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι οι δυτικοί χειρισμοί στην Ουκρανία και στη Γάζα, καθώς και η αντίληψη περί διπλών μέτρων, ενισχύουν την αποστασιοποίηση χωρών του Παγκόσμιου Νότου. Περιέγραψε την ανάδειξη των BRICS+ και άλλων σχημάτων ως μέρος της μετάβασης προς έναν «μεταδυτικό κόσμο».
Καλή γειτονία με εγκατάλειψη των διεκδικήσεων
Κλείνοντας, ο Γρίβας διευκρίνισε ότι επιθυμητός στόχος είναι ένα ειρηνικό περιφερειακό περιβάλλον. Υποστήριξε ότι η Τουρκία μπορεί να αναπτύξει τον ρόλο της ως ευρασιατική δύναμη χωρίς να επιδιώκει κυριαρχία στο Αιγαίο και ότι η εγκατάλειψη αυτής της επιδίωξης θα επέτρεπε σχέσεις καλής γειτονίας.
Μέχρι τότε, επέμεινε στην ανάγκη ελληνικής αντίδρασης, προειδοποιώντας ότι η συσσώρευση υποχωρήσεων μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο πολέμου. Όπως συνόψισε τη θέση του: «Δεν μπορούμε να έχουμε απόλυτες απαντήσεις στη σημερινή τρομακτικά ρευστή πραγματικότητα, αλλά μπορούμε να έχουμε απόλυτα κριτήρια». Πρώτο κριτήριο, για τον ίδιο, είναι η χώρα.