Η εκλογική αναμέτρηση της Τρίτης 3 Νοεμβρίου εξελίχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες πολιτικές δοκιμασίες της δεύτερης προεδρικής θητείας του Ντόναλντ Τραμπ. Οι Ρεπουμπλικανοί εισήλθαν στις εκλογές ελέγχοντας και τα δύο σώματα του Κογκρέσου, αλλά βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα κύμα δυσαρέσκειας που επεκτάθηκε ακόμη και σε παραδοσιακά συντηρητικές πολιτείες.
Σύμφωνα με τις προβολές των Associated Press, Reuters και μεγάλων αμερικανικών τηλεοπτικών δικτύων, οι Δημοκρατικοί εξασφάλισαν τις αναγκαίες έδρες για να ανακτήσουν την πλειοψηφία και στα δύο νομοθετικά σώματα. Η καταμέτρηση συνεχιζόταν σε ορισμένες εκλογικές περιφέρειες, επομένως η τελική αριθμητική κατανομή των εδρών δεν είχε ακόμη οριστικοποιηθεί.
Ανατροπή στη Γερουσία – Έπεσαν τα ρεπουμπλικανικά προπύργια
Οι μεγαλύτερες εκπλήξεις σημειώθηκαν στις εκλογές για τη Γερουσία, όπου οι Δημοκρατικοί κέρδισαν κρίσιμες έδρες σε πολιτείες που θεωρούνταν επί χρόνια ισχυρά προπύργια των Ρεπουμπλικανών.
Στο Τέξας, ο Δημοκρατικός Τζέιμς Ταλαρίκο επικράτησε του Ρεπουμπλικανού Κεν Πάξτον, τον οποίο είχε υποστηρίξει ο Τραμπ. Η ανατροπή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς πρόκειται για την πρώτη νίκη Δημοκρατικού σε εκλογή για τη Γερουσία στην πολιτεία εδώ και 38 χρόνια.
Στη Νότια Καρολίνα, η παιδίατρος Άνι Άντριους νίκησε τη Ρεπουμπλικανή Νταρλίν Γκράχαμ, παρά την υποστήριξη που είχε προσφέρει στην τελευταία ο Αμερικανός πρόεδρος.
Αντίστοιχα, στη Βόρεια Καρολίνα, ο πρώην κυβερνήτης Ρόι Κούπερ επικράτησε του Μάικλ Γουάτλι, στενού συμμάχου του Τραμπ.
Στο Οχάιο, ο Δημοκρατικός Σέροντ Μπράουν επέστρεψε στη Γερουσία, νικώντας τον Ρεπουμπλικανό Τζον Χάστεντ, ενώ στο Κάνσας ο Άνταμ Χάμιλτον επικράτησε του Ρότζερ Μάρσαλ, πετυχαίνοντας μια ιστορική νίκη για τους Δημοκρατικούς στην πολιτεία.
Παράλληλα, οι Δημοκρατικοί διατήρησαν σημαντικές έδρες, όπως εκείνη του Τζον Όσοφ στην Τζόρτζια.
Οι Δημοκρατικοί κατακτούν τη Βουλή των Αντιπροσώπων
Η νίκη στη Γερουσία συνοδεύτηκε από την επικράτηση των Δημοκρατικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων, όπου απαιτούνται 218 από τις συνολικά 435 έδρες για τον σχηματισμό πλειοψηφίας.
Οι Ρεπουμπλικανοί έχασαν περιφέρειες στην Πενσιλβάνια, στο Κεντάκι, στη Βόρεια Καρολίνα και σε άλλες πολιτείες, ενώ οι Δημοκρατικοί εμφάνισαν αξιοσημείωτη αντοχή ακόμη και σε περιοχές όπου είχαν προηγηθεί αλλαγές των εκλογικών ορίων υπέρ των αντιπάλων τους.
Η εξέλιξη αυτή ανοίγει τον δρόμο στον Χακίμ Τζέφρις να αναλάβει την προεδρία της Βουλής, με προοπτική να γίνει ο πρώτος Αφροαμερικανός που θα καταλάβει το συγκεκριμένο αξίωμα.
Σημαντικές επιτυχίες σημείωσαν οι Δημοκρατικοί και στις εκλογές κυβερνητών. Στο Τέξας, η Τζίνα Ινοχόσα νίκησε τον επί σειρά ετών Ρεπουμπλικανό κυβερνήτη Γκρεγκ Άμποτ, τερματίζοντας μια μακρά περίοδο κυριαρχίας του κόμματος στην πολιτεία.
Τραμπ: «Αν ήμουν υποψήφιος, θα είχαμε κερδίσει σαρωτικά»
Η αντίδραση του Ντόναλντ Τραμπ ήταν χαρακτηριστική της προσπάθειάς του να αποστασιοποιηθεί από το εκλογικό αποτέλεσμα.
Με ανάρτησή του στο Truth Social, ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε:
«Δεν ήμουν στο ψηφοδέλτιο και, αν ήμουν, θα είχαμε κερδίσει με σαρωτική διαφορά».
Ωστόσο, σε τηλεφωνική επικοινωνία με το CBS News, υιοθέτησε συμφιλιωτικότερο τόνο:
«Συγχαρητήρια στους Δημοκρατικούς. Ανυπομονώ να συνεργαστούμε για το καλό της χώρας μας».
Ο Τραμπ επέμεινε ότι ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί υποψήφιοι δεν κατάφεραν να κινητοποιήσουν την εκλογική βάση του κόμματος.
Σε συνέντευξή του στους New York Times, δήλωσε απολύτως πρόθυμος να αποδεχθεί τα αποτελέσματα, προσθέτοντας ότι θα επιδιώξει συνεννόηση με τους Δημοκρατικούς.
Οι δηλώσεις αυτές έρχονται σε αντίθεση με προηγούμενες προειδοποιήσεις του ότι θα χρησιμοποιούσε εκτεταμένα το προεδρικό βέτο απέναντι σε νομοθετικές πρωτοβουλίες της αντιπολίτευσης.
Δημοκρατικοί: «Οι Αμερικανοί άλλαξαν την πορεία της χώρας»
Στο στρατόπεδο των Δημοκρατικών επικράτησε πανηγυρικό κλίμα.
Ο επικεφαλής τους στη Βουλή, Χακίμ Τζέφρις, χαρακτήρισε το κίνημα MAGA του Τραμπ πολιτικά αποδυναμωμένο σε ολόκληρη τη χώρα.
Η πρώην πρόεδρος της Βουλής, Νάνσι Πελόζι, δήλωσε:
«Απόψε, ο αμερικανικός λαός άλλαξε την πορεία της χώρας μας».
Σύμφωνα με την Πελόζι, οι ψηφοφόροι έβαλαν τέλος στο μονοπώλιο εξουσίας των Ρεπουμπλικανών στην Ουάσιγκτον, επαναφέροντας έναν θεσμικό μηχανισμό ελέγχου της προεδρικής εξουσίας.
Από την Τζόρτζια, ο επανεκλεγείς γερουσιαστής Τζον Όσοφ χαρακτήρισε τον Τραμπ πολιτικά αποδυναμωμένο πρόεδρο, υποστηρίζοντας ότι το εκλογικό αποτέλεσμα δημιουργεί νέες προοπτικές για τη χώρα.
Ρεπουμπλικανοί: Προβληματισμός και αναζήτηση ευθυνών
Η ήττα προκάλεσε έντονες συζητήσεις στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.
Ο πρόεδρος της Βουλής, Μάικ Τζόνσον, αναγνώρισε την αρνητική εξέλιξη, επικαλούμενος την ιστορική δυσκολία που αντιμετωπίζει το κόμμα του εκάστοτε προέδρου στις ενδιάμεσες εκλογές.
«Γνωρίζαμε ότι για να διατηρήσουμε την πλειοψηφία θα έπρεπε να ανατρέψουμε περισσότερο από έναν αιώνα εκλογικής ιστορίας», ανέφερε.
Παράλληλα, διαβεβαίωσε ότι οι Ρεπουμπλικανοί δεν πρόκειται να εγκαταλείψουν την πολιτική τους ατζέντα.
«Δεν θα μας αποθαρρύνει το αποτέλεσμα μίας εκλογικής αναμέτρησης», τόνισε, θέτοντας ως στόχο την ανάκτηση της Βουλής το 2028.
Στο εσωτερικό του κόμματος, πάντως, έχουν ήδη εκδηλωθεί αντιδράσεις για την επιλογή υποψηφίων και την αποτελεσματικότητα της προεκλογικής στρατηγικής.
Ακρίβεια, οικονομία και πόλεμος με το Ιράν έκριναν την αναμέτρηση
Οι μετεκλογικές έρευνες καταγράφουν τη μεγάλη σημασία της οικονομίας στη συμπεριφορά των ψηφοφόρων.
Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το Reuters, σχεδόν εννέα στους δέκα ψηφοφόρους θεωρούσαν το κόστος ζωής σημαντικό παράγοντα στην απόφασή τους, ενώ περίπου τα δύο τρίτα απέδιδαν στον Τραμπ ευθύνη για τις υψηλές τιμές.
Ο πόλεμος με το Ιράν και οι επιπτώσεις του στις τιμές των καυσίμων ενίσχυσαν τη δυσαρέσκεια.
Παράλληλα, καταγράφηκε υποχώρηση της ρεπουμπλικανικής υποστήριξης σε τμήματα του ισπανόφωνου πληθυσμού, των νεότερων ψηφοφόρων και των Αφροαμερικανών ανδρών.
Το αποτέλεσμα δείχνει ότι οι Δημοκρατικοί κατάφεραν να μετατρέψουν την οικονομική δυσαρέσκεια σε εκλογικά κέρδη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχουν εξασφαλίσει μακροπρόθεσμη πολιτική υπεροχή.
Τι αλλάζει στην Ουάσιγκτον
Η νέα σύνθεση του Κογκρέσου, που θα αναλάβει καθήκοντα τον Ιανουάριο του 2027, δημιουργεί διαφορετικές πολιτικές συνθήκες για τα δύο τελευταία χρόνια της προεδρίας Τραμπ.
Με τους Δημοκρατικούς να ελέγχουν και τα δύο σώματα, ο Λευκός Οίκος θα αντιμετωπίσει σημαντικότερες δυσκολίες στην προώθηση νομοθετικών πρωτοβουλιών, ενώ οι επιτροπές του Κογκρέσου θα μπορούν να εντείνουν τον κοινοβουλευτικό έλεγχο της κυβέρνησης.
Ο πρόεδρος διατηρεί, ωστόσο, τις συνταγματικές του αρμοδιότητες, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος άσκησης βέτο.
Το αποτέλεσμα της 3ης Νοεμβρίου δεν αλλάζει τον ένοικο του Λευκού Οίκου. Αλλάζει, όμως, τον συσχετισμό δυνάμεων στην αμερικανική πρωτεύουσα και υποχρεώνει Ρεπουμπλικανούς και Δημοκρατικούς να επαναπροσδιορίσουν τη στρατηγική τους ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028.