Οι πρόσφατες αντιδράσεις γύρω από την ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν «Οδύσσεια» προκάλεσαν έντονες διαμάχες ανάμεσα στο κοινό και τους κριτικούς κινηματογράφου. Αν και δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο —καθώς συχνά βλέπουμε την έβδομη τέχνη να προσεγγίζει με διαφορετικό τρόπο την πολιτισμική κληρονομιά ή ένα ιστορικό γεγονός— υπάρχει μια βαθύτερη πτυχή που παραμένει λιγότερο γνωστή: ο κινηματογράφος ως εργαλείο γεωπολιτικής επιρροής.
Η έννοια της Ήπιας Ισχύος (Soft Power)
Ο όρος ήπια ισχύς (soft power) χρησιμοποιείται για να περιγράψει την ικανότητα επηρεασμού άλλων δρώντων μέσω της έλξης και της πειθούς, αντί της χρήσης στρατιωτικής βίας (hard power) ή οικονομικών καταναγκασμών. Βασικοί πυλώνες της είναι ο πολιτισμός, οι πολιτικές αξίες και η εξωτερική πολιτική (Nye, Jr., Joseph S., “Soft Power and Public Diplomacy Revisited”, The Hague Journal of Diplomacy 14, 2019, σ. 1-14).
Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Harvard, Joseph S. Nye, Jr., ήταν ο πρώτος που εισήγαγε τον όρο το 1990, αναλύοντάς τον διεξοδικά στο βιβλίο του Soft Power: The Means to Success in World Politics (2004). Η ήπια ισχύς ασκείται κυρίως στους εξής τομείς:
-
Πολιτισμός
-
Πολιτικό σύστημα και αξίες
-
Διπλωματία
-
Εκπαίδευση και επιστήμη
-
Τεχνολογία και καινοτομία
-
Μέσα ενημέρωσης και ψηφιακή παρουσία
Οι Πρωτοπόροι της Κινηματογραφικής Προπαγάνδας
Παρότι ο όρος αυτός εμφανίζεται σχετικά πρόσφατα στη γεωπολιτική ορολογία, η εργαλειοποίηση της ήπιας ισχύος μέσω του κινηματογράφου ξεκινά από τις αρχές του 20ού αιώνα — μόλις τρεις δεκαετίες μετά τη γέννηση της κινούμενης εικόνας.
Μία από τις πιο αμφιλεγόμενες ταινίες στην ιστορία του σινεμά είναι το «Η Γέννηση ενός Έθνους» (The Birth of a Nation, 1915) του D.W. Griffith. Αν και θεωρήθηκε τεχνολογικά πρωτοποριακή για τις τεχνικές σκηνοθεσίας και μοντάζ, παρουσίασε την περίοδο της Ανασυγκρότησης (Reconstruction) μετά τον Αμερικανικό Εμφύλιο με έκδηλες ιστορικές ανακρίβειες. Το ρατσιστικό της περιεχόμενο εξύμνησε τη δράση της Ku Klux Klan. Αν η ταινία βασίστηκε στο μυθιστόρημα The Clansman του Thomas Dixon Jr η ταινια υπηρξε καταλυτης, συμβάλλοντας αισθητα στην πραγματική αναβίωση της οργάνωσης στις ΗΠΑ την ίδια χρονιά (Steven Mintz, “Historical Context: Birth of a Nation”, The Gilder Lehrman Institute of American History )
Παρότι πολλοί θεωρούν ότι οι ΗΠΑ κατέχουν το μονοπώλιο στην εργαλειοποίηση της εικόνας, οι Σοβιετικοί κατανόησαν εξίσου νωρίς ότι σε μια κοινωνία με υψηλά ποσοστά αναλφαβητισμού, η εικόνα συνιστά το ισχυρότερο όπλο ιδεολογικής επιρροής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ταινία «Θωρηκτό Ποτέμκιν» (1925) του Σεργκέι Αϊζενστάιν, η οποία με την τεχνική του μοντάζ καθήλωσε το παγκόσμιο κοινό (προκαλώντας ακόμη και τον θαυμασμό του Γιόζεφ Γκαίμπελς για τη δυναμική της).
Η οργανική σχέση της Σοβιετικής Ένωσης με τη δύναμη του κινηματογράφου αποτυπώνεται ζωντανά στη διάσημη αποστροφή που αποδίδεται στον Βλαντίμιρ Λένιν: «Από όλες τις τέχνες, για εμάς ο κινηματογράφος είναι η πιο σημαντική» (Β.Ι. Λένιν, Άπαντα, 5η Έκδοση, Τόμος 44, σελ. 579).
Ο Ψυχρός Πόλεμος, το Χόλυγουντ και η Κρατική Υποστήριξη
Παρόλο που οι δεκαετίες του 1920 και του 1930 έθεσαν τις βάσεις, η περίοδος του Ψυχρού Πολέμου ήταν εκείνη που διαμόρφωσε οριστικά τον γεωπολιτικό κινηματογράφο. Το μοντέλο του Χόλυγουντ δεν σχεδιάστηκε κρυφά σε κάποιο σκοτεινό υπόγειο υπουργείου, αλλά εφαρμόστηκε οργανικά μέσα από τη συνεργασία της κινηματογραφικής βιομηχανίας με το αμερικανικό κράτος και τον Ομοσπονδιακό Οργανισμό Εμπορίου.
Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η CIA υποστήριξε επιλεκτικά πολιτιστικές και κινηματογραφικές παραγωγές που εξυπηρετούσαν τους στόχους της αμερικανικής δημόσιας διπλωματίας, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την ταινία Animal Farm (1954). Παράλληλα, το Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ συνεργάστηκε στενά με το Χόλυγουντ παρέχοντας υλικοτεχνική υποστήριξη σε παραγωγές των οποίων το περιεχόμενο ενέκρινε:
-
Η Φάρμα των Ζώων (Animal Farm, 1954)
-
The Iron Curtain (1948)
-
Invasion U.S.A. (1952)
-
The Thing from Another World (1951)
-
The Spy Who Came in from the Cold (1965)
Για όσους δεν πρόλαβαν την πρώτη περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, οι τακτικές soft power γίνονται ακόμη πιο εμφανείς στις εμβληματικές παραγωγές της δεκαετίας του ’80:
-
Red Dawn (1984)
-
Rocky IV (1985)
-
Rambo: First Blood Part II (1985) & Rambo III (1988)
-
Top Gun (1986)
-
The Hunt for Red October (1990)
Η υλικοτεχνική υποστήριξη τέτοιων ταινιών ξεπερνά τα συνήθη όρια μιας παραγωγής, καθώς η παροχή στρατιωτικού εξοπλισμού, αεροσκαφών ή εγκαταστάσεων προσφέρεται δωρεάν μόνο όταν το σενάριο εγκριθεί από το Υπουργείο Άμυνας ή τον αντίστοιχο κρατικό φορέα που παρέχει υλικοτεχνική υποστήριξη.
Αξίζει να σημειωθεί ότι μετά το Top Gun (1986) καταγράφηκε σημαντική αύξηση του ενδιαφέροντος για στρατολόγηση στο Ναυτικό των ΗΠΑ. Η ακριβής έκταση αυτής της αύξησης αμφισβητείται, αλλά είναι τεκμηριωμένο ότι το Πολεμικό Ναυτικό αξιοποίησε την ταινία ως εργαλείο προβολής
Εσωτερική Προπαγάνδα vs. Παγκόσμια Soft Power: Η Ελληνική Περίπτωση
Ποια είναι όμως η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα σε μια αμερικανική παραγωγή και σε μια ελληνική ιστορική ταινία, όπως ο «Παπαφλέσσας» (1971);
Η απάντηση έγκειται στον στόχο και το κοινό-στόχο. Κατά την περίοδο της Επταετίας (1967–1974), οι ιστορικές υπερπαραγωγές του Τζέιμς Πάρις χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικά για εσωτερική κατανάλωση στο πλαίσιο της καθεστωτικής προπαγάνδας και της εσωτερικής νομιμοποίησης. Αντίθετα, οι ταινίες του Χόλυγουντ σχεδιάζονται εξαρχής για τη διεθνή αγορά: προωθούν τον αμερικανικό τρόπο ζωής (the American Dream), την pop culture ή σύγχρονες κοινωνικοπολιτικές ατζέντες, με απώτερο σκοπό να επηρεάσουν ξένες κυβερνήσεις, νοοτροπίες και κοινωνίες.
Συμπέρασμα: Είναι τελικά αθώες οι ταινίες;
Το ερώτημα που προκύπτει εύλογα είναι: Είναι τελικά αθώες οι ταινίες και πόσο ικανό είναι το κοινό να φιλτράρει τα μηνύματα που λαμβάνει από τη μεγάλη οθόνη;
Η απάντηση εμπεριέχει έναν βαθμό υποκειμενικότητας, καθώς κάθε θεατής ερμηνεύει τις εικόνες μέσα από τη δική του ατομική αντίληψη. Ωστόσο, παραμένει αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι κινηματογραφικές παραγωγές —ακόμη και εκτός Χόλυγουντ— συνιστούν φορείς ήπιας ισχύος. Σήμερα, χώρες όπως η Νότια Κορέα επενδύουν συστηματικά στον κινηματογράφο και τη σύγχρονη κουλτούρα ως κεντρικό πυλώνα της διεθνούς γεωπολιτικής και οικονομικής τους παρουσίας.
Οι ταινίες δεν είναι αθώες, αλλά ούτε και συνωμοτικές. Είναι ιδεολογικά φορτισμένα προϊόντα που παράγονται μέσα σε συγκεκριμένα πολιτικά, οικονομικά και πολιτισμικά συστήματα. Το κοινό σήμερα είναι σίγουρα πιο μορφωμένο και σκεπτικιστικό από το κοινό του 1915, ωστόσο η διαφορά έγκειται στο ότι η σημερινή επιρροή ασκείται μέσω του θεάματος (spectacle) και του συναισθήματος, που παρακάμπτουν την κριτική σκέψη.
Ίσως το ζητούμενο για τον σύγχρονο θεατή δεν είναι να “απομυθοποιήσει” τον κινηματογράφο, αλλά να κατανοήσει ότι κάθε φορά που αγοράζει ένα εισιτήριο, δεν βλέπει απλώς μια ταινία: βλέπει μια χώρα να ασκεί γεωπολιτική πάνω του, μέσα από τη γλώσσα της συγκίνησης.