Σε ουσιαστική αναβάθμιση της παρουσίας της στον Λίβανο προχωρά η Ελλάδα, συνδυάζοντας τη διπλωματία κορυφής με τη στρατιωτική και ανθρωπιστική συνδρομή προς τη Βηρυτό.
Η ελληνική κινητικότητα δεν περιορίζεται σε μία τυπική πράξη υποστήριξης προς μια φίλη χώρα. Αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης γεωπολιτικής στρατηγικής, μέσω της οποίας η Αθήνα επιχειρεί να ενισχύσει τους κρατικούς θεσμούς του Λιβάνου, να προστατεύσει τις χριστιανικές κοινότητες της περιοχής και να περιορίσει τα περιθώρια διείσδυσης της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Χρήστου Μαζανίτη στο enikos.gr, στο επίκεντρο βρίσκεται η ενδυνάμωση των Ενόπλων Δυνάμεων του Λιβάνου, οι οποίες καλούνται να επιβάλουν την κυριαρχία του κράτους σε μια χώρα με βαθιές πολιτικές, θρησκευτικές και στρατιωτικές διαιρέσεις.
Η δωρεά των M-113 και των STEYR
Το πιο απτό δείγμα της ελληνικής αμυντικής διπλωματίας ήταν η δωρεάν παραχώρηση στρατιωτικού υλικού προς τον λιβανικό στρατό.
Στις 15 Ιανουαρίου 2026, αρματαγωγό του Πολεμικού Ναυτικού μετέφερε στο λιμάνι της Βηρυτού 13 Τεθωρακισμένα Οχήματα Μεταφοράς Προσωπικού M-113 και δέκα οχήματα γενικής χρήσης STEYR 680M, χωρητικότητας δυόμισι τόνων.
Μαζί με τα οχήματα παραδόθηκαν ανταλλακτικά και τεχνικό υλικό, ώστε να εξασφαλιστεί η λειτουργικότητά τους και να μη μετατραπεί η ελληνική δωρεά σε ένα πακέτο εξοπλισμού χωρίς δυνατότητα συντήρησης.
Η μεταφορά πραγματοποιήθηκε έπειτα από συνεργασία των υπουργείων Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών και εντάχθηκε επισήμως στις δράσεις αμυντικής διπλωματίας της χώρας.
Τα M-113, παρά την ηλικία τους, εξακολουθούν να αποτελούν χρήσιμα μέσα για αποστολές μεταφοράς προσωπικού, περιπολιών, ελέγχου περιοχών και υποστήριξης επιχειρήσεων εσωτερικής ασφάλειας. Για τον λιβανικό στρατό, ο οποίος αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά και υλικοτεχνικά προβλήματα, ακόμη και μια περιορισμένη αριθμητικά παραχώρηση έχει άμεση επιχειρησιακή αξία.
Σχεδιασμός για τέσσερα ελικόπτερα Huey
Σύμφωνα με τον ελληνικό σχεδιασμό που βρίσκεται υπό επεξεργασία, η αμυντική συνδρομή προς τον Λίβανο πρόκειται να περάσει και σε δεύτερη φάση.
Το σχέδιο προβλέπει την παραχώρηση τεσσάρων ελικοπτέρων γενικής χρήσης UH-1H Huey από τα αποθέματα της Αεροπορίας Στρατού, μαζί με ανταλλακτικά και το αναγκαίο υλικό τεχνικής υποστήριξης.
Τα συγκεκριμένα ελικόπτερα σταδιακά αποσύρονται από την ενεργό ελληνική υπηρεσία, καθώς η Αεροπορία Στρατού δρομολογεί την αντικατάστασή τους με τα νεότερα UH-60M Black Hawk.
Για τον Λίβανο, όμως, τα Huey μπορούν να εξακολουθήσουν να προσφέρουν χρήσιμες δυνατότητες σε μεταφορές προσωπικού, εναέρια επιτήρηση, διακομιδές, επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης και αποστολές υποστήριξης σε δύσβατες περιοχές.
Η δεύτερη αυτή φάση, εφόσον ολοκληρωθεί, θα διευρύνει ουσιαστικά τη στρατιωτική συνεργασία των δύο χωρών και θα προσδώσει μονιμότερο χαρακτήρα στην ελληνική παρουσία.
Η ανθρωπιστική διάσταση
Η Αθήνα δεν περιορίζει την υποστήριξή της στο στρατιωτικό πεδίο.
Στις 21 Απριλίου 2026, αεροσκάφος C-130 της Πολεμικής Αεροπορίας μετέφερε στη Βηρυτό τρεις τόνους ανθρωπιστικής βοήθειας, στους οποίους περιλαμβάνονταν φάρμακα, τρόφιμα, νερό και είδη πρώτης ανάγκης.
Στην επιχείρηση συμμετείχε προσωπικό της Διοίκησης Ειδικού Πολέμου, ενώ η αποστολή παρακολουθούνταν σε πραγματικό χρόνο από το Εθνικό Κέντρο Επιχειρήσεων.
Παράλληλα, η Ελλάδα διέθεσε 300.000 ευρώ στο Ανθρωπιστικό Ταμείο του ΟΗΕ για τον Λίβανο και ακόμη 500.000 ευρώ, μέσω του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, για την ενίσχυση του λιβανικού συστήματος υγείας.
Η συνδυασμένη στρατιωτική και ανθρωπιστική παρουσία επιτρέπει στην Αθήνα να εμφανίζεται όχι απλώς ως προμηθευτής εξοπλισμού, αλλά ως εταίρος που επενδύει στη συνολική σταθερότητα του λιβανικού κράτους.
Η διπλωματία κορυφής
Η προσέγγιση Αθήνας και Βηρυτού έχει προετοιμαστεί μέσα από συνεχείς επαφές σε ανώτατο πολιτικό επίπεδο.
Η επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Βηρυτό, στις 16 Δεκεμβρίου 2024, αποτέλεσε κομβικό σημείο. Ο Έλληνας πρωθυπουργός συναντήθηκε με τον τότε πρωθυπουργό του Λιβάνου Νατζίμπ Μικάτι και τον πρόεδρο της Βουλής Ναμπί Μπέρι, εκφράζοντας τη στήριξη της Ελλάδας στην κυριαρχία, την εδαφική ακεραιότητα και τη σταθερότητα της χώρας.
Κατά τις συνομιλίες εξετάστηκαν τρόποι ενίσχυσης των λιβανικών Ενόπλων Δυνάμεων, οι οποίες έχουν την ευθύνη για την εφαρμογή της κατάπαυσης του πυρός και την επέκταση του κρατικού ελέγχου. Η Ελλάδα συμμετέχει, άλλωστε, στη ναυτική δύναμη της UNIFIL από το 2006, διαθέτοντας φρεγάτα και προσωπικό.
Ακολούθησαν οι επαφές του Νίκου Δένδια με τον Λιβανέζο υπουργό Άμυνας Μισέλ Μενάσα, καθώς και η συνάντηση του Γιώργου Γεραπετρίτη με τον αναπληρωτή πρωθυπουργό του Λιβάνου Ταρέκ Μίτρι στην Αθήνα.
Το μήνυμα είναι ότι η ελληνική στήριξη δεν αποτελεί αποσπασματική πρωτοβουλία, αλλά οργανωμένη πολιτική με διπλωματικό, στρατιωτικό και ανθρωπιστικό σκέλος.
Η σημασία των χριστιανικών κοινοτήτων
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά και η προστασία των χριστιανικών πληθυσμών του Λιβάνου, οι οποίοι αποτελούν ιστορικό και αναπόσπαστο τμήμα της ταυτότητας της χώρας.
Οι ελληνορθόδοξες, μαρωνιτικές και άλλες χριστιανικές κοινότητες έχουν βρεθεί αντιμέτωπες με τις επιπτώσεις της πολιτικής αποσταθεροποίησης, της οικονομικής κατάρρευσης και των στρατιωτικών συγκρούσεων.
Ιδιαίτερα ευάλωτα είναι τα χριστιανικά χωριά του νότιου Λιβάνου, όπως το Ρμέις, το Άιν Έμπελ και το Ντεμπέλ, τα οποία βρίσκονται κοντά στα σύνορα με το Ισραήλ και μέσα σε μια από τις πιο επικίνδυνες ζώνες της χώρας.
Η Αθήνα υποστηρίζει ότι μόνο ένας ισχυρός λιβανικός κρατικός μηχανισμός μπορεί να παρέχει πραγματικές εγγυήσεις ασφαλείας σε όλες τις θρησκευτικές κοινότητες. Για αυτόν τον λόγο η ενίσχυση του στρατού του Λιβάνου συνδέεται έμμεσα, αλλά ουσιαστικά, με την προστασία της χριστιανικής παρουσίας.
Η Ελλάδα διατηρεί παράλληλα στενούς δεσμούς με το Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο Αντιοχείας. Κατά την επίσκεψή του στη Βηρυτό, ο Κυριάκος Μητσοτάκης συναντήθηκε με τον Πατριάρχη Αντιοχείας Ιωάννη Ι΄ και τον Μητροπολίτη Βηρυτού Ηλία, στέλνοντας μήνυμα στήριξης προς τον ελληνορθόδοξο κόσμο της Εγγύς Ανατολής.
Το τουρκικό σχέδιο διείσδυσης
Πίσω από την ελληνική κινητικότητα βρίσκεται και ο ανταγωνισμός με την Τουρκία για επιρροή στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Άγκυρα επιχειρεί εδώ και χρόνια να αυξήσει την παρουσία της στον Λίβανο, αξιοποιώντας ανθρωπιστικές οργανώσεις, οικονομικές παροχές, θρησκευτικά δίκτυα και σχέσεις με συγκεκριμένες σουνιτικές κοινότητες.
Η τουρκική στρατηγική δεν αντιμετωπίζεται από την Αθήνα ως μια απλή προσπάθεια ανάπτυξης διμερών σχέσεων. Εντάσσεται στη γενικότερη επιδίωξη του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να μετατρέψει την Τουρκία σε ηγεμονική δύναμη στην περιοχή και να αποκτήσει πρόσθετα ερείσματα για την εφαρμογή της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Μια ισχυρή τουρκική παρουσία στον Λίβανο θα επέτρεπε στην Άγκυρα να αυξήσει την πίεση προς την Κυπριακή Δημοκρατία, να παρεμβαίνει στις ενεργειακές εξελίξεις και να αποκτήσει προγεφύρωμα κοντά στις θαλάσσιες ζώνες Κύπρου, Λιβάνου και Ισραήλ.
Η Ελλάδα, προσφέροντας στη Βηρυτό μια θεσμική και ευρωπαϊκή εναλλακτική, επιχειρεί να καλύψει το κενό που διαφορετικά θα εκμεταλλευόταν η Τουρκία.
Η σύνδεση με το Ισραήλ
Η ελληνική στρατηγική στον Λίβανο συνδέεται άμεσα και με τη συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ.
Το Ισραήλ παρακολουθεί με ιδιαίτερη ανησυχία κάθε προσπάθεια αύξησης της τουρκικής επιρροής κοντά στα βόρεια σύνορά του. Η Άγκυρα διατηρεί στενές σχέσεις με τη Χαμάς, συγκρούεται πολιτικά με την Ιερουσαλήμ και διεκδικεί ευρύτερο ρόλο στη μεταπολεμική Μέση Ανατολή.
Για την Αθήνα και τη Λευκωσία, η σταθεροποίηση του Λιβάνου από τις νόμιμες κρατικές αρχές περιορίζει τα περιθώρια δράσης τόσο των ένοπλων οργανώσεων όσο και τρίτων δυνάμεων που επιχειρούν να μετατρέψουν τη χώρα σε πεδίο ανταγωνισμού.
Η ελληνική παρουσία προσφέρει έτσι πρόσθετο στρατηγικό βάθος στον άξονα Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ, χωρίς να εμφανίζεται ως εχθρική κίνηση απέναντι στον αραβικό κόσμο.
Από την παρακολούθηση στη διαμόρφωση των εξελίξεων
Η πολιτική της Ελλάδας στον Λίβανο δείχνει μια σταδιακή μετάβαση από τον ρόλο του παρατηρητή σε εκείνον του ενεργού περιφερειακού παράγοντα.
Η παραχώρηση στρατιωτικού υλικού, η ανθρωπιστική βοήθεια, η ενίσχυση των κρατικών θεσμών και η προστασία των χριστιανικών κοινοτήτων αποτελούν διαφορετικές πλευρές της ίδιας στρατηγικής.
Η Αθήνα επιχειρεί να οικοδομήσει επιρροή μέσα από τη σταθερότητα και τη συνεργασία, απέναντι σε μια Τουρκία που χρησιμοποιεί συχνά τα κενά εξουσίας και τις θρησκευτικές αντιθέσεις για να επεκτείνει την παρουσία της.
Ο Λίβανος μετατρέπεται, συνεπώς, σε ένα ακόμη κρίσιμο πεδίο του γεωπολιτικού ανταγωνισμού στην Ανατολική Μεσόγειο. Και αυτήν τη φορά η Ελλάδα δείχνει αποφασισμένη να μη χαρίσει το πεδίο στην Άγκυρα.