Πριν εμφανιστεί ο άνθρωπος που θα επιτεθεί, έχει συχνά προηγηθεί εκείνος που θα του εξηγήσει γιατί δικαιούται να το κάνει. Αυτή είναι η δύσκολη πλευρά της αντιμετώπισης του ισλαμιστικού εξτρεμισμού. Ο υποκινητής μπορεί να μην κρατήσει όπλο, να μην πλησιάσει τον στόχο και να μη συμμετάσχει στην τελική προετοιμασία. Μπορεί, όμως, να οργανώνει το περιβάλλον μέσα στο οποίο η βία αποκτά νομιμοποίηση. Η απουσία του από τον τόπο του εγκλήματος δεν καταργεί την ανάγκη να εξεταστεί η πραγματική του ευθύνη.
Η υπόθεση του Άντζεμ Τσούνταρι προσφέρει ένα δικαστικά τεκμηριωμένο παράδειγμα. Τον Ιούλιο του 2024 καταδικάστηκε στη Βρετανία σε ισόβια για τη διεύθυνση της απαγορευμένης οργάνωσης al-Muhajiroun, με ελάχιστη περίοδο 28 ετών πριν από την αφαίρεση της προφυλάκισης. Το κρίσιμο στοιχείο είναι η διάκριση που έκανε το δικαστήριο: ο κίνδυνος προερχόταν από την οργανωτική και ρητορική του ικανότητα, χωρίς να χρειάζεται να ασκεί προσωπικά βία.
Το βήμα ως εργαλείο στρατολόγησης
Στο σκεπτικό της ποινής, ο δικαστής περιέγραψε υποκίνηση καλυμμένη ως θεολογική διδασκαλία και προσπάθειες προσέγγισης νέων. Κατέγραψε επίσης ότι η οργάνωση λειτουργούσε με διαφορετικές ονομασίες. Τα στοιχεία αυτά έχουν σημασία επειδή μεταφέρουν τη συζήτηση από τη γενική αγανάκτηση στην αποδεικτική πραγματικότητα. Δεν αρκεί να χαρακτηρίζουμε κάποιον επικίνδυνο κήρυκα. Πρέπει να αποδεικνύουμε τι είπε, πώς οργάνωσε τη δράση του και ποια σχέση είχε με την ενθάρρυνση ή υποστήριξη εγκληματικών πράξεων.
Το αναλυτικό συμπέρασμα είναι ότι η αλλαγή ονόματος μπορεί να αποτελεί μέσο συνέχειας ενός δικτύου. Επομένως, η έρευνα χρειάζεται να εξετάζει πρόσωπα, επικοινωνίες και οργανωτικούς δεσμούς, πέρα από την επιγραφή μιας ομάδας. Η δημόσια εικόνα μπορεί να αλλάζει γρηγορότερα από τον πραγματικό μηχανισμό. Αν οι αρχές περιορίζονται στον τίτλο, κινδυνεύουν να παρακολουθούν μια παλιά ταμπέλα, ενώ η ίδια δραστηριότητα έχει μεταφερθεί αλλού και απευθύνεται ήδη σε διαφορετικό κοινό.
Η δεύτερη χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο Άνουαρ αλ Αουλάκι. Σε ανακοίνωση του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης το 2017, καταγράφεται ομολογία ενοχής για παροχή υποστήριξης προς αυτόν, ως ηγετικό πρόσωπο της Αλ Κάιντα στην Αραβική Χερσόνησο. Η συγκεκριμένη υπόθεση περιλάμβανε συγκέντρωση και παράδοση χρημάτων μέσω μεσάζοντα. Εδώ βλέπουμε μια διαδρομή που ξεπερνά τη θεωρητική επιρροή: το κάλεσμα μετατρέπεται σε κινητοποίηση, μετακίνηση και υλική βοήθεια.
Οι δύο περιπτώσεις δεν είναι ταυτόσημες. Δείχνουν διαφορετικές όψεις της ίδιας ανάγκης: να μελετηθεί ο άνθρωπος που συνδέει την ιδεολογία με τη συμμετοχή. Ορισμένοι οργανώνουν ομάδες. Άλλοι προσφέρουν θρησκευτικό κύρος ή μετατρέπουν τη συμπάθεια σε χρηματοδότηση. Η αποτελεσματική αντιμετώπιση απαιτεί αυτή τη διάκριση. Ένα ενιαίο, ασαφές προφίλ εξτρεμιστή δεν εξηγεί ούτε τον τρόπο λειτουργίας του δικτύου ούτε το κατάλληλο σημείο παρέμβασης.
Η κατασκευή της ηθικής άδειας
Κατά την εκτίμησή μου, ο πιο επικίνδυνος μηχανισμός είναι η σταδιακή κατάργηση της προσωπικής κρίσης. Ο υποψήφιος στρατολογούμενος μαθαίνει να αντιμετωπίζει τη διαφωνία ως προδοσία, την αμφιβολία ως αδυναμία και την υπακοή ως απόδειξη πίστης. Όσο περιορίζονται οι εναλλακτικές φωνές, τόσο μεγαλώνει η εξάρτηση από τον καθοδηγητή. Το πρόβλημα δεν είναι η ισχυρή θρησκευτική πεποίθηση. Είναι η απαίτηση να παραδοθεί η συνείδηση σε έναν μηχανισμό που ζητεί να δικαιολογηθεί η βία.
Η διαδικασία χρειάζεται και έναν απρόσωπο εχθρό. Όταν άνθρωποι περιγράφονται μόνο ως μέλη μιας μισητής κατηγορίας, εξαφανίζονται τα ονόματα, οι οικογένειες και η ατομική τους ευθύνη. Αυτό επιτρέπει την επικίνδυνη μετατόπιση από την πολιτική αντιπαράθεση στη συλλογική τιμωρία. Γι’ αυτό η καταπολέμηση του αντισημιτισμού και κάθε μορφής απανθρωποποίησης αποτελεί ουσιαστικό τμήμα της πρόληψης. Η γλώσσα που αφαιρεί από τον άλλον την ανθρώπινη υπόσταση διευκολύνει την επόμενη υπέρβαση.
Η θρησκευτική απάντηση στον εξτρεμιστή έχει ήδη διατυπωθεί από μουσουλμανικές αυθεντίες. Η ανοιχτή επιστολή προς τον Αμπού Μπακρ αλ Μπαγκντάντι το 2014 απέρριψε, μεταξύ άλλων, τη δολοφονία αθώων, την κακοποίηση Χριστιανών και την επιλεκτική χρήση θρησκευτικών κειμένων για την έκδοση γνωμοδοτήσεων. Αυτό είναι ουσιαστικό: ο εξτρεμιστής αμφισβητείται και μέσα στο πεδίο όπου διεκδικεί αυθεντία. Η ιδιότητα του αυτοανακηρυγμένου εκπροσώπου της πίστης δεν μπορεί να μένει ανεξέταστη.
Ωστόσο, η αντιπαράθεση επιχειρημάτων δεν αντικαθιστά την ποινική διερεύνηση. Ένα θεολογικό κείμενο δεν μπορεί να διαλύσει μόνο του μια οργάνωση που στρατολογεί και χρηματοδοτεί βία. Αντίστοιχα, μια σύλληψη δεν εξασφαλίζει ότι το αφήγημα θα χάσει την επιρροή του. Χρειάζονται παράλληλες παρεμβάσεις, με διακριτές αρμοδιότητες. Οι θρησκευτικοί φορείς αποδομούν την κατάχρηση της πίστης. Οι αρχές ερευνούν πράξεις και δίκτυα. Η εκπαίδευση ενισχύει την κρίση και την αντοχή των νέων στη χειραγώγηση.
Να ερευνούμε πράξεις, να προστατεύουμε ελευθερίες
Η ελευθερία του λόγου απαιτεί ακριβή όρια και ισχυρή προστασία. Μια αυστηρή, συντηρητική ή δυσάρεστη θρησκευτική άποψη δεν συνιστά από μόνη της τρομοκρατική υποκίνηση. Η διάκριση πρέπει να στηρίζεται στο περιεχόμενο, στο πλαίσιο και στις αποδεδειγμένες ενέργειες. Διαφορετικά, η πολιτεία κινδυνεύει να τιμωρεί ταυτότητες αντί για παρανομίες. Και τότε προσφέρει στους στρατολόγους την εικόνα μιας γενικευμένης δίωξης, την οποία εκείνοι μπορούν να αξιοποιήσουν επικοινωνιακά.
Για την Ελλάδα, προτεραιότητα πρέπει να αποτελεί η γνώση. Ποιος χρηματοδοτεί μια δραστηριότητα; Ποιος έχει οργανωτικό ρόλο; Υπάρχουν τεκμηριωμένες προτροπές σε βία; Πώς προστατεύονται οι ανήλικοι; Αυτά είναι ερωτήματα θεσμών, όχι προσχήματα για συλλογικές κατηγορίες. Η διαφάνεια και η νόμιμη εποπτεία μπορούν να δημιουργήσουν εμπιστοσύνη, όταν εφαρμόζονται με σταθερά κριτήρια. Η αδράνεια αφήνει εκτεθειμένους και τους μουσουλμάνους που θέλουν να αντισταθούν σε έναν πιεστικό εξτρεμιστικό κύκλο.
Απαιτείται επίσης προσοχή στη δημοσιογραφική κάλυψη. Ο κήρυκας που επιδιώκει προβολή δεν πρέπει να λαμβάνει δωρεάν ένα ανεμπόδιστο βήμα στρατολόγησης. Το κοινό χρειάζεται στοιχεία, αντιπαραβολή και εξήγηση του μηχανισμού. Η αναπαραγωγή ενός συνθήματος χωρίς έλεγχο μπορεί να λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής της επιρροής του. Η αποκάλυψη πρέπει να φωτίζει τη δραστηριότητα, να δείχνει την ευθύνη και να κρατά σε πρώτο πλάνο εκείνους που κινδυνεύουν.
Υπάρχει και μια ευθύνη που αφορά τους ίδιους τους χώρους διαλόγου. Η πρόσκληση ενός ομιλητή χρειάζεται έλεγχο του ιστορικού και του περιεχομένου του, χωρίς αυθαίρετες απαγορεύσεις. Όποιος διαθέτει βήμα αποφασίζει ποια φωνή ενισχύει. Η επιλογή αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος όταν το ακροατήριο περιλαμβάνει νέους που αναζητούν καθοδήγηση και δεν διαθέτουν εργαλεία κριτικής αξιολόγησης των μηνυμάτων.
Η ευθύνη πίσω από τον δράστη δεν είναι μεταφορά. Είναι ζήτημα που μπορεί να διερευνηθεί με συγκεκριμένα τεκμήρια. Η δημοκρατία οφείλει να προστατεύσει το δικαίωμα στην πίστη και συγχρόνως να υπερασπιστεί τους πολίτες απέναντι σε όσους την εργαλειοποιούν για εγκληματικούς σκοπούς. Ούτε θεολογική ασυλία ούτε πρόχειρη ενοχοποίηση. Καθαρά στοιχεία, σαφείς κανόνες και συνέχεια στην εφαρμογή τους. Εκεί κρίνεται αν το κράτος θα προλάβει τη βία ή θα περιοριστεί στην περιγραφή της, αφού αυτή εκδηλωθεί.
ΠΗΓΗ: International Institute of Strategy