Σε μια από τις πιο σύνθετες μετεκλογικές αναμετρήσεις των τελευταίων ετών έχει εισέλθει το Ισραήλ, με τα αραβικά κόμματα να αναδεικνύονται σε καθοριστικό παράγοντα για την επιλογή του επόμενου πρωθυπουργού. Η Κοινή Λίστα και το Ra’am του Μανσούρ Αμπάς, που εξασφάλισαν συνολικά 19 έδρες στην Κνεσέτ, τάχθηκαν υπέρ της ανάθεσης εντολής σχηματισμού κυβέρνησης στον πρώην αρχηγό των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων Γκάντι Άιζενκοτ.
Η εξέλιξη δημιουργεί ένα θεωρητικό αντινετανιαχικό μέτωπο 67 βουλευτών, την ώρα που το στρατόπεδο του Μπενιαμίν Νετανιάχου έχει περιοριστεί στις 53 έδρες.
Ωστόσο, η δυνατότητα να προταθεί ο Άιζενκοτ για πρωθυπουργός δεν ταυτίζεται με την ύπαρξη συμφωνημένης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας που θα μπορούσε να στηρίξει μια νέα κυβέρνηση.
Την Πέμπτη 5 Νοεμβρίου, το Reuters επιβεβαίωσε ότι η θέση του Νετανιάχου αποδυναμώνεται, καθώς τα αραβικά κόμματα υποστηρίζουν τον βασικό αντίπαλό του, ενώ η υπερορθόδοξη Ενωμένη Τορά αρνήθηκε να προτείνει οποιονδήποτε υποψήφιο για την πρωθυπουργία.
Από την άλλη πλευρά, οι τέσσερις βασικές πολιτικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης διαθέτουν 48 βουλευτές. Σε αυτές περιλαμβάνονται το Yashar του Άιζενκοτ, η συμμαχία Together των Ναφτάλι Μπένετ και Γιαΐρ Λαπίντ, το Yisrael Beytenu του Άβιγκντορ Λίμπερμαν και οι Δημοκρατικοί του Γιαΐρ Γκολάν.
Οι υπόλοιπες 19 έδρες κατανέμονται ανάμεσα στην Κοινή Λίστα, με 11 βουλευτές, και το Ra’am, με οκτώ.
Η στάση αυτών των δύο κομμάτων αλλάζει τους συσχετισμούς, καθώς μπορούν να επηρεάσουν την ανάθεση εντολής σχηματισμού κυβέρνησης χωρίς να ενταχθούν απαραίτητα σε κυβερνητικό συνασπισμό.
Η ιστορική κίνηση των αραβικών κομμάτων
Η απόφαση των αραβικών παρατάξεων αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις της μετεκλογικής περιόδου.
Ο Άχμαντ Τίμπι, από τις πλέον αναγνωρίσιμες προσωπικότητες της αραβικής πολιτικής εκπροσώπησης στο Ισραήλ, έχει ξεκαθαρίσει ότι προτεραιότητα αποτελεί η απομάκρυνση του Νετανιάχου από την πρωθυπουργία.
Η Κοινή Λίστα εμφανίζεται διατεθειμένη να παρέχει εξωτερική κοινοβουλευτική υποστήριξη σε κυβέρνηση υπό τον Άιζενκοτ, χωρίς να αναλάβει υπουργικές θέσεις ή να ταυτιστεί πλήρως με τις επιλογές της στην εξωτερική πολιτική και στην ασφάλεια.
Η διαφοροποίηση δεν είναι τυπική. Οι αραβικές παρατάξεις διαφωνούν σε θεμελιώδη ζητήματα με τις σιωνιστικές πολιτικές δυνάμεις, ιδιαίτερα όσον αφορά το Παλαιστινιακό, τη Δυτική Όχθη και τον χαρακτήρα του ισραηλινού κράτους.
Επιχειρούν, ωστόσο, να αξιοποιήσουν τη σημαντική εκλογική ενίσχυσή τους για να διεκδικήσουν βελτιώσεις στην καθημερινότητα των Αράβων πολιτών του Ισραήλ.
Τα αιτήματά τους αφορούν την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας, την αστυνόμευση, την ισότητα, τις δημόσιες επενδύσεις και τις κατεδαφίσεις κατοικιών.
Ο Γιούσεφ Τζαμπαρίν, επικεφαλής της Κοινής Λίστας, αντιμετωπίζει τη συγκυρία ως ευκαιρία για αλλαγή πολιτικής κατεύθυνσης.
Το Ra’am του Μανσούρ Αμπάς έχει ήδη εμπειρία συμμετοχής σε κυβερνητική συνεργασία, καθώς το 2021 είχε ενταχθεί στον συνασπισμό Μπένετ–Λαπίντ.
Στις 4 Νοεμβρίου ανακοίνωσε ότι θα προτείνει τον Άιζενκοτ για την πρωθυπουργία, ενώ την επόμενη ημέρα ακολούθησε και η Κοινή Λίστα.
Ο Άιζενκοτ έχει 67 συστάσεις, αλλά όχι 67 κυβερνητικούς εταίρους
Το βασικό πρόβλημα για τον Άιζενκοτ βρίσκεται στις αντιθέσεις του ίδιου του αντιπολιτευτικού στρατοπέδου.
Ο Άβιγκντορ Λίμπερμαν έχει διαμηνύσει ότι μπορεί να υποστηρίξει την ανάθεση εντολής στον πρώην αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων, αλλά δεν προτίθεται να συμμετάσχει σε κυβέρνηση που θα εξαρτάται από τα αραβικά κόμματα.
Αντίστοιχες δυσκολίες αντιμετωπίζει και ο Ναφτάλι Μπένετ, ο οποίος απευθύνεται σε εκλογικό ακροατήριο με έντονα κεντροδεξιά χαρακτηριστικά και έχει διατυπώσει επιφυλάξεις για μια τέτοια συνεργασία.
Αντίθετα, ο επικεφαλής των Δημοκρατικών, Γιαΐρ Γκολάν, έχει υποστηρίξει τη δυνατότητα κοινοβουλευτικής συνεργασίας με τις αραβικές παρατάξεις.
Ο ίδιος ο Άιζενκοτ έχει θέσει πολιτικές προϋποθέσεις, όπως η αναγνώριση του Ισραήλ ως εβραϊκού και δημοκρατικού κράτους και η σαφής τοποθέτηση απέναντι στη Χαμάς.
Το αποτέλεσμα είναι μια ιδιόμορφη κατάσταση: οι αντίπαλοι του Νετανιάχου μπορούν να συγκεντρώσουν αρκετούς βουλευτές ώστε να εμποδίσουν την παραμονή του στην εξουσία, αλλά δυσκολεύονται να συμφωνήσουν στο πρόγραμμα και στη σύνθεση μιας νέας κυβέρνησης.
Το σχέδιο κυβέρνησης με μόλις 49 ψήφους
Στο ισραηλινό πολιτικό παρασκήνιο εξετάζεται ακόμη και η δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης μειοψηφίας.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Yedioth Ahronoth και του ynet, το οποίο επικαλείται ο δημοσιογράφος Αμίρ Έτινγκερ, έχει διερευνηθεί σενάριο ανάδειξης κυβέρνησης Άιζενκοτ με 49 θετικές ψήφους έναντι 46 αρνητικών.
Η δυνατότητα βασίζεται στο γεγονός ότι η αρχική ψήφος εμπιστοσύνης στο ισραηλινό κοινοβούλιο δεν απαιτεί υποχρεωτικά 61 θετικές ψήφους. Αρκεί οι θετικές ψήφοι να υπερβαίνουν τις αρνητικές.
Το συγκεκριμένο σχέδιο προβλέπει ότι 48 βουλευτές της αντιπολίτευσης θα υπερψήφιζαν τη νέα κυβέρνηση και θα εξασφαλιζόταν μία επιπλέον θετική ψήφος από το Ra’am.
Παράλληλα, 25 βουλευτές, προερχόμενοι από την Κοινή Λίστα, το Ra’am και την υπερορθόδοξη Ενωμένη Τορά, θα απείχαν από την ψηφοφορία.
Ωστόσο, το σχέδιο παραμένει υπό διερεύνηση και δεν υπάρχει επιβεβαιωμένη συμφωνία για την εφαρμογή του.
Επιπλέον, ακόμη και αν μια τέτοια κυβέρνηση καταφέρει να λάβει αρχική ψήφο εμπιστοσύνης, η επιβίωσή της θα εξαρτάται από διαρκείς κοινοβουλευτικές συνεννοήσεις.
Οι υπερορθόδοξοι εγκαταλείπουν προσωρινά τον Νετανιάχου
Καθοριστική εξέλιξη αποτελεί η στάση της Ενωμένης Τορά, του υπερορθόδοξου κόμματος που διαθέτει επτά έδρες και αποτελούσε παραδοσιακό σύμμαχο του Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Στις 5 Νοεμβρίου, οι εκπρόσωποί του ανακοίνωσαν στον πρόεδρο Ισαάκ Χέρτσογκ ότι δεν προτείνουν κανέναν από τους δύο βασικούς διεκδικητές της πρωθυπουργίας.
Η απόφαση περιορίζει τις συστάσεις υπέρ του Νετανιάχου στις 46, εφόσον οι υπόλοιποι σύμμαχοί του διατηρήσουν τη στήριξή τους.
Η Ενωμένη Τορά δεν προσχώρησε στην αντιπολίτευση. Επέλεξε να διατηρήσει ανοικτές τις επιλογές της, προκειμένου να εξασφαλίσει δεσμεύσεις για ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο ζήτημα: τις απαλλαγές των σπουδαστών των υπερορθόδοξων θρησκευτικών σχολών από την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία.
Το αίτημα αυτό αποτελεί σοβαρό εμπόδιο σε ενδεχόμενη συνεργασία με τον Άιζενκοτ, καθώς σημαντικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης, ιδιαίτερα ο Λίμπερμαν, υποστηρίζουν τη στράτευση των υπερορθόδοξων.
Η στάση της Ενωμένης Τορά αυξάνει την αβεβαιότητα για τον Νετανιάχου, χωρίς να σημαίνει ότι οι επτά έδρες της είναι διαθέσιμες για μια εναλλακτική κυβέρνηση.
Το προηγούμενο του Ράμπιν και η προσπάθεια πολιτικής ανατροπής
Η δυνατότητα εξωτερικής κοινοβουλευτικής υποστήριξης από αραβικές παρατάξεις δεν είναι εντελώς άγνωστη στην ισραηλινή πολιτική ιστορία.
Τη δεκαετία του 1990, ο Γιτζάκ Ράμπιν αξιοποίησε τη στήριξη αραβικών κομμάτων για να διατηρήσει την κοινοβουλευτική του θέση και να προωθήσει την ειρηνευτική διαδικασία που οδήγησε στις Συμφωνίες του Όσλο.
Η σημερινή πραγματικότητα, ωστόσο, είναι διαφορετική.
Οι επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου 2023, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις που ακολούθησαν και η ενίσχυση συντηρητικών και θρησκευτικών πολιτικών δυνάμεων έχουν περιορίσει τα περιθώρια συνεργασίας ανάμεσα σε εβραϊκά και αραβικά κόμματα.
Για τον Άιζενκοτ, η πρόκληση δεν είναι μόνο να αντικαταστήσει τον Νετανιάχου, αλλά να δημιουργήσει μια πολιτικά βιώσιμη συμμαχία μεταξύ δυνάμεων με ουσιαστικές διαφορές σε ζητήματα ασφάλειας, εθνικής ταυτότητας και Παλαιστινιακού.
Ο Νετανιάχου αμφισβητεί την εκλογική διαδικασία
Ο απερχόμενος πρωθυπουργός επιχειρεί να διατηρήσει την πολιτική πρωτοβουλία, προβάλλοντας αντιρρήσεις για τη συμμετοχή των αραβικών κομμάτων στη συγκρότηση μιας νέας κυβερνητικής πλειοψηφίας.
Παράλληλα, στελέχη του Likud έχουν διατυπώσει καταγγελίες για πιθανή εκλογική νοθεία και εξωτερικές παρεμβάσεις στην εκλογική διαδικασία.
Οι καταγγελίες αυτές δεν έχουν τεκμηριώσει αλλοίωση του εκλογικού αποτελέσματος.
Ο πρόεδρος της Κεντρικής Εκλογικής Επιτροπής του Ισραήλ, δικαστής Νόαμ Σόλμπεργκ, έχει απορρίψει την εικόνα ότι η ακεραιότητα της εκλογικής διαδικασίας έχει υπονομευθεί.
Το ζήτημα έχει αποκτήσει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, καθώς το Ισραήλ βρίσκεται αντιμέτωπο με το ενδεχόμενο αλλαγής κυβέρνησης ύστερα από παρατεταμένη πόλωση.
Ο πρόεδρος Ισαάκ Χέρτσογκ έχει επίσης υπερασπιστεί τη νομιμότητα της συμμετοχής των αραβικών πολιτικών δυνάμεων στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες.
Μέχρι τις 11 Νοεμβρίου η πρώτη εντολή σχηματισμού κυβέρνησης
Η επόμενη κρίσιμη ημερομηνία είναι η 11η Νοεμβρίου, μέχρι την οποία ο πρόεδρος Ισαάκ Χέρτσογκ πρέπει να επιλέξει τον πολιτικό αρχηγό που θεωρεί ότι διαθέτει τις περισσότερες πιθανότητες να σχηματίσει κυβέρνηση.
Ο εντολοδόχος θα έχει αρχικά 28 ημέρες για να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική υποστήριξη, με δυνατότητα παράτασης έως 14 επιπλέον ημέρες.
Ο Άιζενκοτ εμφανίζεται να διαθέτει σαφές προβάδισμα ως προς τις προεδρικές συστάσεις, όχι όμως και εξασφαλισμένη κυβερνητική πλειοψηφία.
Τα βασικά ενδεχόμενα περιλαμβάνουν τη δημιουργία κυβέρνησης μειοψηφίας με εξωτερική υποστήριξη αραβικών κομμάτων, τη συνεργασία με υπερορθόδοξες παρατάξεις, τον σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας με συμμετοχή του Likud ή, σε περίπτωση αποτυχίας των διαβουλεύσεων, την προκήρυξη νέων εκλογών.
Η τελευταία επιλογή θα παρέτεινε την πολιτική αβεβαιότητα και θα διατηρούσε τον Νετανιάχου στην πρωθυπουργία μέχρι τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης.
Το αποτέλεσμα της κάλπης της 27ης Οκτωβρίου έχει αφαιρέσει από τον Νετανιάχου την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, χωρίς να έχει εξασφαλίσει στους αντιπάλους του τη δυνατότητα άμεσης ανάληψης της εξουσίας.
Το κλειδί βρίσκεται πλέον στις 19 έδρες των αραβικών παρατάξεων και στη στάση των υπερορθόδοξων.
Η σημαντικότερη αλλαγή είναι ότι οι Άραβες πολίτες του Ισραήλ, μέσω της κοινοβουλευτικής τους εκπροσώπησης, αποκτούν αποφασιστική επιρροή στη διαδικασία επιλογής πρωθυπουργού.
Το ερώτημα είναι εάν ο Γκάντι Άιζενκοτ θα κατορθώσει να μετατρέψει αυτή την υποστήριξη σε λειτουργική κυβερνητική συμφωνία ή εάν οι εσωτερικές αντιθέσεις της αντιπολίτευσης θα επιτρέψουν στον Μπενιαμίν Νετανιάχου να παραμείνει στην εξουσία παρά την απώλεια της πλειοψηφίας του.