Επιμέλεια: Χρήστος Κωνσταντινίδης
Σε ανάλυσή του με τίτλο «Γιατί να γίνονται πράγματα με αυτόν τον τρόπο…;» στο ιστολόγιο Sarcastosaurus στο Substack, ο Tom Cooper – Αυστριακός ιστορικός, αναλυτής αεροπορικών πολεμικών επιχειρήσεων και συγγραφέας, γνωστός για την εξειδίκευσή του σε συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και την Αφρική, που έχει γράψει πάνω από 50 βιβλία και 1.000 άρθρα, καλύπτοντας μικρές και λιγότερο γνωστές αεροπορικές δυνάμεις – επιχειρεί να εξηγήσει τη λογική πίσω από την αμερικανική επιχείρηση μάχης έρευνας και διάσωσης (CSAR) για την ανάκτηση του μέλους του πληρώματος του F-15E που κατέπεσε στο Ιράν, υποστηρίζοντας πως σε τέτοιες αποστολές το καθοριστικό δεν είναι το υλικό κόστος, αλλά η επιτυχία της αποστολής και η επιστροφή όλων.
Ο αναλυτής σημειώνει εξαρχής ότι πολλές στρατιωτικές αποφάσεις, ειδικά στις αμερικανικές ειδικές δυνάμεις, λαμβάνονται με τρόπο που δεν θα είχε λογική σε πολιτικό ή λογιστικό επίπεδο. Όπως εξηγεί, σε επιχειρήσεις τέτοιου τύπου δεν έχει πρωτεύουσα σημασία πόσα μεταγωγικά, ελικόπτερα ή άλλα μέσα θα φθαρούν ή θα χαθούν, αλλά αν το προσωπικό θα ανακτηθεί και θα επιστρέψει. Στην ουσία, θεωρεί ότι αυτό το δόγμα εξηγεί και όσα ακολούθησαν στην επιχείρηση داخل του ιρανικού εδάφους.
Κατά την ανάλυσή του, η περιοχή όπου βρισκόταν ο καταρριφθείς αεροπόρος, κοντά στο Dehdasht, παρουσίαζε εξαιρετικά μεγάλες δυσκολίες. Η γεωγραφική απόσταση από τα πλησιέστερα επιβεβαιωμένα αμερικανικά σημεία ανάπτυξης, η παρουσία ιρανικών αεροπορικών βάσεων, αλλά και η ύπαρξη πολλών μονάδων του ιρανικού στρατού και των Φρουρών της Επανάστασης, δημιουργούσαν ένα περιβάλλον όπου η επιχείρηση δεν μπορούσε να στηριχθεί μόνο σε ελικόπτερα διάσωσης και μια μικρή ομάδα ειδικών δυνάμεων.

Ο Cooper υποστηρίζει ότι, ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, η αποστολή χρειαζόταν πολύ ευρύτερη αεροπορική ομπρέλα: αεροσκάφη αναχαίτισης και κρούσης, ιπτάμενα ραντάρ AWACS, αεροσκάφη εναέριου ανεφοδιασμού, drones και, φυσικά, αεροσκάφη εγγύς υποστήριξης τύπου A-10, που σε τέτοιες αποστολές λειτουργούν ως «Sandys», δηλαδή ως τα μέσα που προστατεύουν άμεσα τη δύναμη διάσωσης στο πεδίο.
Στην εκδοχή που παρουσιάζει, τα διαθέσιμα ελικόπτερα HH-60W Jolly Green III είχαν ήδη δεχθεί πυρά σε προηγούμενη φάση της επιχείρησης, κατά τη διάσωση του πρώτου αεροπόρου. Έτσι, σύμφωνα με τον ίδιο, προκρίθηκε μια πολύ πιο ριψοκίνδυνη αλλά ευέλικτη λύση: η μεταφορά μικρών ελικοπτέρων MH-6 Little Bird της Task Force 160 μέσα σε C-130 ή MC-130, με στόχο να εισχωρήσουν στο Ιράν, να αποβιβάσουν τα ελικόπτερα και τους χειριστές ειδικών επιχειρήσεων, να ανακτήσουν τον αεροπόρο και να αποχωρήσουν άμεσα.

Κατά τον Cooper, το σχέδιο αυτό, όσο επικίνδυνο κι αν ήταν, δεν ήταν παράλογο για τα αμερικανικά δεδομένα ειδικών επιχειρήσεων. Τα MH-6, λόγω μεγέθους, μπορούν να μεταφερθούν μέσα σε μεταγωγικά, να ανασυναρμολογηθούν γρήγορα και να χρησιμοποιηθούν σε αποστολές νυχτερινής διείσδυσης και ανάκτησης. Σε συνδυασμό με τη νυχτερινή εκπαίδευση, τα συστήματα νυχτερινής όρασης και τη συνολική αεροπορική κάλυψη, ο αναλυτής εκτιμά ότι αυτό έδωσε στις αμερικανικές δυνάμεις το επιχειρησιακό πλεονέκτημα.
Το κρίσιμο σημείο, σύμφωνα πάντα με την ανάλυση, ήταν η επιλογή ενός προσωρινού προωθημένου σημείου προσγείωσης μέσα στο Ιράν, από όπου τα μεταγωγικά θα ξεφόρτωναν τα MH-6 και τις ομάδες Delta Force. Ο Cooper αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήθηκε ένας απομονωμένος διάδρομος ή κάποιος παρόμοιος χώρος σε σχετικά κοντινή απόσταση από την περιοχή του καταρριφθέντος αεροπόρου, χωρίς όμως να θεωρεί απόλυτα βέβαιο ποιο ακριβώς ήταν το σημείο.
Από εκεί και πέρα, η αποστολή φαίνεται, κατά την εκτίμησή του, να εξελίχθηκε με μάχη εδάφους. Τα MH-6 και οι ομάδες ειδικών επιχειρήσεων κινήθηκαν προς το σημείο του αεροπόρου, ενώ στην περιοχή έφταναν ταυτόχρονα και ιρανικές παραστρατιωτικές ή τοπικές δυνάμεις. Ο Cooper θεωρεί ότι υπήρξε σοβαρή ανταλλαγή πυρών, με ιρανικές αναφορές για νεκρούς και τραυματίες, ενώ από αμερικανικής πλευράς διακινείται η θέση ότι δεν υπήρξαν απώλειες.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα φαίνεται πως προέκυψε στη φάση της αποχώρησης. Σύμφωνα με την ανάλυση, ένα ή και δύο MC-130 ακινητοποιήθηκαν σε μαλακό έδαφος κοντά στον διάδρομο, πιθανότατα κατά τη διαδικασία επανατοποθέτησης για απογείωση. Με ιρανικές δυνάμεις να πλησιάζουν, δεν υπήρχε χρόνος για σύνθετη τεχνική αποκατάσταση. Έτσι, κατά τον Cooper, κλήθηκαν επιπλέον μεταγωγικά για να παραλάβουν τη δύναμη διάσωσης, ενώ τα καθηλωμένα αεροσκάφη και τα ελικόπτερα που μετέφεραν καταστράφηκαν επί τόπου για να μην πέσουν στα χέρια των Ιρανών.

Ο ίδιος επιμένει ότι αυτό είναι το σημείο που πολλοί σχολιάζουν λάθος. Κατά την άποψή του, η απώλεια δύο MC-130, δύο MH-6 ή άλλου εξοπλισμού δεν αλλάζει τη βασική εικόνα. Oι αμερικανικές δυνάμεις μπήκαν, πήραν τον πεσμένο αεροπόρο και βγήκαν, σώζοντας το προσωπικό τους. Για τον Cooper, αυτό είναι το μόνο μέτρο επιτυχίας της επιχείρησης.
Στο τελικό του συμπέρασμα, ο αναλυτής υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη αποστολή δείχνει με απόλυτη σαφήνεια τον τρόπο που οι ΗΠΑ διεξάγουν αυτόν τον πόλεμο! Με τη λογική «ανεξαρτήτως κόστους», όταν πρόκειται για την ανάκτηση κρίσιμου προσωπικού. Κατά την εκτίμησή του, το μήνυμα της επιχείρησης δεν είναι πόσο υλικό χάθηκε, αλλά ότι η Ουάσιγκτον έδειξε ξανά πως είναι διατεθειμένη να ρισκάρει πολλά για να μη μείνει κανείς πίσω.
Το ρεπορτάζ έγινε μετά από δημοσία παρότρυνση του επισμηναγού ε.α. Στέφανου Καραβίδα, ο οποίος επισύναψε τη σχετική ανάλυση σε ανάρτησή του στο προσωπικό του προφίλ στο Facebook. «Όποιος επιθυμεί πραγματικά να αντιληφθεί σε έναν βαθμό, την πολυπλοκότητα και το ρίσκο της CSAR αποστολής που διέσωσε το 2ο μέλος του πληρώματος του F-15, ας διαβάσει τον Tom Cooper», ανέφερε ο πιλότος.