Με ιδιαίτερα αιχμηρό λόγο και χωρίς καμία διάθεση να ωραιοποιήσει την κατάσταση, ο πρέσβης ε.τ. Γιώργος Αϋφαντής, μιλώντας στην εκπομπή «Geopolitics» με τον Σάββα Καλεντερίδη στην τηλεόραση της «Ναυτεμπορικής», περιέγραψε ένα πολεμικό και διπλωματικό τοπίο που όχι μόνο δεν οδηγεί σε άμεση εκτόνωση, αλλά αντιθέτως παράγει νέα αδιέξοδα σε Μέση Ανατολή, Κύπρο και Ανατολική Μεσόγειο.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκε το διάγγελμα του Ντόναλντ Τραμπ για τον πόλεμο, με τον έμπειρο διπλωμάτη να εκτιμά ότι ο Αμερικανός πρόεδρος δεν παρουσίασε κανένα πραγματικό σχέδιο απεμπλοκής. Όπως υποστήριξε, η αρχική προσδοκία ήταν ότι θα ανακοινωνόταν ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα εξόδου των ΗΠΑ από την κρίση. Αντί αυτού, ο Τραμπ, κατά τον Γιώργο Αϋφαντή, απευθύνθηκε πρωτίστως στο εσωτερικό του αμερικανικού ακροατηρίου, δίνοντας στον εαυτό του διορία δύο έως τριών εβδομάδων για να «κάμψει» το Ιράν, χωρίς να εξηγεί πώς μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο.
Ο πρέσβης ε.τ. υπογράμμισε ότι ο στόχος του ανοίγματος των Στενών του Ορμούζ, όπως παρουσιάζεται από την Ουάσιγκτον, είτε προϋποθέτει την πλήρη εξουδετέρωση της ιρανικής δυνατότητας να απειλεί τη ναυσιπλοΐα, είτε μια πολιτική συμφωνία με την Τεχεράνη. Και τα δύο, όπως είπε, δεν φαίνονται ρεαλιστικά υπό τις παρούσες συνθήκες. Μάλιστα, χαρακτήρισε μαξιμαλιστικό και εκ των πραγμάτων ανέφικτο το σενάριο της πλήρους στρατιωτικής επιβολής στο Ιράν, ενώ σημείωσε ότι η ρητορική περί αλλαγής καθεστώτος ήδη έχει προσκρούσει στην πραγματικότητα.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο γεγονός ότι η στρατιωτική ισχύς των ΗΠΑ και του Ισραήλ δεν έχει καταφέρει να μετατραπεί σε πολιτικό αποτέλεσμα. Κατά τον ίδιο, αυτό είναι το βασικό πρόβλημα της αμερικανικής στρατηγικής: μπορεί να διαθέτει συντριπτική ισχύ, αλλά αδυνατεί να επιβάλει τη βούλησή της στην άλλη πλευρά. Σε αυτό το πλαίσιο, απέκλεισε ουσιαστικά το ενδεχόμενο μεγάλης χερσαίας εισβολής στο Ιράν, εξηγώντας ότι οι δυνάμεις που φέρονται να είναι διαθέσιμες δεν επαρκούν για κατοχή και διατήρηση εδάφους, αλλά μόνο για επιδρομικές επιχειρήσεις περιορισμένης κλίμακας, που και αυτές θα έχουν υψηλό κόστος.
Ο Γιώργος Αϋφαντής στάθηκε εκτενώς και στο ζήτημα των Στενών του Ορμούζ, επισημαίνοντας ότι το Ιράν και το Ομάν μπορούν να διαμορφώσουν νέο κανονιστικό πλαίσιο διέλευσης και ότι, στην πράξη, τα ελληνόκτητα πλοία δεν θεωρούνται ότι ανήκουν σε «φιλική χώρα». Αυτό, όπως είπε, μεταφράζεται σε σοβαρό οικονομικό κόστος για την ελληνική ναυτιλία, με τέλη διέλευσης, αυξημένα ασφάλιστρα και απώλεια ανταγωνιστικότητας έναντι Ινδών και Κινέζων εφοπλιστών. Με σκληρή γλώσσα, απέδωσε την εξέλιξη αυτή σε μια κοντόφθαλμη ελληνική πολιτική που, όπως υποστήριξε, επέλεξε να διαφημίσει υπερβολικά τον ρόλο της χώρας στη στήριξη αμερικανικών και ισραηλινών σχεδιασμών.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο έμπειρος διπλωμάτης συνέδεσε την αμερικανική αποτυχία και με τον παραγκωνισμό της παραδοσιακής διπλωματικής υπηρεσίας των ΗΠΑ. Εκτίμησε ότι η απουσία των επαγγελματιών διπλωματών από τον πυρήνα λήψης αποφάσεων έχει επιδεινώσει την κατάσταση, καθώς πρόσωπα χωρίς τη βαθιά γνώση των τοπικών ισορροπιών έχουν αναλάβει κρίσιμες διαπραγματεύσεις. Κατά τον ίδιο, η διπλωματία δεν είναι απλή εμπορική διαπραγμάτευση, αλλά απαιτεί κατανόηση του τρόπου σκέψης του αντιπάλου, των ορίων του και των κινήτρων του.
Αναφερόμενος στη διάρκεια του πολέμου, ο Γιώργος Αϋφαντής υποστήριξε ότι ο χρόνος δεν λειτουργεί καθαρά υπέρ κανενός. Το Ιράν φθείρεται, αλλά φθείρεται ταυτόχρονα και η αμερικανική εικόνα ισχύος, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονται ανίκανες να ολοκληρώσουν επιτυχώς μια σύγκρουση που οι ίδιες κλιμάκωσαν. Σημείωσε, επίσης, ότι η αμερικανική κοινωνία ενδέχεται να αντιδράσει εντονότερα όσο η ενεργειακή κρίση βαθαίνει, κάτι που θα μπορούσε να έχει πολιτικό αντίκτυπο στις ενδιάμεσες εκλογές.
Στο δεύτερο μέρος της παρέμβασής του, η συζήτηση μεταφέρθηκε στην Κύπρο και στην ενεργειακή συμφωνία με την Αίγυπτο για τα κοιτάσματα «Αφροδίτη» και «Κρόνος». Ο πρέσβης ε.τ. χαρακτήρισε την εξέλιξη αυτή σημαντική πολιτικοδιπλωματική επιτυχία της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς ενισχύει τη διεθνή της βαρύτητα και ακυρώνει στην πράξη την τουρκική ρητορική περί αποκλειστικού ελέγχου των ενεργειακών σχεδίων στην Ανατολική Μεσόγειο. Προειδοποίησε, ωστόσο, ότι η Άγκυρα δεν θα μείνει αδρανής και ότι θα επιχειρήσει είτε μέσω εκφοβισμού είτε επί του πεδίου να αντιδράσει.
Για τον λόγο αυτό, έθεσε με έμφαση το ζήτημα της κυπριακής αποτροπής, υποστηρίζοντας ότι η Κυπριακή Δημοκρατία χρειάζεται αεροπορία και ναυτικό, ενώ η Ελλάδα, ως εγγυήτρια δύναμη και ως χώρα που συνδέεται με την Κύπρο με εθνικούς και στρατηγικούς δεσμούς, έχει υποχρέωση να τη στηρίζει ουσιαστικά. Ξεκαθάρισε ότι η παρουσία ελληνικών μέσων στο νησί δεν μπορεί να τίθεται σε λογική εξίσωσης με τις τουρκικές απαιτήσεις και ότι το εθνικό συμφέρον δεν μπαίνει κάτω από τις ισορροπίες της Συμμαχίας.
Τέλος, ο Γιώργος Αϋφαντής αναφέρθηκε και στο ζήτημα των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο, επισημαίνοντας ότι η Λευκωσία οφείλει να χρησιμοποιήσει το θέμα ως διαπραγματευτικό μοχλό πίεσης προς το Λονδίνο, εφόσον η βρετανική στάση κινηθεί ξανά σε γραμμή πίεσης προς την Κυπριακή Δημοκρατία. Με άλλα λόγια, εισηγήθηκε μια σκληρή αλλά προσεκτικά μελετημένη διαπραγματευτική τακτική, που να υπενθυμίζει πως οι βάσεις υπάρχουν επειδή η Κυπριακή Δημοκρατία το έχει επιτρέψει.
Το συνολικό στίγμα της συνέντευξης ήταν σαφές! O πόλεμος δεν δείχνει να τελειώνει σύντομα, η αμερικανική στρατηγική παράγει περισσότερα προβλήματα απ’ όσα λύνει, η Ελλάδα καλείται να πληρώσει γεωοικονομικό κόστος για επιλογές που διαφήμισε υπερβολικά, ενώ η Κύπρος βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική ευκαιρία, η οποία όμως απαιτεί ισχύ, αποτροπή και καθαρή στρατηγική γραμμή.