Γράφει ο Γεώργιος Κ. Τασούδης
Στη θεωρία του πολέμου, όπως αυτή διατυπώθηκε από τον Carl von Clausewitz στο μνημειώδες έργο του Περί του πολέμου, η έννοια του «κέντρου βάρους» αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο στη στρατηγική ανάλυση. Το κέντρο βάρους συνιστά την πηγή της ισχύος του αντιπάλου· εκείνο το σημείο στο οποίο, αν κατευθυνθεί το κύριο πλήγμα με επιμονή και συγκέντρωση, μπορεί να οδηγήσει σε αποφασιστική νίκη. Αντιστρόφως, η αποτυχία εντοπισμού και προσβολής του οδηγεί σχεδόν αναπόφευκτα σε παρατεταμένες και αμφίρροπες συγκρούσεις. Όταν αυτό το σημείο εντοπίζεται λάθος, ο πόλεμος δεν χάνεται απαραίτητα — αλλά σπάνια κερδίζεται.
Υπό αυτό το πρίσμα, η συνεχιζόμενη αντιπαράθεση μεταξύ Η.Π.Α. – Ισραήλ και Ιράν μπορεί να ερμηνευθεί πρωτίστως ως ένδειξη αδυναμίας προσβολής του πραγματικού κέντρου βάρους της ιρανικής ισχύος. Παρά τα επανειλημμένα πλήγματα —είτε αυτά αφορούν την εξόντωση ανώτερων στρατιωτικών και πολιτικών στελεχών, είτε την προσβολή κρίσιμων εγκαταστάσεων— η επιχειρησιακή και πολιτική συνοχή του Ιράν δεν έχει καμφθεί.
Ακόμη και η εξουδετέρωση της κορυφής της ιεραρχίας, όπως του Ανώτατου Ηγέτη Ali Khamenei, δεν οδήγησε σε κατάρρευση — γεγονός που υποδηλώνει ότι το πραγματικό κέντρο βάρους βρίσκεται αλλού. Ή ότι δεν ήταν ποτέ εκεί.
Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι το ιρανικό κέντρο βάρους δεν είναι προσωποκεντρικό ούτε περιορίζεται σε υλικές υποδομές. Αντιθέτως, φαίνεται να εδράζεται πρωτίστως στην πολιτικο-στρατιωτική συνοχή του καθεστώτος, η οποία υποστηρίζεται από τη θεσμική του ανθεκτικότητα, την ιδεολογική συνοχή, τη διάχυση της στρατιωτικής ισχύος και την ικανότητά του να διεξάγει ασύμμετρο πόλεμο.
Σε αυτή την εξίσωση πρέπει να προστεθεί και η εξωτερική διάσταση. Eκτιμάται ότι το Ιράν ενισχύεται—άμεσα ή έμμεσα—και μέσω ευρύτερων στρατηγικών του διασυνδέσεων, συμπεριλαμβανομένων εξωπεριφερειακών δρώντων, όπως η Ρωσία και η Κίνα, μέσω παροχής τεχνογνωσίας, τεχνολογίας και ευρύτερης στρατηγικής στήριξης. Ανεξαρτήτως του ακριβούς εύρους της, η ενίσχυση αυτή συμβάλλει στην αύξηση της ανθεκτικότητας του συστήματος.
Εξίσου σημαντική είναι η διάσταση της ενότητας σκοπού στον αντίπαλο συνασπισμό. Ο Clausewitz επισημαίνει ότι όταν περισσότερα κράτη δρουν από κοινού, η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται από το κατά πόσο συγκροτούν μια πραγματικά ενιαία στρατηγική οντότητα. Στην περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ, είναι εύλογο να υποστηριχθεί ότι υφίσταται διαφοροποίηση στη στοχοθεσία. οι πρώτες ενδέχεται να επιδιώκουν τον έλεγχο της κλιμάκωσης και τη διατήρηση της περιφερειακής ισορροπίας, ενώ το δεύτερο να στοχεύει σε πιο άμεση και ριζική εξουδετέρωση της απειλής. Αυτή η απόκλιση περιορίζει τη δυνατότητα συγκέντρωσης ισχύος στο αποφασιστικό σημείο.
Από την πλευρά του, το Ιράν φαίνεται να αξιοποιεί μια άλλη κεντρική αρχή της κλαουζεβιτσιανής σκέψης, την υπεροχή της άμυνας ως μορφής πολέμου. Η άμυνα, κατά τον Clausewitz, είναι εγγενώς ισχυρότερη, όχι επειδή οδηγεί από μόνη της στη νίκη, αλλά επειδή παρέχει τα μέσα για την απορρόφηση των πληγμάτων, τη φθορά του αντιπάλου και τη μετατροπή του χρόνου σε στρατηγικό πλεονέκτημα — ιδίως υπό τις συνθήκες της λεγόμενης «τριβής», που δυσχεραίνει τη μετατροπή της ισχύος σε αποφασιστικό αποτέλεσμα. Σε τέτοιες συνθήκες, ο χρόνος παύει να είναι ουδέτερος παράγοντας — και μετατρέπεται σε όπλο.
Η σκέψη του Clausewitz προσφέρει, ωστόσο, και ένα επόμενο βήμα. Όταν η άμεση προσβολή του κέντρου βάρους αποτυγχάνει, τότε η στρατηγική μπορεί να στραφεί σε εναλλακτικές οδούς φθοράς. Αυτές περιλαμβάνουν είτε την κατάληψη και τον έλεγχο εδάφους με ζωτική αξία, είτε την προσβολή των συμμάχων και των στηριγμάτων του αντιπάλου. Στην περίπτωση του Ιράν, αυτό θα μπορούσε να μεταφραστεί είτε σε προσπάθειες άμεσης γεωγραφικής πίεσης είτε σε πίεση προς τα ευρύτερα στρατηγικά του στηρίγματα — συμπεριλαμβανομένων εξωπεριφερειακών δρώντων, πέραν των άμεσων συμμάχων και δικτύων επιρροής του. Ωστόσο, και οι δύο επιλογές ενέχουν υψηλό κόστος και κινδύνους κλιμάκωσης, γεγονός που εξηγεί την έως τώρα διστακτικότητα στην πλήρη υιοθέτησή τους.
Συνολικά, η εικόνα που προκύπτει είναι αυτή μιας σύγκρουσης που παρατείνεται όχι λόγω έλλειψης στρατιωτικής ισχύος, αλλά λόγω στρατηγικής ασυμμετρίας. Η αδυναμία εντοπισμού και προσβολής του πραγματικού κέντρου βάρους του Ιράν, σε συνδυασμό με την πιθανή απόκλιση στόχων στον αντίπαλο συνασπισμό, την εξωτερική ενίσχυση και την αποτελεσματική αξιοποίηση της άμυνας από την ιρανική πλευρά, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια μακρόχρονη και αμφίρροπη αντιπαράθεση.
Η ανάλυση αυτή επιβεβαιώνει, τελικά, τη διαχρονική ισχύ της κλαουζεβιτσιανής σκέψης. Ο πόλεμος δεν κρίνεται από επιμέρους επιτυχίες, αλλά από την ικανότητα σύνδεσης του πολιτικού σκοπού με τη στρατιωτική δράση και από τη συγκέντρωση της ισχύος εκεί όπου πραγματικά έχει σημασία. Χωρίς αυτά τα στοιχεία, ακόμη και οι ισχυρότεροι αντίπαλοι κινδυνεύουν να εγκλωβιστούν σε συγκρούσεις χωρίς καθοριστική έκβαση — πλήττοντας, τελικά, όχι τον αντίπαλο, αλλά την ίδια τη στρατηγική τους.