breaking newsΔιεθνή

Υπό αμφισβήτηση το εμπορικό προνόμιο του Πακιστάν στην ΕΕ λόγω των συνεχιζόμενων παραβιάσεων δικαιωμάτων

Στο μικροσκόπιο επανέρχεται το καθεστώς GSP+ του Πακιστάν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς εντείνονται οι φωνές που ζητούν επανεξέταση, ακόμη και αναστολή, των εμπορικών προτιμήσεων που απολαμβάνει η χώρα λόγω της επίμονης επιδείνωσης στο πεδίο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το GSP+ αποτελεί το ειδικό καθεστώς προτιμησιακής πρόσβασης της ΕΕ για χώρες που δεσμεύονται να εφαρμόζουν 27 διεθνείς συμβάσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα εργασιακά δικαιώματα, τη χρηστή διακυβέρνηση και την προστασία του περιβάλλοντος. Το Πακιστάν είναι από τους μεγαλύτερους ωφελημένους του μηχανισμού από το 2014, ιδίως στον κλάδο των εξαγωγών κλωστοϋφαντουργίας προς την ευρωπαϊκή αγορά.

Παρά τα οικονομικά οφέλη, οι ενδείξεις που καταγράφονται από ευρωπαϊκές παρεμβάσεις, διεθνείς οργανώσεις και φορείς παρακολούθησης δείχνουν ότι η χώρα δεν έχει επιδείξει τη σταθερή και ουσιαστική πρόοδο που απαιτεί το συγκεκριμένο πλαίσιο. Αντίθετα, οι ανησυχίες επικεντρώνονται σε κρίσιμα ζητήματα όπως οι νόμοι περί βλασφημίας, οι εξαναγκαστικές εξαφανίσεις, η συρρίκνωση του δημοσίου χώρου, οι πιέσεις κατά των δημοσιογράφων, η χρήση στρατιωτικών δικαστηρίων για πολίτες και οι διώξεις θρησκευτικών μειονοτήτων. Στην ατζέντα της ευρωπαϊκής παρακολούθησης περιλαμβάνονται ακριβώς αυτά τα θέματα, μαζί με τη δικαστική μεταρρύθμιση, την αποτροπή βασανιστηρίων, τη θανατική ποινή και την προστασία των γυναικών και των μειονοτήτων.

Ιδιαίτερα σοβαρή θεωρείται η κατάσταση γύρω από το καθεστώς της βλασφημίας. Το 2023, η Εθνοσυνέλευση του Πακιστάν ενέκρινε τροποποίηση της ποινικής νομοθεσίας που αύξησε την ποινή φυλάκισης για προσβολή ιερών ισλαμικών προσώπων από τρία σε δέκα έτη. Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς θεωρήθηκε ευθέως ασύμβατη με τις υποχρεώσεις της χώρας ως προς την ελευθερία της έκφρασης και την ελευθερία θρησκείας ή πεποίθησης. Παράλληλα, διεθνείς οργανώσεις και αναλύσεις που σχετίζονται με την ευρωπαϊκή παρακολούθηση σημειώνουν ότι οι νόμοι αυτοί συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά, τροφοδοτώντας όχλους, βία και επιθέσεις κατά χριστιανικών κοινοτήτων, όπως φάνηκε χαρακτηριστικά και στην υπόθεση Τζαρανουάλα το 2023.

Η κατάσταση των θρησκευτικών και άλλων μειονοτήτων παραμένει εξίσου ανησυχητική. Χριστιανοί, Αχμαντί, Ινδουιστές και σιιτικές κοινότητες συνεχίζουν να βρίσκονται αντιμέτωποι με διακρίσεις, παρενοχλήσεις και συχνά βίαιες επιθέσεις, μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η ατιμωρησία λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής του προβλήματος. Η ίδια η ευρωπαϊκή παρακολούθηση έχει επισημάνει ότι η ελευθερία θρησκείας και τα δικαιώματα των μειονοτήτων παραβιάζονται συστηματικά και έχει καλέσει το Ισλαμαμπάντ να προχωρήσει σε σαφείς παρεμβάσεις κατά των ψευδών κατηγοριών για βλασφημία, των λιντσαρισμάτων και των διακρίσεων. Μέχρι στιγμής, όμως, δεν έχει υπάρξει καμία ουσιαστική μεταρρύθμιση του πλαισίου.

Αρνητική είναι και η εικόνα στο πεδίο της ελευθερίας της έκφρασης και της λειτουργίας της κοινωνίας των πολιτών. Η Human Rights Watch καταγράφει για το 2024 και το 2025 εντεινόμενη πίεση κατά μέσων ενημέρωσης, δημοσιογράφων, πολιτικών αντιπάλων και μη κυβερνητικών οργανώσεων. Αναφέρονται εκφοβισμοί, παρακολουθήσεις, αυθαίρετες συλλήψεις και εξαφανίσεις, ενώ ξεχωρίζει η υπόθεση του δημοσιογράφου Imran Riaz Khan, ο οποίος κρατήθηκε επί μήνες το 2023 χωρίς να του απαγγελθούν κατηγορίες. Παράλληλα, η ψήφιση νόμων όπως ο Peaceful Assembly and Public Order Act 2024 και οι περιορισμοί κατά κινημάτων όπως το Pashtun Tahaffuz Movement ενισχύουν την εντύπωση ότι το Πακιστάν περιορίζει διαρκώς τον δημόσιο χώρο αντί να τον διευρύνει.

Σοβαρό κεφάλαιο παραμένουν επίσης οι εξαναγκαστικές εξαφανίσεις, οι εξωδικαστικές εκτελέσεις και οι καταγγελίες για συστηματικές παραβιάσεις σε περιοχές όπως το Μπαλοχιστάν και η Χάιμπερ Παχτούνχβα. Διεθνείς αποτιμήσεις περιγράφουν το Μπαλοχιστάν ως «μαύρη τρύπα» ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με δυνάμεις ασφαλείας να κατηγορούνται για απαγωγές, μυστικές κρατήσεις και καταστολή πολιτικών ακτιβιστών, φοιτητών και υπερασπιστών δικαιωμάτων. Η κατάσταση αυτή θεωρείται ασύμβατη τόσο με το Διεθνές Σύμφωνο Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων όσο και με τη Σύμβαση κατά των Βασανιστηρίων, που αποτελούν κεντρικά στοιχεία των δεσμεύσεων του GSP+.

Νέες ανησυχίες προκαλεί και η πολιτική του Πακιστάν απέναντι στους Αφγανούς πρόσφυγες και μετανάστες. Η χώρα έχει δεχθεί έντονη κριτική για εκστρατείες επιστροφών και απελάσεων, με την UNHCR να έχει καταγράψει χιλιάδες απελάσεις ακόμη και το 2024, ενώ οι μαζικές επιστροφές από το 2025 συνέχισαν να αυξάνονται. Ευρωπαϊκοί και διεθνείς φορείς θεωρούν ότι τέτοιες πρακτικές εγείρουν σοβαρά ερωτήματα συμμόρφωσης με βασικές αρχές προστασίας, περιλαμβανομένης της αρχής της μη επαναπροώθησης. Το θέμα έχει ήδη αρχίσει να συνδέεται ανοιχτά με τη συζήτηση για το αν η ΕΕ μπορεί να συνεχίσει να παρέχει εμπορικά προνόμια σε ένα κράτος που κατηγορείται ότι υπονομεύει θεμελιώδεις διεθνείς υποχρεώσεις.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ενισχύονται οι τοποθετήσεις που ζητούν από τις Βρυξέλλες πιο αυστηρή στάση. Σε δημόσιες παρεμβάσεις και διεθνείς εκδηλώσεις, ευρωπαίοι πολιτικοί, νομικοί και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν ήδη θέσει το ζήτημα ευθέως, υποστηρίζοντας ότι η συνέχιση του GSP+ χωρίς πραγματική συμμόρφωση ακυρώνει τον ίδιο τον σκοπό του μηχανισμού. Από την άλλη, η ΕΕ, στις επίσημες επαφές της με το Πακιστάν, συνεχίζει να συνδυάζει πίεση με αναγνώριση ορισμένων επιμέρους βημάτων, χωρίς ωστόσο να έχει προχωρήσει μέχρι στιγμής σε αναστολή του καθεστώτος.

Το πολιτικό ερώτημα που πλέον τίθεται όλο και πιο έντονα είναι αν η Ευρωπαϊκή Ένωση θα επιμείνει στην αρχή ότι τα εμπορικά προνόμια συνδέονται με μετρήσιμη πρόοδο στα δικαιώματα ή αν θα συνεχίσει να ανέχεται μια κατάσταση όπου οι οικονομικές ωφέλειες παραμένουν, ενώ οι βασικές δεσμεύσεις μένουν στα χαρτιά. Για πολλούς στις Βρυξέλλες και στο ευρωπαϊκό κοινοβουλευτικό πεδίο, η υπόθεση του Πακιστάν εξελίσσεται πλέον σε δοκιμασία αξιοπιστίας για την ίδια την ευρωπαϊκή πολιτική αιρεσιμότητας.

Back to top button