Τα εμβόλια προστατεύουν σε τεράστιο ποσοστό, από την ανάπτυξη σοβαρών συμπτωμάτων και το θάνατο, και αυτό φαίνεται να αποδεικνύεται και μέσα από την ανάλυση των δεδομένων που καταγράφονται καθημερινά και στα νοσηλευτήρια της Κύπρου. Ωστόσο, η εμπειρία των πρώτων σχεδόν έξι μηνών, από την ημέρα έναρξης του εμβολιαστικού προγράμματος στην Κύπρο, έχει αποδείξει ότι ακόμα και άτομα τα οποία έχουν λάβει και τις δύο δόσεις, του οποιουδήποτε διαθέσιμου εμβολίου, μπορούν και να μολυνθούν και να μεταδώσουν τον ιό και σε κάποιες περιπτώσεις, να νοσήσουν και να εισαχθούν σε νοσηλευτήριο.
Το υπουργείο Υγείας, έδωσε χθες στη δημοσιότητα, απαντήσεις σε ερωτήματα που πλέον φαίνεται να απαντώνται από την μέχρι τώρα εμπειρία, τονίζοντας ότι τα δεδομένα που προκύπτουν επιβάλλουν συνέχιση της τήρησης των μέτρων προστασίας, και μετά τον εμβολιασμό.
Για πρώτη φορά επίσημα, οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, αφήνουν ανοικτό το ενδεχόμενο για χορήγηση και τρίτης, ενισχυτικής δόσης με την πάροδο κάποιων μηνών και υπογραμμίζουν ότι ακόμα δεν έχει ξεκαθαρίσει το χρονικό διάστημα διάρκειας της αποτελεσματικότητας των εμβολίων.
Σύμφωνα λοιπόν από τις μέχρι τώρα διαπιστώσεις:
– Τα εμβόλια μειώνουν τον κίνδυνο εκδήλωσης συμπτωμάτων και τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης από τον ιό. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί ταυτόχρονα μειώνεται ο κίνδυνος νοσηλειών, ο κίνδυνος απώλειας ανθρώπινων ζωών και ο κίνδυνος μακροχρόνιων επιπλοκών που προκαλεί ο ιός σε κάποιους ασθενείς, όπως επιπλοκές από το καρδιαγγειακό και το αναπνευστικό σύστημα.
– Ωστόσο, επειδή κανένα εμβόλιο δεν είναι 100% αποτελεσματικό, ένα μικρό ποσοστό των πλήρως εμβολιασμένων ατόμων ενδέχεται να προσβληθεί από τον ιό SARS-COV-2 και να νοσήσει από COVID-19 ακόμα και μετά τη λήψη όλων των απαιτούμενων δόσεων του εμβολίου.
– Επιπλέον, μετά τη χορήγηση της 1ης ή και της 2ης δόσης του εμβολίου χρειάζονται μερικές εβδομάδες για να αναπτύξει κάποιος ανοσία και να είναι προστατευμένος. Αυτό σημαίνει ότι είναι πιθανό ένα άτομο να προσβληθεί από τον κορωνοϊό λίγο πριν ή λίγο μετά τη λήψη του εμβολίου και να νοσήσει.
– Για αυτό, πρέπει να συνεχίσουμε να τηρούμε τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης και να ακολουθούμε όλα τα μέτρα πρόληψης που έχει αποδειχθεί ότι είναι αποτελεσματικά και μας κρατούν ασφαλείς (χρήση μάσκας, τακτική και σχολαστική υγιεινή των χεριών, καθαριότητα του χώρου όπου ζούμε ή εργαζόμαστε).
Σε σχέση με την αποτελεσματικότητα των εμβολίων και τη διάρκεια τους:
– Με βάση τα μέχρι τώρα διαθέσιμα στοιχεία δεν γνωρίζουμε τη διάρκεια προστασίας που μας προσφέρουν τα εμβόλια έναντι του κορωνοϊού. Η διάρκεια της προστασίας που παρέχεται από τον εμβολιασμό αναμένεται ότι είναι μεγαλύτερη από τη φυσική ανοσία η οποία αποκτάται μετά τη φυσική λοίμωξη.
– Τα άτομα που εμβολιάστηκαν στο πλαίσιο των κλινικών δοκιμών θα συνεχίσουν να παρακολουθούνται, προκειμένου να συγκεντρωθούν περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη διάρκεια της προστασίας και κατά πόσο και πότε θα χρειαστεί η χορήγηση αναμνηστικής δόσης. Επιπλέον, με τον εμβολιασμό περισσοτέρων ατόμων αναμένεται ότι θα έχουμε περισσότερα δεδομένα για τη διάρκεια της ανοσίας που προσφέρει το εμβόλιο.
Για τα άτομα που έχουν προσβληθεί από τον κορωνοϊό:
– Σύμφωνα με τις τρέχουσες συστάσεις, ένα άτομο πρέπει να εμβολιαστεί ανεξαρτήτως από το εάν έχει ήδη νοσήσει από τον κορωνοϊό καθώς είναι πιθανό να μολυνθεί ξανά.
– Προηγούμενη νόσηση, μπορεί να προσφέρει κάποια προστασία, γνωστή ως φυσική ανοσία, η οποία ωστόσο δεν φαίνεται να είναι αρκετή για να προστατέψει από μια ενδεχόμενη επαναμόλυνση με τον ιό.
– Τα σημερινά στοιχεία υποδηλώνουν ότι η επαναμόλυνση με τον ιό, δεν είναι συχνή τους μήνες μετά την αρχική λοίμωξη, αλλά μπορεί να αυξηθεί με την πάροδο του χρόνου.
– Ο εμβολιασμός μετά από νόσηση με COVID-19 διενεργείται εντός τριών (3) μηνών μετά την ανάρρωση και αφού έχουν περάσει τουλάχιστον 42 ημέρες μετά από την ανάρρωση/αρνητικότητα στα διαγνωστικά τεστ.
– Σε άτομα τα οποία νόσησαν σοβαρά και έλαβαν θεραπεία με εξειδικευμένες θεραπείες συστήνεται όπως ο εμβολιασμός διενεργείται μετά από 90 ημέρες.
149 αναφορές, οι 26 αφορούσαν σοβαρές παρενέργειες
Συνολικά 149 αναφορές πιθανών ανεπιθύμητων παρενεργειών μετά τη χορήγηση εμβολίου κατά του κορωνοϊού, καταγράφηκαν στην Κύπρο, σύμφωνα με την αναπληρώτρια διευθύντρια των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών, Έλενα Παναγιωτοπούλου.
Οι 123 αναφορές αφορούσαν ήπιες έως μέτριες παρενέργειες, ενώ οι 26 πιο σοβαρές. Αναλυτικά, «υπήρξαν 75 αναφορές παρενεργειών από άτομα που έλαβαν το σκεύασμα της Pfizer, 71 από άτομα που έλαβαν το εμβόλιο της AstraZeneca και τρεις από άτομα που τους χορηγήθηκε το εμβόλιο της Moderna». Ωστόσο, όπως υπέδειξε η κ. Παναγιωτοπούλου, «χορηγήθηκε διπλάσιος αριθμός εμβολίων από τη Pfizer σε σύγκριση με την AstraZeneca». Από τις σοβαρές αναφορές παρενεργειών, οι 12 αφορούσαν άτομα που έλαβαν το εμβόλιο της Pfizer και οι 14 το εμβόλιο της AstraZeneca.
Τα περιστατικά που αναφέρθηκαν αφορούσαν αλλεργικές αντιδράσεις, πάρεση προσώπου, δύσπνοια, διάρροια, καθώς επίσης και θρομβώσεις και όπως εξήγησε η αναπληρώτρια διευθύντρια Φαρμακευτικών Υπηρεσιών, «από τις τρεις αναφορές που αφορούσαν θρομβώσεις, οι δύο αφορούν άτομα που έλαβαν το εμβόλιο της AstraZeneca και η μια άτομο που έλαβε το εμβόλιο της Pfizer, ενώ όλες ήταν αντιμετωπίσιμες». Τόνισε, ωστόσο, ότι «πρόκειται για αναφορές», αφού δεν έχει αποδειχθεί η διασύνδεση τους με τον εμβολιασμό. Η κ. Παναγιωτοπούλου, ανέφερε καταλήγοντας ότι «υπήρξαν και κακόβουλες αναφορές, άτομα δηλαδή που ανέφεραν παρενέργειες επί σκοπού».
Aνεπιθύμητες ενέργειες
> Μερικές ήπιες ανεπιθύμητες ενέργειες, οι οποίες μπορεί να παρουσιαστούν μετά τον εμβολιασμό, είναι ενδείξεις ότι ο οργανισμός αναπτύσσει ανοσία.
> Τυχόν ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίζονται συνήθως τις πρώτες ημέρες από τη λήψη του εμβολίου. Οι περισσότερες είναι ήπιες ή μέτριας έντασης και υποχωρούν μέσα σε λίγες ημέρες.
> Οι σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν μακροχρόνια προβλήματα υγείας είναι εξαιρετικά απίθανες.
> Η παρακολούθηση των εμβολίων έχει δείξει ιστορικά ότι οι ανεπιθύμητες ενέργειες συμβαίνουν γενικά εντός έξι (6) εβδομάδων από τη λήψη της δόσης του εμβολίου.
Όπως επεσήμανε στη σχετική ανακοίνωσή του το υπουργείο Υγείας, «οι σοβαρές 26 αναφορές καταγράφηκαν σε αναλογία < 1/10.000 εμβολιασμών».