Η επιστροφή 48 εκκλησιαστικών κειμηλίων από τη Βουλγαρία επαναφέρει ένα ιστορικό και πολιτικό ερώτημα: γιατί η απόδοση θησαυρών που αφαιρέθηκαν από ελληνικές μονές συνδέεται με την παράδοση ανταλλάγματος, όταν η Συνθήκη του Νεϊγύ προέβλεπε ήδη την επιστροφή τους;
Αυτό είναι το κεντρικό ζήτημα που αναδεικνύει ο δημοσιογράφος Γιώργος Καρανίκας, στο άρθρο του «Διαγράφουμε την συνθήκη του Νεϊγύ;», που δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Χρόνος» στις 7 Οκτωβρίου. Η παρέμβασή του στρέφεται κατά της λογικής της ανταλλαγής και της πανηγυρικής παρουσίασης μιας συμφωνίας που αφορά μέρος των θησαυρών που διεκδικεί η ελληνική πλευρά.
Η υποχρέωση που διατυπώθηκε το 1919
Η Συνθήκη του Νεϊγύ υπογράφηκε στις 27 Νοεμβρίου 1919, μετά την ήττα της Βουλγαρίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πέρα από τις εδαφικές και οικονομικές ρυθμίσεις, περιλάμβανε συγκεκριμένη πρόβλεψη για την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών.
Το άρθρο 126 όριζε ότι η Βουλγαρία αναλαμβάνει να αναζητήσει και να επιστρέψει χωρίς καθυστέρηση στην Ελλάδα, τη Ρουμανία και το Σερβοκροατοσλοβενικό Κράτος αρχεία, έγγραφα και αντικείμενα αρχαιολογικού, ιστορικού ή καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος που είχαν απομακρυνθεί από τα εδάφη τους κατά τον πόλεμο.
Στη διάταξη αυτή στηρίζεται η κριτική του Καρανίκα: η επιστροφή των λεηλατημένων κειμηλίων αποτελούσε υποχρέωση της βουλγαρικής πλευράς, επομένως η αντιμετώπισή τους ως στοιχείων μιας αμοιβαίας συναλλαγής δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα.
Ο αρθρογράφος υπενθυμίζει και την παράδοση χειρογράφων το 1923. Σύμφωνα με την ιστορική αναδρομή του, η ελληνική αντιπροσωπεία παρέλαβε κιβώτια τα οποία παρουσιάστηκαν ως το σύνολο των αφαιρεθέντων, αλλά περιείχαν μόνο περιορισμένο αριθμό χειρογράφων. Κατά τον ίδιο, η εκκρεμότητα δεν έκλεισε ποτέ, παρά τους μεταγενέστερους βουλγαρικούς ισχυρισμούς.
Τι περιλαμβάνει η πρόσφατη συμφωνία
Στις 3 Οκτωβρίου 2026, στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης, υπογράφηκαν τα πρωτόκολλα παράδοσης και παραλαβής, παρουσία των πρωθυπουργών Ελλάδας και Βουλγαρίας.
Τα 48 κειμήλια προέρχονται από την Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσας, την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης. Η ελληνική πλευρά παραδίδει τα λείψανα που έχουν ταυτοποιηθεί ως ανήκοντα στον τσάρο Σαμουήλ, μαζί με το υπόλοιπο ανθρωπολογικό υλικό από τέσσερις σαρκοφάγους της Βασιλικής του Αγίου Αχιλλείου στις Πρέσπες.
Η επίσημη ανακοίνωση προβλέπει συνέχιση των διαπραγματεύσεων για ιστορικά αντικείμενα που δεν περιλήφθηκαν στην παρούσα συμφωνία. Τα επιστραφέντα κειμήλια θα εκτίθενται στη Θεσσαλονίκη έως τις 5 Νοεμβρίου και κατόπιν θα αποδοθούν στους φορείς προέλευσής τους.
Οι θησαυροί που παραμένουν εκτός
Οι εκκρεμείς διεκδικήσεις δείχνουν ότι η επιστροφή των 48 αντικειμένων δεν ολοκληρώνει τον επαναπατρισμό.
Ο Μητροπολίτης Δράμας Δωρόθεος, σε επιστολή του προς την υπουργό Πολιτισμού, αναφέρει ότι από την Εικοσιφοίνισσα είχαν αφαιρεθεί 800 ιερά κειμήλια και 430 χειρόγραφα. Εκφράζει επίσης την ανησυχία ότι η παράδοση των λειψάνων του Σαμουήλ αποδυναμώνει τη διαπραγματευτική δυνατότητα της Ελλάδας για όσα παραμένουν στη Βουλγαρία.
Η Μητρόπολη Ξάνθης και Περιθεωρίου διεκδικεί ακόμη 50 αντικείμενα από τις Μονές Παναγίας Καλαμούς και Παναγίας Αρχαγγελιώτισσας, ζητώντας την επιστροφή τους έξω από τη λογική ανταλλαγής. Παράλληλα, η Ιερά Σύνοδος χαιρέτισε τον επαναπατρισμό των 48 κειμηλίων, εκφράζοντας την προσδοκία να ακολουθήσουν νέες επιστροφές.
Το ερώτημα περί «διαγραφής» της Συνθήκης του Νεϊγύ αποτελεί την αιχμηρή πολιτική θέση του Καρανίκα· δεν τεκμηριώνει από μόνο του νομική κατάργησή της. Αναδεικνύει, όμως, ένα συγκεκριμένο ζήτημα που απαιτεί απάντηση: πώς διασφαλίζεται η διεκδίκηση του συνόλου των αφαιρεθέντων θησαυρών, μετά την ολοκλήρωση αυτής της ανταλλαγής;
Η επιστροφή των 48 κειμηλίων έχει αξία για τις μονές και την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας. Η ιστορική εκκρεμότητα, ωστόσο, παραμένει ανοιχτή όσο χειρόγραφα και εκκλησιαστικοί θησαυροί εξακολουθούν να βρίσκονται μακριά από τους τόπους στους οποίους ανήκουν.