Η Ελλάδα οφείλει να προσέρχεται στον στρατηγικό διάλογο με τις Ηνωμένες Πολιτείες με συγκεκριμένες απαιτήσεις και να εξασφαλίζει οφέλη αντίστοιχα της γεωπολιτικής αξίας της. Αυτό ήταν το κεντρικό μήνυμα του Θεόδωρου Νικολοβγένη, ο οποίος, μιλώντας στον Πελοπόννησος FM, συνέδεσε την ενίσχυση της κυπριακής άμυνας με την ανάγκη συνολικότερης στρατηγικής για τον Ελληνισμό στην Ανατολική Μεσόγειο.
Με αφετηρία τη στρατιωτική παρέλαση για την επέτειο της ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο αναλυτής στάθηκε τόσο στη διεθνή παρουσία όσο και στα οπλικά συστήματα που παρουσιάστηκαν. Η συμμετοχή ξένων αντιπροσωπειών, κατά την εκτίμησή του, αποτυπώνει τη διπλωματική αναβάθμιση της Λευκωσίας. Ωστόσο, έδωσε προτεραιότητα στις δυνατότητες της ίδιας της Κυπριακής Δημοκρατίας να υπερασπίζεται την κυριαρχία της.
Τα όπλα και το φρόνημα της Κύπρου
«Πιο σημαντικό απ’ όλα […] είναι τα δικά μας όπλα», υπογράμμισε, αναφερόμενος σε αντιαεροπορικά συστήματα Barak, πολλαπλούς εκτοξευτές ρουκετών Tamnava, πυραύλους Exocet και Spike.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η ενίσχυση αυτών των δυνατοτήτων διαμορφώνει συνθήκες αποτροπής και δυσχεραίνει την επιχειρησιακή ελευθερία της Τουρκίας γύρω από το νησί. Ιδιαίτερα για τους Exocet, στάθηκε στη δυνατότητα δημιουργίας ζωνών αντιπρόσβασης για το τουρκικό ναυτικό.
Εξίσου σημαντικό χαρακτήρισε το ηθικό των πεζοπόρων τμημάτων. Όπως επισήμανε, πίσω από τα οπλικά συστήματα βρίσκονται οι άνθρωποι που τα χειρίζονται, ενώ η διατήρηση του εθνικού φρονήματος αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο της αμυντικής ισχύος.
Αναφέρθηκε επίσης στην παρουσία ελληνικών F-16 και πολεμικού πλοίου στην περιοχή, την οποία ενέταξε στη λογική ενός ενιαίου στρατηγικού άξονα από τον Έβρο και το Αιγαίο μέχρι την Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο, με προέκταση προς το Ισραήλ. Κατά την προσέγγισή του, η ασφάλεια Ελλάδας και Κύπρου πρέπει να αντιμετωπίζεται μέσα σε αυτό το ευρύτερο γεωγραφικό πλαίσιο.
Η Κυπριακή Δημοκρατία ως πυλώνας του Ελληνισμού
Ο Νικολοβγένης χαρακτήρισε την Κυπριακή Δημοκρατία σημαντικό πυλώνα του Ελληνισμού, δίνοντας έμφαση στη διεθνή αναγνώριση του κράτους, στην ευρωπαϊκή του θέση και στην άσκηση ενεργού διπλωματίας.
Στάθηκε στις συμφωνίες οριοθέτησης ΑΟΖ που άρχισε να υπογράφει η Λευκωσία από το 2003, υποστηρίζοντας ότι συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας ουσιαστικής παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρθηκε στην απόρριψη του Σχεδίου Ανάν. Κατά την εκτίμησή του, η σημερινή διεθνής σημασία της Κύπρου διαψεύδει τις προειδοποιήσεις περί απομόνωσης και απουσίας προοπτικής που είχαν διατυπωθεί τότε. Η προσέλευση ξένων αντιπροσωπειών στην παρέλαση αποτέλεσε, για τον ίδιο, χαρακτηριστική εικόνα αυτής της εξέλιξης.
Παράλληλα, επέμεινε στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης και του ελληνικού χαρακτήρα της Κύπρου. Υπενθύμισε ότι ο αγώνας της ΕΟΚΑ είχε ως στόχο την Ένωση με την Ελλάδα και παρουσίασε τη δημιουργία του κυπριακού κράτους ως απότοκο εκείνου του αγώνα.
Τι πρέπει να διεκδικήσει η Αθήνα από τις ΗΠΑ
Στο δεύτερο σκέλος της παρέμβασής του, με αφορμή την επίσκεψη Μάρκο Ρούμπιο που συζητήθηκε ως επικείμενη, ο αναλυτής έθεσε το ζήτημα της αμοιβαιότητας στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις.
Υποστήριξε ότι η Σούδα, η Αλεξανδρούπολη και οι υπόλοιπες υποδομές που παρέχει η Ελλάδα έχουν μεγάλη σημασία για τον αμερικανικό σχεδιασμό. Πρόσθεσε ότι και η Κύπρος αποτελεί κρίσιμο σημείο στήριξης στην περιοχή.
Ακριβώς γι’ αυτό, άσκησε κριτική στα ανταλλάγματα που, κατά την αποτίμησή του, έχει εξασφαλίσει η Αθήνα. Αναφέρθηκε σε παραχωρήσεις θωρακισμένων οχημάτων και σε παλαιότερες εξαγγελίες στρατιωτικής βοήθειας, υποστηρίζοντας ότι δεν ανταποκρίνονται στη σημασία των ελληνικών διευκολύνσεων.
«Αν θέλουμε να μιλάμε για στρατηγικό διάλογο, θα πρέπει να σκεφτόμαστε στρατηγικά», τόνισε. Απέρριψε επίσης τη λογική της «στρατηγικής και διπλωματικής ανιδιοτέλειας», υπογραμμίζοντας ότι η συμμαχική σχέση πρέπει να παράγει συγκεκριμένα αποτελέσματα για τα ελληνικά συμφέροντα.
Ο Νικολοβγένης τάχθηκε υπέρ της στρατηγικής σύμπλευσης με τις ΗΠΑ στην παρούσα συγκυρία, αλλά ζήτησε από την ελληνική κυβέρνηση να αναδείξει το βάρος της χώρας και να το αξιοποιήσει διαπραγματευτικά. Όπως είπε, η Κύπρος έχει δείξει την αξία της και το ίδιο πρέπει να πράξει η Αθήνα, ώστε η συνεργασία να αποφέρει ουσιαστικό όφελος και να μην περιορίζεται στην αναγνώριση της Ελλάδας ως καλού συμμάχου.
Κλείνοντας, συνέδεσε τη σημερινή ανάγκη αυτοπεποίθησης με την ιστορική μνήμη, κάνοντας αναφορές στον Μέγα Αλέξανδρο και στους Βαλκανικούς Πολέμους. Το μήνυμα της παρέμβασής του ήταν ότι η διπλωματία, η αμυντική ισχύς και το εθνικό φρόνημα πρέπει να υπηρετούν κοινό στρατηγικό σκοπό.