Σε μια αιχμηρή ανάλυση, ο Σταύρος Καλεντερίδης σχολίασε τις διεθνείς εξελίξεις, εστιάζοντας στη στάση του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στο ΝΑΤΟ, στον πόλεμο στην Ουκρανία, στην αντιπαράθεση Ρωσίας-Δύσης και στη στρατιωτική συνεργασία Μόσχας-Πεκίνου.
Αρχικά, αναφέρθηκε στην πολιτική παρέμβαση Τραμπ στο Μουντιάλ, με αφορμή την υπόθεση της κόκκινης κάρτας του Μπαλογκάν. Ο Καλεντερίδης χαρακτήρισε το περιστατικό ενδεικτικό της συνολικής παρακμής θεσμών και κανόνων, υποστηρίζοντας ότι όταν η πολιτική εξουσία παρεμβαίνει ακόμη και σε αθλητικές αποφάσεις, τότε το πρόβλημα δεν είναι απλώς ποδοσφαιρικό, αλλά θεσμικό.
Στη συνέχεια πέρασε στο ΝΑΤΟ, υποστηρίζοντας ότι ο Τραμπ δεν σκοπεύει να αποσύρει τις Ηνωμένες Πολιτείες από τη Συμμαχία. Αντιθέτως, σύμφωνα με την ανάλυσή του, θέλει δύο πράγματα: περισσότερες ευρωπαϊκές παραγγελίες αμερικανικών όπλων και πολιτική στήριξη των συμμάχων στις επιχειρήσεις και στις επιλογές της Ουάσινγκτον.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στον πόλεμο της Ουκρανίας. Ο Καλεντερίδης υποστήριξε ότι το αφήγημα περί ουκρανικής αντεπίθεσης και αλλαγής κλίματος υπηρετεί κυρίως την ανάγκη άντλησης νέων χρημάτων από τους Ευρωπαίους φορολογούμενους. Όπως είπε, η Δύση θέλει να συνεχιστεί η χρηματοδότηση και η αγορά αμερικανικών οπλικών συστημάτων που στη συνέχεια διοχετεύονται στην Ουκρανία.
Παράλληλα, σημείωσε ότι οι ίδιες οι ρωσικές δηλώσεις δείχνουν πως η Μόσχα θεωρεί αυξημένο τον κίνδυνο ευρύτερης σύγκρουσης με την Ευρώπη μέχρι το 2030. Επικαλέστηκε το πλαίσιο του ευρωπαϊκού επανεξοπλισμού, το σχέδιο ετοιμότητας της ΕΕ και την αύξηση των αμυντικών δαπανών, τονίζοντας ότι και οι δύο πλευρές πλέον μιλούν ανοιχτά για πολεμική προετοιμασία.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το 2030 εμφανίζεται ως κρίσιμο χρονικό ορόσημο τόσο στη ρητορική της Δύσης όσο και της Ρωσίας. Η Ευρώπη κατηγορεί τη Μόσχα ότι μπορεί να επιτεθεί σε χώρα του ΝΑΤΟ, ενώ η Ρωσία υποστηρίζει ότι οι Ευρωπαίοι προετοιμάζονται για πόλεμο εναντίον της.
Ο Καλεντερίδης αναφέρθηκε και στο μέτωπο της Ουκρανίας, εκτιμώντας ότι η κατάσταση για το Κίεβο είναι πολύ δύσκολη σε περιοχές-κλειδιά, όπως η Κωνσταντινόφκα, ενώ υποστήριξε ότι μετά την πλήρη κατάληψή της θα ανοίξει ο δρόμος για νέες ρωσικές πιέσεις προς Σλαβιάνσκ και Κραματόρσκ.
Στο τελευταίο μέρος της ανάλυσής του, στάθηκε στη στρατιωτική συνεργασία Ρωσίας και Κίνας. Όπως ανέφερε, υπάρχουν πληροφορίες για αμοιβαίες μετεκπαιδεύσεις Ρώσων και Κινέζων αξιωματικών σε τομείς όπως ο χημικός, βιολογικός και ραδιολογικός πόλεμος. Κατά την εκτίμησή του, η Κίνα διαθέτει τεχνολογικές δυνατότητες, ενώ η Ρωσία μεταφέρει εμπειρία από το πεδίο της Ουκρανίας.
Η ανάλυση έκλεισε με αναφορά στο εσωτερικό πολιτικό σύστημα της Ελλάδας, με τον Καλεντερίδη να ασκεί σκληρή κριτική σε φαινόμενα διαπλοκής, παρακολούθησης, θεσμικής υποβάθμισης και ελέγχου της πολιτικής ζωής από οικονομικά και πολιτικά κέντρα.
Το βασικό συμπέρασμα της παρέμβασης ήταν καθαρό: ο κόσμος μπαίνει σε περίοδο βαθιάς αστάθειας, με το ΝΑΤΟ να επαναπροσδιορίζει τον ρόλο του, την Ευρώπη να επανεξοπλίζεται, τη Ρωσία να προειδοποιεί και την Κίνα να εμβαθύνει τη στρατιωτική της σχέση με τη Μόσχα.