Νέα πολιτική πίεση ασκείται στις ΗΠΑ κατά της επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, με 18 μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων να δηλώνουν έτοιμα να αναλάβουν νομοθετική πρωτοβουλία, ώστε να εμποδίσουν κάθε σχεδιασμό της κυβέρνησης Τραμπ προς αυτή την κατεύθυνση.
Επικεφαλής της πρωτοβουλίας είναι η Δημοκρατική βουλευτής ελληνικής καταγωγής Ντίνα Τάιτους, η οποία απέστειλε επιστολή στους επικεφαλής της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας της Βουλής, παραμονή της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα.
Στην επιστολή της, η Τάιτους προειδοποιεί ότι ενδεχόμενη επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 θα έφερνε την αμερικανική κυβέρνηση σε ευθεία σύγκρουση με τις ίδιες τις νομοθετικές της υποχρεώσεις. Υπενθυμίζει, μάλιστα, την επιθετική στάση της Άγκυρας απέναντι σε Ελλάδα και Κύπρο, αλλά και τη στήριξή της προς το Αζερμπαϊτζάν στις στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά της Αρμενίας.
Οι Αμερικανοί νομοθέτες ζητούν από την ηγεσία της Βουλής να προχωρήσει, εφόσον χρειαστεί, σε Κοινό Ψήφισμα Αποδοκιμασίας, στη βάση του νόμου CAATSA, αν η κυβέρνηση επιχειρήσει να επαναφέρει την Τουρκία στο πρόγραμμα χωρίς ισχυρή νομική βάση.
Η πρωτοβουλία αυτή έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά παρεμβάσεων στο Κογκρέσο. Την περασμένη εβδομάδα, η ίδια η Τάιτους είχε καταθέσει ψήφισμα απόρριψης για να μπλοκαριστεί η πώληση κινητήρων General Electric F110-GE-129E/F, ύψους 700 εκατ. δολαρίων, που προορίζονται για το τουρκικό μαχητικό KAAN.
Παράλληλα, οι βουλευτές Μάικ Λόλερ και Μπραντ Σέρμαν είχαν ηγηθεί ξεχωριστής διακομματικής επιστολής προς τον πρόεδρο Τραμπ, εκφράζοντας την αντίθεσή τους στην επιστροφή της Τουρκίας στα F-35. Την επιστολή συνυπέγραψαν, μεταξύ άλλων, οι Ελληνοαμερικανοί βουλευτές Νικόλ Μαλλιοτάκη και Γκας Μπιλιράκης.
Το ζήτημα έχει επανέλθει δυναμικά μετά τις δηλώσεις Τραμπ στις 24 Ιουνίου, όταν άφησε να εννοηθεί ότι ενδέχεται να προσφέρει στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ένα «μεγάλο δώρο» ενόψει της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ. Η αναφορά αυτή ερμηνεύτηκε ως πιθανό άνοιγμα για την επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35.
Ωστόσο, το νομικό πλαίσιο στις ΗΠΑ παραμένει σαφές. Η Τουρκία αποβλήθηκε από το πρόγραμμα το 2019, μετά την αγορά των ρωσικών S-400, ενώ οι κυρώσεις CAATSA εξακολουθούν να ισχύουν. Επιπλέον, ο νόμος NDAA για το οικονομικό έτος 2020 απαγορεύει τη μεταφορά F-35 στην Τουρκία όσο η Άγκυρα διατηρεί στην κατοχή της το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής Γκας Μπιλιράκης, ο οποίος σε συνέντευξή του στην «Καθημερινή» δήλωσε ξεκάθαρα ότι είναι αντίθετος σε οποιαδήποτε πώληση οπλικών συστημάτων προς την Τουρκία, την οποία χαρακτήρισε μη αξιόπιστη χώρα. Όπως σημείωσε, η Άγκυρα δεν λειτουργεί ως πραγματικός σύμμαχος, επικαλούμενος τόσο τη στάση της απέναντι στη Ρωσία όσο και το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Η μάχη στο Κογκρέσο δείχνει ότι η υπόθεση των F-35 δεν είναι απλή διπλωματική διαπραγμάτευση. Είναι πλέον ζήτημα νομιμότητας, αξιοπιστίας της Τουρκίας ως συμμάχου και ισορροπίας δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο. Για την Αθήνα και τη Λευκωσία, οι νέες παρεμβάσεις αποτελούν σημαντικό ανάχωμα απέναντι στην προσπάθεια της Άγκυρας να επιστρέψει από την πίσω πόρτα στο πιο προηγμένο αμερικανικό μαχητικό πρόγραμμα.