Με μία συμφωνία «εμπνευσμένη» από το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν προχώρησαν σε μία κίνηση που μπορεί να ταράξει τα ήδη αναστατωμένα νερά της περιφερειακής και παγκόσμιας τάξης πραγμάτων.
Το αμυντικό σύμφωνο που υπέγραψαν σήμερα οι τρεις δυνάμεις προβλέπει ότι μία επίθεση κατά ενός από τα κράτη αυτά θεωρείται επίθεση εναντίον όλων. Εξαιτίας αυτής της διατύπωσης, που προσιδιάζει ιδιαίτερα στο πολυσυζητημένο άρθρο της βορειοατλαντικής συμμαχίας, αρκετοί αναλυτές έχουν σπεύσει να κατονομάσουν την εξέλιξη ως της γέννηση ενός νέου «Ισλαμικού ΝΑΤΟ».
Παρ’ όλο που τα στοιχεία που έχουν έρθει στη δημοσιότητα παραμένουν ελλιπή, η τριμερής αμυντική συμφωνία έχει εγείρει κρίσιμα ερωτήματα και προβληματισμό.
Η Άγκυρα ανάμεσα στο ΝΑΤΟ και τη νέα συμμαχία
Η νέα αμυντική σχέση της Άγκυρας με το Ριάντ και το Ισλαμαμπάντ τραβά τα βλέμματα της διεθνούς κοινότητας, καθώς είναι ήδη δεσμευμένη από τη βορειοατλαντική συμμαχία. Κατ’ αρχήν, η συμμετοχή της σε παραπάνω από μία αμυντικές συμφωνίες είναι νομικά αποδεκτή, ωστόσο αφήνεται αναπάντητο το ερώτημα πώς πρέπει να αντιδράσει στην περίπτωση σύγκρουσης των υποχρεώσεών της.
Μέχρι στιγμής, η Άγκυρα παρουσιάζει τη συμφωνία ως συμπληρωματική προς τις υπάρχουσες διεθνείς της σχέσεις και όχι ως αντικατάσταση του ΝΑΤΟ.
Το κρίσιμο νομικό ζήτημα δεν είναι η ύπαρξη πολλαπλών συμμαχιών, αλλά το κατά πόσο οι συγκεκριμένες υποχρεώσεις τους μπορούν να εκπληρωθούν ταυτόχρονα χωρίς σύγκρουση.
Ο παράγοντας των πυρηνικών όπλων του Πακιστάν
Η συμμετοχή του Πακιστάν δίνει στη συμφωνία μια επιπλέον στρατηγική διάσταση.
Το Πακιστάν είναι πυρηνική δύναμη, ενώ η Σαουδική Αραβία και η Τουρκία δεν διαθέτουν πυρηνικά όπλα. Ωστόσο, η συμφωνία δεν προβλέπει δημόσια κάποια μορφή «πυρηνικής ομπρέλας» από το Ισλαμαμπάντ προς τους εταίρους του.
Η ύπαρξη πυρηνικών δυνατοτήτων μπορεί να ενισχύει την αποτρεπτική ισχύ της συμμαχίας, αλλά δεν σημαίνει ότι το Πακιστάν έχει δεσμευτεί να χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα σε περίπτωση επίθεσης κατά της Σαουδικής Αραβίας ή της Τουρκίας.
Το ζήτημα παραμένει ιδιαίτερα ευαίσθητο λόγω της διεθνούς νομοθεσίας για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων.
Είναι πραγματικά ένα Ισλαμικό ΝΑΤΟ;
Ο όρος «Ισλαμικό ΝΑΤΟ» ακούγεται ιδιαίτερα ελκυστικός στη γεωπολιτική ανάλυση της συγκεκριμένης εξέλιξης, καθώς η αμυντική συμφωνία των τριών χωρών παρουσιάζει σημαντικά σημεία ομοιότητας με το σύμφωνο της συμμαχίας.
Η σημαντικότερη από αυτές βρίσκεται στο κομμάτι της αποτροπής επιθέσεως, η οποία δείχνει να αποσκοπεί στην μεταβολή των σχεδίων ενός πιθανού αντιπάλου, που δεν επιθυμεί να αντιμετωπίσει τρία από τα ισχυρότερα κράτη της ευρύτερης περιοχής.
Από την άλλη ωστόσο, το σύμφωνο της βορειοατλαντικής συμμαχίας δεν είναι μόνο το άρθρο 5.
Το ΝΑΤΟ διαθέτει μόνιμα πολιτικά όργανα, καθιερωμένες στρατιωτικές διοικήσεις, μηχανισμούς αμυντικού σχεδιασμού, διαδικασίες διαβούλευσης, μηχανισμούς ένταξης νέων μελών και δεκαετίες θεσμικής πρακτικής. Αυτές οι δομές βοηθούν στη μετατροπή μιας συνθήκης συλλογικής άμυνας σε λειτουργική συμμαχία.
Δεν γνωρίζουμε – με βάση τα στοιχεία που έχουν έρθει στο φως αν προβλέπει ανάλογα όργανα και διαδικασίες.
Ο όρος «ισλαμικό» επίσης χρήζει ερμηνείας. Παρά την απουσία διάταξης που συνδέει νομικά της μουσουλμανική θρησκεία με τη συμμετοχή στη συμμαχία, δεν πρέπει να παραβλέψουμε κάποιες σημαντικές – ίσως συμβολικές – παραμέτρους. Και οι τρεις χώρες είναι σημαντικοί εκπρόσωποι του Ισλαμικού κόσμου με μεγάλη πλειοψηφία μουσουλμάνων στον πληθυσμό τους. Η συμβολική υπογραφή της συμφωνίας στην ιερή πόλη της Μέκκας, επίσης ενισχύει τις εντυπώσεις για δημιουργία ενός νέου πόλου με κοινό παρονομαστή το θρήσκευμα.
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, προσπαθεί χρόνια να ανέλθει στον κυρίαρχο «σουλτάνο» του μουσουλμανικού κόσμου, και η συγκεκριμένη κίνηση φαίνεται να εξυπηρετεί το στόχο του.
Μία νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας;
Η συμφωνία της Μέκκας αντανακλά μια ευρύτερη αλλαγή στη διεθνή πολιτική: κράτη που παραδοσιακά βασίζονταν σε εξωτερικές εγγυήσεις ασφαλείας επιχειρούν πλέον να δημιουργήσουν δικά τους δίκτυα άμυνας.
Για τη Σαουδική Αραβία, η συμφωνία αποτελεί προσπάθεια διαφοροποίησης των στρατηγικών της συνεργασιών. Δεν εγκαταλείπει τη στρατηγική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ωστόσο μειώνει την στρατιωτική της εξάρτηση από αυτές και δημιουργεί νέες συμμαχίες.
Η Τουρκία, ενισχύει τον ρόλο της ως περιφερειακής δύναμης και συγχρόνως ακολουθεί και ενδυναμώνει την τακτική της πολυδιάστατης εξωτερικής της πολιτικής. Παραμένει ένα μέλος του ΝΑΤΟ, κοντά στη Δύση και στην Ευρωπαϊκή Ένωση και συγχρόνως ανέρχεται σε καίριο παίκτη της Δυτικής Ασίας που είναι ρυθμιστής και όχι απλός παρατηρητής.
Το Πακιστάν από την άλλη ανοίγει έναν νέο δρόμο διπλωματικής και στρατιωτικής επιρροής πέρα από τη «γειτονιά του» στη Νότια Ασία. Οι στρατιωτικές του δυνατότητες, συμπεριλαμβανομένου του πυρηνικού του οπλοστασίου, αυξάνουν τη σημασία της αποτροπής που συνδέεται με το σύμφωνο, ακόμη και αν δεν υπάρχει συγκεκριμένη πυρηνική εγγύηση.
Το αν η νέα συμμαχία θα εξελιχθεί σε κάτι πραγματικά αντίστοιχο με το ΝΑΤΟ ή θα παραμείνει μια ευέλικτη συμφωνία αμοιβαίας προστασίας θα εξαρτηθεί από το αν οι τρεις χώρες δημιουργήσουν μόνιμους θεσμούς, κοινό στρατιωτικό σχεδιασμό και σαφείς διαδικασίες συνεργασίας.
Η συμφωνία της Μέκκας αποτελεί αναμφίβολα ένα από τα σημαντικότερα νέα βήματα προς μια πιο αυτόνομη και πολυπολική αρχιτεκτονική ασφαλείας στην ευρύτερη περιοχή της Δυτικής Ασίας.
Naftemporiki.gr