
Ο ξαφνικός θάνατος του 30χρονου Λούκα Κουίν στο δυτικό Λονδίνο συγκλονίζει φίλους και συγγενείς, καθώς κανένα προειδοποιητικό σύμπτωμα δεν είχε προϊδεάσει για την τραγωδία. Οι δικοί του άνθρωποι ανησύχησαν όταν η σύντροφός του δεν κατάφερε να επικοινωνήσει μαζί του παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες. Όταν τελικά άνοιξαν την πόρτα του διαμερίσματος, ο Λούκα ήταν ήδη αναίσθητος, και οι προσπάθειες ανάνηψης απέβησαν άκαρπες.
Αιτία θανάτου αναγνωρίστηκε το σπάνιο σύνδρομο αιφνίδιου αρρυθμικού θανάτου (SADS), μια καρδιακή δυσλειτουργία που χτυπά ξαφνικά χωρίς εμφανή αιτία. Η περίπτωση του Κουίν έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά ανεξήγητων θανάτων νεαρών, όπως της 20χρονης Poppy Eagle και της 19χρονης αθλήτριας Natalie Black, που έχασαν τη ζωή τους ξαφνικά, χωρίς προειδοποιητικά σημάδια καρδιακού προβλήματος.
Σουηδική μελέτη σε 903 περιπτώσεις αιφνίδιου καρδιακού θανάτου σε άτομα ηλικίας 1-36 ετών έδειξε ότι το 22% οφείλεται σε SADS, με μέση ηλικία μόλις 23 έτη. Σχεδόν τα δύο τρίτα των θυμάτων ήταν άνδρες, ενώ πάνω από τα μισά είχαν παρουσιάσει συμπτώματα όπως ταχυπαλμία, λιποθυμίες ή δύσπνοια, τα οποία συχνά μοιάζουν με ήπια γριπικά συνδρομάτα.
Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η έγκαιρη αναγνώριση αυτών των ανεπαίσθητων ενδείξεων μπορεί να σώσει ζωές.
Οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι οι ενήλικες με μη φυσιολογικό καρδιακό μεταβολισμό έχουν έως και τρεις φορές περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν απειλητικές για τη ζωή αρρυθμίες (ακανόνιστος καρδιακός ρυθμός).
Η διάγνωση της πάθησης και η πρόβλεψη μελλοντικού αιφνίδιου καρδιακού θανάτου θα μπορούσε να γίνει με μαγνητική τομογραφία, σύμφωνα με μικρή μελέτη ερευνητών στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins.
«Πιστεύουμε ότι αυτή είναι η πρώτη φορά που ο διαταραγμένος καρδιακός μεταβολισμός σε ανθρώπους συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο επικίνδυνων για τη ζωή αρρυθμιών ή αιφνίδιου καρδιακού θανάτου», λέει ο ανώτερος συγγραφέας της μελέτης Robert Weiss, καθηγητής στη Σχολή Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins.
«Αυτό θα μπορούσε να ανοίξει ένα παράθυρο σε μια εντελώς νέα προσέγγιση, μια μεταβολική προσέγγιση για τη θεραπεία ή την πρόληψη σοβαρών αρρυθμιών, κάτι που δεν είναι προς το παρόν διαθέσιμο στην καρδιολογία».
Ο αιφνίδιος καρδιακός θάνατος ευθύνεται για το 50% όλων των θανάτων από καρδιαγγειακά νοσήματα στις Ηνωμένες Πολιτείες, κοστίζοντας τη ζωή 300.000 Αμερικανούς ετησίως, σύμφωνα με την Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία.
Το κύριο μέσο πρόληψης του αιφνίδιου καρδιακού θανάτου σε ασθενείς υψηλού κινδύνου, είναι επί του παρόντος ο εμφυτεύσιμος αυτόματος απινιδωτής (ICD), μια μικρή συσκευή με μπαταρία που τοποθετείται στο στήθος για να ανιχνεύει και να σταματά τους ακανόνιστους καρδιακούς παλμούς. Η συσκευή ανιχνεύει, βρίσκει και σταματά (με ηλεκτρική εκκένωση) στην έναρξή της την κοιλιακή ταχυκαρδία και την κοιλιακή μαρμαρυγή, οπότε αποτρέπει τον αιφνίδιο καρδιακό θάνατο.
Η διάρκεια ζωής της μπαταρίας ενός εμφυτεύσιμου αυτόματου απινιδωτή είναι συνήθως από πέντε έως επτά χρόνια.
«Το 60%-70% αυτών των συσκευών στη διάρκεια 5-7 ετών δεν εκφορτίζονται», λέει ο T. Jake Samuel, πρώτος συγγραφέας της μελέτης, καρδιολόγος στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Johns Hopkins. «Ξοδεύουμε δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως σε εμφυτεύσιμους απινιδωτές που έχουν διαδικαστικούς και μετεγχειρητικούς κινδύνους. Υπάρχει ανάγκη για μη επεμβατικές προσεγγίσεις για την καλύτερη αξιολόγηση του κινδύνου για το ποιος χρειάζεται ή δεν χρειάζεται απινιδωτή για την πρόληψη του αιφνίδιου καρδιακού θανάτου».