Γράφει ο Σάββας Καλεντερίδης
Η επέτειος της 9ης Ιουλίου 1821 στην Κύπρο δεν αποτελεί μόνο ένα ιστορικό ορόσημο του ελληνισμού. Είναι μια υπενθύμιση ότι η γεωπολιτική στην Ανατολική Μεσόγειο χαρακτηρίζεται εδώ και αιώνες από τη διαρκή αντιπαράθεση ισχύος. Η εκτέλεση του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού και των προκρίτων της Κύπρου από την Οθωμανική Αυτοκρατορία απέδειξε ότι οι αυτοκρατορίες δεν περίμεναν πάντοτε την εκδήλωση μιας εξέγερσης για να κινηθούν. Προχωρούσαν σε προληπτικές ενέργειες όταν θεωρούσαν ότι απειλούνταν τα στρατηγικά τους συμφέροντα.
Δύο αιώνες αργότερα, η περιοχή εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο του διεθνούς ανταγωνισμού. Οι πρωταγωνιστές μπορεί να έχουν αλλάξει, όμως η ουσία παραμένει ίδια: η ισχύς, η αποτροπή και η γεωγραφία εξακολουθούν να καθορίζουν τις εξελίξεις περισσότερο από τις διακηρύξεις περί ειρήνης και καλής γειτονίας.
Η Τουρκία ακολουθεί διαχρονικά μια εξωτερική πολιτική που βασίζεται στη σταθερή προώθηση των εθνικών της επιδιώξεων. Ανεξάρτητα από το ποιο κόμμα βρίσκεται στην εξουσία ή ποιος είναι ο πρόεδρος της χώρας, η Άγκυρα διατηρεί μια αξιοσημείωτη συνέχεια στη στρατηγική της. Από το Κυπριακό μέχρι το Αιγαίο και από τη «Γαλάζια Πατρίδα» μέχρι το τουρκολιβυκό μνημόνιο, ο τελικός στόχος παραμένει η αναβάθμιση της τουρκικής επιρροής σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και το casus belli του 1995. Η απόφαση της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης εξακολουθεί να προβλέπει ότι πιθανή επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια συνιστά αιτία πολέμου. Πρόκειται για μια πρωτοφανή κατάσταση στις διεθνείς σχέσεις, καθώς ένα κράτος απειλεί επίσημα με χρήση στρατιωτικής βίας ένα άλλο κράτος επειδή ενδέχεται να ασκήσει ένα δικαίωμα που απορρέει από το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας.
Η αντίφαση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη αν ληφθεί υπόψη ότι Ελλάδα και Τουρκία συμμετέχουν στην ίδια αμυντική συμμαχία. Το ΝΑΤΟ οικοδομήθηκε πάνω στην αρχή της συλλογικής ασφάλειας απέναντι σε εξωτερικές απειλές. Ωστόσο, επί δεκαετίες ανέχεται μια κατάσταση κατά την οποία δύο μέλη του διατηρούν μεταξύ τους ανοιχτή απειλή πολέμου. Η πραγματικότητα αυτή αποδεικνύει ότι οι διεθνείς οργανισμοί λειτουργούν κυρίως με γνώμονα τη συνολική στρατηγική τους και λιγότερο με βάση τις διμερείς διαφορές των κρατών-μελών.
Η νέα διεθνής συγκυρία έχει αυξήσει ακόμη περισσότερο τη σημασία της Τουρκίας για τη Δύση. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή, οι εξελίξεις στον Καύκασο και ο ανταγωνισμός με τη Ρωσία έχουν μετατρέψει την Άγκυρα σε έναν παίκτη που πολλές δυτικές πρωτεύουσες θεωρούν αναγκαίο. Ο έλεγχος των Στενών, η γεωγραφική της θέση και η δυνατότητα παρέμβασης σε πολλαπλά μέτωπα προσδίδουν στην Τουρκία διαπραγματευτικά πλεονεκτήματα που γνωρίζει να αξιοποιεί.
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει αποδείξει ότι χρησιμοποιεί με ιδιαίτερη επιδεξιότητα αυτή τη γεωπολιτική αξία. Συχνά συγκρούεται με τους συμμάχους του, αλλά σπάνια διαρρηγνύει ολοκληρωτικά τις σχέσεις του μαζί τους. Αντιθέτως, δημιουργεί κρίσεις, ανεβάζει το κόστος των αποφάσεων για τους συνομιλητές του και στη συνέχεια διαπραγματεύεται από καλύτερη θέση. Αυτή η τακτική έχει εφαρμοστεί επανειλημμένα στις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Ρωσία και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Ουάσιγκτον από την πλευρά της αντιμετωπίζει ένα διαρκές στρατηγικό δίλημμα. Από τη μία πλευρά επιθυμεί να διατηρήσει την Τουρκία σταθερά ενταγμένη στο δυτικό στρατόπεδο. Από την άλλη γνωρίζει ότι η Άγκυρα ακολουθεί ολοένα και πιο αυτόνομη εξωτερική πολιτική, επιδιώκοντας να αναδειχθεί σε περιφερειακή δύναμη με δική της ατζέντα. Αυτή η διπλή πραγματικότητα οδηγεί συχνά σε πολιτικές συμβιβασμών που προκαλούν ανησυχία στην Αθήνα και τη Λευκωσία.
Το ζήτημα των F-35 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ισορροπίας. Για την Ελλάδα, η ένταξη των μαχητικών πέμπτης γενιάς στην Πολεμική Αεροπορία αποτελεί σημαντικό βήμα ενίσχυσης της αποτρεπτικής ισχύος. Παράλληλα όμως, κάθε συζήτηση για πιθανή επαναπροσέγγιση Ηνωμένων Πολιτειών και Τουρκίας στο συγκεκριμένο πρόγραμμα δημιουργεί εύλογα ερωτήματα σχετικά με τις μελλοντικές ισορροπίες ισχύος στο Αιγαίο.
Η αποτροπή, ωστόσο, δεν εξαντλείται στην απόκτηση νέων οπλικών συστημάτων. Η στρατιωτική ισχύς είναι μόνο ένας από τους πυλώνες της εθνικής ασφάλειας. Εξίσου σημαντικοί είναι η οικονομική ανθεκτικότητα, η τεχνολογική ανάπτυξη, η ενεργειακή ασφάλεια και η αποτελεσματική διπλωματία. Ένα κράτος μπορεί να διαθέτει προηγμένα οπλικά συστήματα, αλλά εάν δεν συνοδεύονται από συνεκτική στρατηγική και πολιτική βούληση, η αποτρεπτική τους αξία μειώνεται.
Η Ελλάδα διαθέτει σήμερα σημαντικά διπλωματικά πλεονεκτήματα. Είναι πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμμετέχει ενεργά στους ευρωπαϊκούς αμυντικούς σχεδιασμούς, έχει ενισχύσει τις σχέσεις της με τη Γαλλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και την Αίγυπτο, ενώ παράλληλα εξελίσσεται σε κρίσιμο ενεργειακό και μεταφορικό κόμβο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αυτά τα πλεονεκτήματα μπορούν να μετατραπούν σε ουσιαστικά διαπραγματευτικά εργαλεία, εφόσον αξιοποιηθούν με μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στην Τουρκία. Η Άγκυρα επιδιώκει οικονομικά και θεσμικά οφέλη, από την αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης μέχρι τη συμμετοχή σε ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα. Η Αθήνα έχει τη δυνατότητα να συνδέσει αυτές τις επιδιώξεις με συγκεκριμένες προϋποθέσεις, όπως η άρση του casus belli, ο σεβασμός του Διεθνούς Δικαίου και η εγκατάλειψη της αναθεωρητικής ρητορικής.
Μια τέτοια πολιτική δεν συνιστά αδιαλλαξία. Αντιθέτως, αποτελεί τη φυσιολογική πρακτική κάθε κράτους που επιδιώκει να υπερασπιστεί τα κυριαρχικά του δικαιώματα. Οι διεθνείς σχέσεις βασίζονται στις διαπραγματεύσεις, αλλά οι διαπραγματεύσεις αποκτούν ουσιαστικό περιεχόμενο μόνο όταν συνοδεύονται από σαφείς εθνικές προτεραιότητες.
Η ιστορία διδάσκει ότι η ειρήνη δεν διασφαλίζεται αποκλειστικά από τις καλές προθέσεις. Διασφαλίζεται όταν συνοδεύεται από αξιοπιστία, ισχυρή αποτροπή και ξεκάθαρη στρατηγική αντίληψη. Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να παρακολουθεί παθητικά τις εξελίξεις, ελπίζοντας ότι οι σύμμαχοί της θα υπερασπιστούν αυτόματα τα δικά της συμφέροντα. Οι μεγάλες δυνάμεις λειτουργούν πάντοτε με γνώμονα τις δικές τους προτεραιότητες, γεγονός που επιβάλλει στην Αθήνα να διαμορφώνει αυτόνομη εθνική στρατηγική, προσαρμοσμένη στις νέες γεωπολιτικές συνθήκες.
Η σημερινή συγκυρία χαρακτηρίζεται από έντονη ρευστότητα, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί και σημαντικές ευκαιρίες. Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας, η συμμετοχή της στους δυτικούς θεσμούς και η αναβάθμιση των αμυντικών της δυνατοτήτων μπορούν να αποτελέσουν τη βάση μιας πιο ενεργητικής εξωτερικής πολιτικής. Το ζητούμενο δεν είναι η αναζήτηση συγκρούσεων, αλλά η δημιουργία εκείνων των συνθηκών που θα καθιστούν οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια εξαιρετικά δαπανηρή για τον αντίπαλο.
Από την Κύπρο του 1821 μέχρι τις σημερινές προκλήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, το βασικό δίδαγμα παραμένει διαχρονικό. Η ασφάλεια ενός κράτους δεν αποτελεί ποτέ δεδομένο. Κατακτάται καθημερινά μέσα από τη συνδυασμένη αξιοποίηση της διπλωματίας, της οικονομίας, της στρατιωτικής ισχύος και της εθνικής στρατηγικής. Σε έναν κόσμο όπου οι συσχετισμοί μεταβάλλονται συνεχώς, η ικανότητα πρόβλεψης, σχεδιασμού και αποφασιστικής δράσης αποτελεί ίσως το σημαντικότερο εθνικό πλεονέκτημα.