breaking newsΕλλάδα

Σήμερα γιορτάζουν τα Σέρβια της Μακεδονίας!

Τα Σέρβια ήταν οχυρό και πέρασμα στρατηγικής σημασίας στη Μακεδονία, βιγλατοχώρι και κέντρο των απελευθερωτικών επιχειρήσεων του Οκτωβρίου του 1912.

Μετά τη νίκη στο Σαραντάπορο και στα Στενά Πόρτας, η απελευθέρωσή των Σερβίων στις 10 Οκτωβρίου άνοιξε τον δρόμο για την προέλαση του ελληνικού στρατού στη Μακεδονία μας.

Τράπηκαν σε φυγή εκατοντάδες χρόνια σκλαβιάς.

Όταν βρέθηκα για πρώτη φορά στην Αθήνα, πολύ μικρός, ο πατέρας μου με πήγε στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, στην πλατεία Συντάγματος, στο σημείο όπου αναγράφεται η Μάχη του Σαρανταπόρου και των Λαζαράδων, και μου είπε, αυθόρμητα και ίσως χωρίς κι αυτός να είχε καταλάβει:

«Να, είμαστε κι εμείς εδώ».

Εμείς;

Στο κενοτάφιο του Μνημείου της Πλατείας Συντάγματος αναπαύονται οι φύλακες άγγελοί μας. Είναι οι παππούδες μας εκεί μέσα θαμμένοι. Απ’ της γιαγιάς μου τη μεριά.

Στου παππού μου τη μεριά, σχεδόν την ίδια στιγμή, σ’ ένα άλλο μακρινό μέρος, μαινόταν μια Γενοκτονία σε βάρος ενός άλλου Λαού. Πάλι από τον ίδιο, συνήθη ύποπτο.

Στάθηκαν απέναντι στον θάνατο, αναφέρθηκαν στον μέγα στρατηγό, παρουσιάστηκαν, τον χαιρέτησαν και τον αγνόησαν, έχοντας στην καρδιά τους κάτι μεγαλύτερο από τον φόβο: την πίστη πως ο αγώνας τους είχε νόημα.

Και τελικά, ποιο ήταν αυτό το νόημα;

Εμείς!

Πέθαναν για να παίζουμε εμείς στις αλάνες, πέθαναν για το δικαίωμά μας στις ζαβολιές, πέθαναν για να τραγουδάμε τα κάλαντα στις γειτονιές, να τρέχουμε με τα παντοφλάκια τα καλοκαίρια και να αλλάζουμε τα νερά στα αυλάκια και να μας κυνηγάει ο νερουλάς.

Πέθαναν για να γελάμε δυνατά, να κλαίμε δυνατά, να πηγαίνουμε στο σχολειό με τη σάκα στην πλάτη, να γράφουμε τις πρώτες μας λέξεις, να κάνουμε λάθη στην ορθογραφία και να επιστρέφουμε στο σπίτι με τους βαθμούς μας, να μας μαλώνει ο πατέρας μας και να μας χαϊδεύει η μάνα μας.

Πέθαναν για να φυσάμε τις σαπουνόφουσκές μας στον ήλιο, να κυνηγάμε πεταλούδες στα χωράφια, να σκαρφαλώνουμε στις μουριές, στις τζιρνικιές και να κλέβουμε κεράσια από το δέντρο του γείτονα, να παίζουμε τους Ινδιάνους και τους καουμπόηδες σε επικές μάχες με τους άλλους, τους «εχθρικούς» μαχαλάδες, τους ζευγαλατιανούς κι αυτούς από το Πρώτο Δημοτικό, μ’ αυτούς που αργότερα θα πηγαίναμε μαζί στον στρατό, θα γλεντούσαμε στον γάμο τους, θα ερωτευόμασταν, θα κλαίγαμε πάνω από το φέρετρό τους.

Πέθαναν για να πέφτουμε από τα ποδήλατα, να τσακίζουμε τα γόνατά μας, να ξανασηκωνόμαστε και να συνεχίζουμε. Ξεπερνούσαμε κάθε πόνο και το μόνο που μας ένοιαζε ήταν μήπως μας είχε δει κάποιος και γελούσε (τί χειρότερο από αυτό;).

Πέθαναν για να παίζουμε κρυφτό μέχρι αργά το βράδυ, να φωνάζουμε «φτου ξελευτερία», να παίζουμε «κουτσό», τη «γαϊδούρα», μπάλα όλη μέρα, νομίζοντας ότι ο κόσμος ολόκληρος είναι ένα παιχνίδι που δεν θα τελείωνε ποτέ!

Πέθαναν για να κάνουμε ευχές στα πεφταστέρια, πιστεύοντας πως όλα είναι δυνατά.

Πέθαναν για να μεγαλώσουμε!

Κι ας μη μας γνώριζαν, κι ας ήταν ένα άλλο όνομα το τελευταίο που ψιθύρισαν, όταν τους αγκάλιαζε για τελευταία φορά η ελληνική γη, η «ηλιοβόρα και σεληνοβάμονα».

Ναι, ήμασταν κι εμείς εκεί. Εμείς ήμασταν το δικό τους σημείο αναφοράς, ο λόγος που πέθαναν! Αυτή η γη είναι δική τους και δική μας!

Η θυσία τους έγινε η ελευθερία των παιδιών που δεν θα γνώριζαν ποτέ. Άνθισαν σε κάθε παιδικό χαμόγελο, σε κάθε μάνα που θα αγκάλιαζε το παιδί της, σε κάθε αλάνα που θα γέμιζε φωνές… με φωνές σε μια γλώσσα που ήταν η πρώτη χαραγμένη στην πέτρα ευχή του ανθρώπου.

Η ελευθερία που κληρονομήσαμε δεν είναι ένα αυτονόητο κεκτημένο χωρίς αντίτιμο. Είναι παρακαταθήκη που πληρώθηκε. Είναι τόσο ακριβή η ελευθερία, που δεν ζητά τίποτε λιγότερο από ανθρώπινο αίμα.

Κι αν μας ρωτούσαν σήμερα: «Άξιζε, ωρέ, τον κόπο ή τζάμπα “πέσαμε” για σας;»

Τι, τελικά, κάναμε από τη ζωή που μας δόθηκε; Καταφέραμε πράγματα μόνο για εμάς ή και για τους άλλους, όπως και αυτοί θυσιάστηκαν για άλλους;

Θα τους απαντούσαμε: «Ναι, άξιζε»;

Ναι, δεν παραδώσαμε την ελευθερία μας στην αδιαφορία, δεν συνηθίσαμε στην αδικία. Μιλάμε κι αντιστεκόμαστε, δεν επιλέγουμε τη σιωπή και την οκνηρία κι όταν έρθει η ώρα δεν διστάζουμε να λογαριαστούμε ακόμη και με την ίδια τη συνείδησή μας. Θα πολεμήσουμε κάθε μορφή φασισμού, επιβουλής και κατάκτησης και θα τιμωρήσουμε κάθε αλαζόνα, κάθε τύραννο που θεωρεί τους λαούς κτήμα του. Δεν γίναμε ανάξιοι της θυσίας σας. Δεν αφήσαμε τη λήθη να νικήσει.

Στην παρουσίαση του βιβλίου της Χρυσάνθης Καραγιαννίδου, «Τα Σέρβια – Βυζαντινή Κατροπολιτεία – Μαρτυρική πόλη της Ελλάδας», μου δόθηκε η τιμή να πω δυο λόγια και θυμήθηκα ξανά από πού κρατά η σκούφια μας:

Ο Καζαντζάκης κλείνει την Εισαγωγή της Οδύσσειας, πριν μπει στην πρώτη ραψωδία, λέγοντας:

«Όρτσα! τις έρμες πίκρες όξω νου, τρουλώσετε τα αφτιά σας

τα πάθη και τα βάσανα θα πω του ξακουστού Δυσσέα!»

Μου πήρε καιρό να καταλάβω, κάτι που δεν είχα συνειδητοποιήσει ακόμη τότε, όταν τη διδασκόμασταν στο σχολείο: ότι τελικά η Οδύσσεια δεν ήταν ιστορία, αλλά προφητεία!

Διότι τούτος ήταν τελικά ο πολύπικρος, ο πολυδάκρυτος και ξακουστός Δυσσέας:

Ο Λαός μας,

ο πολυμήχανος, ο πολύβουλος και πολύτροπος Ελληνισμός, όλοι εμείς, ως συνειδησιακή συλλογική οντότητα, η προσωποποίηση, δηλαδή, της συλλογικής μας συνείδησης, σε μια ιστορική γραμμή με μνηστήρες ή φασίστες κατακτητές.

Με πάθη, ναι, όπως μας λέει ο ποιητής, αλλά και με ηρωισμό. Με ηρωισμό, για μια ζωή με αξιοπρέπεια και με την υπενθύμιση πάντα ότι δεν έχουμε το δικαίωμα να είμαστε πεσμένοι, με όρθια τα πεθαμένα μας.

Κι αν η ιστορία είναι σκληρή στα παζάρια της και διαπραγματεύεται σκληρά, έρχεται η στιγμή και πληρώνεται πάντα στην ώρα της.

Μία μόνο υποχρέωση έχουμε, να τους πούμε: των αρχαίων, κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Κτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από τη μεγάλη πίεση του ήλιου.

Χρόνια πολλά Σέρβια!

Back to top button