Η απόφαση των ΗΠΑ να ζητήσουν την απόρριψη της ποινικής υπόθεσης κατά της τουρκικής κρατικής τράπεζας Halkbank δεν είναι μια απλή δικαστική διευθέτηση. Είναι πολιτικό δώρο προς την Άγκυρα και αρνητική εξέλιξη για την Ελλάδα, καθώς αφαιρεί από την Ουάσιγκτον ένα από τα ισχυρότερα μέσα πίεσης που διέθετε απέναντι στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Η υπόθεση Halkbank δεν ήταν δευτερεύουσα. Αφορούσε κατηγορίες ότι η τουρκική κρατική τράπεζα βοήθησε το Ιράν να παρακάμψει τις αμερικανικές κυρώσεις, μέσω ενός δικτύου συναλλαγών δισεκατομμυρίων δολαρίων. Οι αμερικανικές αρχές είχαν μιλήσει για κρυφή μεταφορά περίπου 20 δισ. δολαρίων, μετατροπή πετρελαϊκών εσόδων σε χρυσό και μετρητά, καθώς και χρήση ψευδών εμπορικών εγγράφων για αποστολές τροφίμων.
Και όμως, μετά από χρόνια δικαστικής αντιπαράθεσης, η υπόθεση οδηγείται προς αρχειοθέτηση χωρίς πρόστιμο, χωρίς παραδοχή ενοχής και χωρίς ποινική ευθύνη για την τουρκική τράπεζα. Η Halkbank δεσμεύεται απλώς να μην προχωρεί σε συναλλαγές που ωφελούν το Ιράν και να τηρεί μηχανισμούς συμμόρφωσης κατά του ξεπλύματος χρήματος.
Με απλά λόγια, η Άγκυρα βγαίνει από μια εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση με ελάχιστο κόστος.
Το χαρτί πίεσης που χάνει η Ουάσιγκτον
Για χρόνια, η υπόθεση Halkbank λειτουργούσε ως αμερικανικό «χαλινάρι» απέναντι στον Ερντογάν. Δεν ήταν μόνο νομικό ζήτημα. Ήταν εργαλείο πίεσης σε μια περίοδο κατά την οποία η Τουρκία αγόραζε ρωσικούς S-400, εκβίαζε στο ΝΑΤΟ, απειλούσε Ελλάδα και Κύπρο, έκανε παζάρια με τη Μόσχα και ταυτόχρονα απαιτούσε ανταλλάγματα από τη Δύση.
Όσο ο φάκελος παρέμενε ανοικτός, η Άγκυρα γνώριζε ότι ένα σοβαρό πλήγμα θα μπορούσε να πέσει πάνω σε κρατικό τραπεζικό πυλώνα της Τουρκίας. Αυτό περιόριζε, έστω μερικώς, την τουρκική αλαζονεία.
Τώρα, το μήνυμα είναι διαφορετικό: η Τουρκία πιέζει, παζαρεύει, απειλεί, κάνει διπλό παιχνίδι και στο τέλος παίρνει διευκολύνσεις.
Αρνητικό μήνυμα για την Ελλάδα
Για την Ελλάδα, η εξέλιξη είναι προβληματική. Όχι επειδή η Αθήνα είχε άμεση εμπλοκή στην υπόθεση Halkbank, αλλά επειδή η υπόθεση ήταν μέρος του ευρύτερου πλέγματος πίεσης των ΗΠΑ προς την Τουρκία.
Όταν η Ουάσιγκτον αφαιρεί τέτοια βαρίδια από τον Ερντογάν, μειώνεται και το κόστος της τουρκικής αναθεωρητικής πολιτικής. Η Άγκυρα αισθάνεται ότι μπορεί να επιστρέψει στο γνώριμο παζάρι: λίγη συνεργασία με τις ΗΠΑ, λίγη ένταση με τη Ρωσία, λίγη πίεση στο ΝΑΤΟ, λίγες απειλές στο Αιγαίο και στην Κύπρο, και στο τέλος πολιτικά ανταλλάγματα.
Αυτό είναι το κακό προηγούμενο.
Η Ελλάδα έχει συμφέρον η Τουρκία να βρίσκεται υπό πραγματικό έλεγχο, όχι να επιβραβεύεται κάθε φορά που η Ουάσιγκτον θέλει να τη φέρει πιο κοντά στη Δύση. Διότι η εμπειρία δείχνει ότι ο Ερντογάν εισπράττει τα ανταλλάγματα, αλλά δεν εγκαταλείπει τον αναθεωρητισμό.
Η συγκυρία με το Ιράν
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η συγκυρία. Το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης υποστηρίζει ότι η άρση των διώξεων θα εξυπηρετήσει το συμφέρον των ΗΠΑ να μειωθεί η υποστήριξη προς το Ιράν.
Δηλαδή η Ουάσιγκτον εμφανίζεται να κάνει μια γεωπολιτική συναλλαγή: κλείνει έναν φάκελο που ενοχλεί την Τουρκία, με αντάλλαγμα την προσδοκία ότι η Άγκυρα θα περιορίσει τη βοήθεια προς την Τεχεράνη.
Το πρόβλημα είναι ότι η Τουρκία έχει αποδείξει πως ξέρει να πουλάει ακριβά τη γεωγραφία της, χωρίς να αλλάζει στρατηγική συμπεριφορά. Το έκανε με τη Ρωσία, το έκανε με τη Συρία, το έκανε με το ΝΑΤΟ, το έκανε με τη Σουηδία, το κάνει διαρκώς στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο Τραμπ και η πολιτική διάσταση
Δεν περνά απαρατήρητο ότι ο Ερντογάν είχε δηλώσει πως ο Ντόναλντ Τραμπ του είχε πει ότι «το πρόβλημα της Halkbank έχει τελειώσει για εμάς». Αν αυτή η φράση αποτυπώνει το πραγματικό κλίμα στην Ουάσιγκτον, τότε η υπόθεση δεν είναι απλώς νομική. Είναι βαθιά πολιτική.
Και αυτό πρέπει να προβληματίσει την Αθήνα.
Διότι όταν ένας τόσο σοβαρός φάκελος κλείνει χωρίς πρόστιμο και χωρίς παραδοχή ενοχής, η Τουρκία διαβάζει το μήνυμα με τον δικό της τρόπο: η πίεση αποδίδει, οι απειλές πιάνουν τόπο και οι γεωπολιτικές ανάγκες της Ουάσιγκτον υπερισχύουν της συνέπειας.
Η ουσία
Η υπόθεση Halkbank ήταν ένα από τα λίγα πραγματικά χαρτιά πίεσης των ΗΠΑ απέναντι στον Ερντογάν. Με την αρχειοθέτησή της, η Άγκυρα απαλλάσσεται από ένα μεγάλο βάρος και αποκτά μεγαλύτερο περιθώριο κινήσεων.
Για την Ελλάδα, αυτό δεν είναι καλή είδηση. Είναι προειδοποίηση.
Όταν η Ουάσιγκτον θέλει να χρησιμοποιήσει την Τουρκία σε μεγαλύτερα γεωπολιτικά μέτωπα, είναι πρόθυμη να κλείσει τα μάτια σε υποθέσεις που μέχρι χθες παρουσίαζε ως σοβαρές παραβιάσεις κυρώσεων. Και όταν αυτό συμβαίνει, η Αθήνα οφείλει να μη ζει με αυταπάτες.
Η Τουρκία δεν αλλάζει επειδή της χαρίζονται προβλήματα. Αντιθέτως, αποθρασύνεται.