breaking newsΕλλάδα

Η Ελλάδα ανάμεσα στον αραβικό κόσμο και το Ισραήλ: από την πολιτική Παπανδρέου στη Συμφωνία της Μέκκας

Η Κοινή Αμυντική Συμφωνία της Μέκκας, που υπέγραψαν στις 7 Αυγούστου η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν, αλλάζει τα δεδομένα για την Ελλάδα. Δεν αποτελεί ακόμη ένα «ΝΑΤΟ της Μέσης Ανατολής»: το πλήρες περιεχόμενο και οι συγκεκριμένες στρατιωτικές υποχρεώσεις των τριών χωρών παραμένουν ασαφή. Περιλαμβάνει όμως μια πολιτικά ισχυρή αρχή αμοιβαίας άμυνας — επίθεση εναντίον ενός μέρους θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων — και εισάγει την Τουρκία βαθύτερα στην υπό διαμόρφωση αρχιτεκτονική ασφαλείας του Κόλπου. 

Για την Αθήνα, η εξέλιξη δεν προσφέρεται ούτε για πανικό ούτε για αδράνεια. Απαιτεί επανεκτίμηση μιας πολιτικής που τα τελευταία χρόνια επένδυσε πολύ στη συνεργασία με το Ισραήλ, αλλά δεν μετέτρεψε τις επιμέρους συμφωνίες με αραβικές χώρες σε συνεκτική στρατηγική. Η Ελλάδα χρειάζεται να διατηρήσει ό,τι της προσφέρει ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο, αποκαθιστώντας ταυτόχρονα την πολιτική της αυτονομία απέναντι τόσο στο Ισραήλ όσο και στον αραβικό κόσμο.

Η κληρονομιά του Ανδρέα Παπανδρέου

Ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν αντιμετώπισε τις σχέσεις με τους Άραβες ως διακοσμητικό συμπλήρωμα της εξωτερικής πολιτικής. Τις συνέδεσε με την προσπάθεια της Ελλάδας να αποκτήσει μεγαλύτερη αυτονομία μέσα στο δυτικό στρατόπεδο, με το Κυπριακό και με την ανάγκη να αποτραπεί η διπλωματική διείσδυση της Τουρκίας στον αραβικό κόσμο.

Μία από τις πρώτες αποφάσεις της κυβέρνησής του, το 1981, ήταν η αναβάθμιση του γραφείου της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης σε διπλωματική αντιπροσωπεία. Η στενή πολιτική σχέση του με τον Γιασέρ Αραφάτ και η δημόσια υποστήριξη της παλαιστινιακής αυτοδιάθεσης κατέστησαν την Ελλάδα ιδιαίτερη περίπτωση μέσα στην τότε Ευρωπαϊκή Κοινότητα.

Η πολιτική αυτή είχε υπερβολές και αντιφάσεις. Η Αθήνα έφτασε συχνά να αντιμετωπίζει τον αραβικό κόσμο ως ενιαίο σύνολο, ενώ υποβάθμισε επί χρόνια τη θεσμική σχέση της με το Ισραήλ. Είχε όμως στρατηγική λογική:

έδινε στην Ελλάδα ερείσματα πέρα από το στενό ευρωατλαντικό πλαίσιο, δημιουργούσε ακροατήριο για τις ελληνικές θέσεις στο Κυπριακό και περιόριζε τις δυνατότητες αναγνώρισης του ψευδοκράτους.

Η εξισορρόπηση της δεκαετίας του 1990

Το 1990, επί Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, η Ελλάδα αναγνώρισε πλήρως το Ισραήλ και αναβάθμισε τις διπλωματικές σχέσεις σε επίπεδο πρεσβειών. Ήταν μια αναγκαία διόρθωση.

Η υποστήριξη των δικαιωμάτων των Παλαιστινίων δεν απαιτούσε τη διπλωματική υποβάθμιση του Ισραήλ, όπως και η συνεργασία με το Ισραήλ δεν προϋπέθετε εγκατάλειψη των Παλαιστινίων.

Οι κυβερνήσεις που ακολούθησαν επιχείρησαν, με διαφορετική ένταση, να κρατήσουν αυτή την ισορροπία. Η Ελλάδα παρέμεινε φιλική προς τις αραβικές χώρες και υποστηρικτική της λύσης των δύο κρατών, ενώ άνοιγε σταδιακά εμπορικούς και διπλωματικούς διαύλους με το Ισραήλ. Ωστόσο, για μεγάλο διάστημα η Μέση Ανατολή δεν αποτέλεσε πεδίο συστηματικής ελληνικής στρατηγικής. Οι σχέσεις ενεργοποιούνταν συχνά ως απάντηση στις κινήσεις της Τουρκίας και όχι βάσει ενός μόνιμου ελληνικού σχεδιασμού.

Η στροφή προς το Ισραήλ

Η πραγματική απογείωση των ελληνοϊσραηλινών σχέσεων άρχισε το 2010, μετά τη ρήξη Άγκυρας–Τελ Αβίβ με αφορμή το «Μαβί Μαρμαρά». Η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου αξιοποίησε το παράθυρο, ενώ οι κυβερνήσεις Σαμαρά και Τσίπρα διεύρυναν τη συνεργασία στους τομείς της άμυνας, της ενέργειας, των πληροφοριών και της τριμερούς Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ.

Η κυβέρνηση Τσίπρα διατήρησε και εμβάθυνε τη στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ, χωρίς να εγκαταλείψει σε συμβολικό επίπεδο την παλαιστινιακή υπόθεση. Τον Δεκέμβριο του 2015 η Βουλή, παρουσία του Μαχμούντ Αμπάς, κάλεσε ομόφωνα την κυβέρνηση να επισπεύσει τις διαδικασίες αναγνώρισης του κράτους της Παλαιστίνης. Η απόφαση δεν ολοκληρώθηκε ποτέ σε κυβερνητική αναγνώριση, αποτελεί όμως θεσμική παρακαταθήκη που παραμένει ανεκπλήρωτη.

Αυτή η διπλή κατεύθυνση — συνεργασία με το Ισραήλ και υποστήριξη της παλαιστινιακής κρατικής υπόστασης — εξακολουθεί να αποτελεί τη μόνη βιώσιμη βάση μιας ελληνικής πολιτικής αρχών και συμφερόντων.

Η επταετία Μητσοτάκη: δραστηριότητα χωρίς ολοκληρωμένη στρατηγική

Θα ήταν ανακριβές να υποστηριχθεί ότι από το 2019 δεν έγινε τίποτα στον αραβικό κόσμο. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη υπέγραψε συμφωνία στρατηγικής εταιρικής σχέσης και αμοιβαίας συνδρομής με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ανέπτυξε ελληνική πυροβολαρχία Patriot στη Σαουδική Αραβία, ενίσχυσε τη συνεργασία με την Αίγυπτο και συγκρότησε Ανώτατο Συμβούλιο Στρατηγικής Συνεργασίας με το Ριάντ. Η μερική οριοθέτηση ΑΟΖ με την Αίγυπτο το 2020 είχε επίσης ιδιαίτερη σημασία απέναντι στο τουρκολιβυκό μνημόνιο.

Το πρόβλημα είναι διαφορετικό και βαθύτερο. Οι κινήσεις αυτές δεν συγκροτήθηκαν σε σταθερή αραβική πολιτική με συνέχεια, θεσμούς και σαφείς στόχους. Παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό αμυντικές και συναλλακτικές: κοινές ασκήσεις, εξοπλιστικά προγράμματα, επενδυτικές εξαγγελίες, ενεργειακά και καλωδιακά σχέδια. Δεν συνοδεύτηκαν από ανάλογο πολιτικό κεφάλαιο στο Παλαιστινιακό, στη Συρία, στον Λίβανο, στο Ιράκ, στην Ιορδανία ή στο κατακερματισμένο λιβυκό πεδίο.

Ακόμη και εκεί όπου δημιουργήθηκαν χρήσιμα εργαλεία, η Αθήνα δεν εξασφάλισε ότι θα παραμείνουν ελληνικά ερείσματα όταν οι αραβικές πρωτεύουσες αποκαταστήσουν τις σχέσεις τους με την Άγκυρα. Αυτό ακριβώς συνέβη: η Τουρκία, αφού συγκρούστηκε με το Ριάντ, το Άμπου Ντάμπι και το Κάιρο, επανήλθε με ταχύτητα, αξιοποιώντας το εμπόριο, την αμυντική της βιομηχανία, τα μη επανδρωμένα συστήματα και την ικανότητά της να συνομιλεί με αντίπαλα κέντρα ισχύος.

Η ελληνική αδράνεια, επομένως, δεν είναι απουσία επισκέψεων ή υπογραφών. Είναι η αδυναμία μετατροπής των σχέσεων σε ανθεκτικό δίκτυο επιρροής.

Είναι επίσης η εντύπωση ότι η Αθήνα προσεγγίζει τον αραβικό κόσμο κυρίως ως προέκταση του ανταγωνισμού της με την Τουρκία ή της συνεργασίας της με το Ισραήλ — και όχι ως αυτόνομο χώρο ελληνικών συμφερόντων.

Ναι στη συνεργασία με το Ισραήλ – όχι κατά των Παλαιστινίων

Η συνεργασία με το Ισραήλ δεν πρέπει να αμφισβητηθεί στο σύνολό της. Η ανταλλαγή τεχνογνωσίας, η αντιαεροπορική και αντι-drone άμυνα, η κυβερνοασφάλεια, οι πληροφορίες, οι κοινές ασκήσεις και η τριμερής συνεργασία με την Κύπρο ενισχύουν την ελληνική αποτρεπτική ικανότητα απέναντι στην Τουρκία. Η κατάργησή τους θα ήταν στρατηγικό σφάλμα.

Άλλο, όμως, η συνεργασία για την άμυνα της Ελλάδας και της Κύπρου και άλλο η διολίσθηση σε πολιτική κάλυψη ή επιχειρησιακή υποστήριξη ενεργειών κατά του παλαιστινιακού λαού. Η καταδίκη της επίθεσης της Χαμάς και η αναγνώριση του δικαιώματος του Ισραήλ στην ασφάλεια δεν μπορούν να καταργήσουν το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, την προστασία των αμάχων και το δικαίωμα των Παλαιστινίων σε βιώσιμο κράτος.

Η Ελλάδα οφείλει να διατυπώσει καθαρή κόκκινη γραμμή: καμία χρήση ελληνικού εδάφους, υποδομών ή στρατιωτικών δυνατοτήτων για επιχειρήσεις εις βάρος παλαιστινιακού πληθυσμού. Παράλληλα, πρέπει να εφαρμόσει την ομόφωνη απόφαση της Βουλής του 2015 για την αναγνώριση του κράτους της Παλαιστίνης, στο πλαίσιο της λύσης των δύο κρατών. Αυτό δεν στρέφεται κατά του Ισραήλ· αποκαθιστά την ισορροπία, ενισχύει το διεθνές δίκαιο και επιστρέφει στην Ελλάδα διπλωματική αξιοπιστία.

Η Συμφωνία της Μέκκας και ο τουρκικός παράγοντας

Η συμφωνία Σαουδικής Αραβίας–Τουρκίας–Πακιστάν είναι σημαντική για τρεις λόγους. Πρώτον, δίνει στην Άγκυρα θεσμικό ρόλο στην ασφάλεια του Κόλπου. Δεύτερον, συνδέει τη σαουδαραβική οικονομική ισχύ με τη μεγάλη τουρκική πολεμική βιομηχανία και με τις στρατιωτικές δυνατότητες του Πακιστάν. Τρίτον, σηματοδοτεί ότι οι χώρες της περιοχής δεν θεωρούν πλέον δεδομένη την αποκλειστική αμερικανική προστασία και αναζητούν επικαλυπτόμενες συμμαχίες.

Δεν γνωρίζουμε ακόμη εάν η συμφωνία θα αποκτήσει επιχειρησιακό βάθος. Η κοινή δήλωση δεν προσδιορίζει αυτόματη στρατιωτική απόκριση, δομή διοίκησης ή συγκεκριμένες δυνάμεις. Ούτε πρέπει να θεωρηθεί δεδομένο ότι το πακιστανικό πυρηνικό οπλοστάσιο τίθεται υπό σαουδαραβική ή τουρκική «ομπρέλα». Η γεωπολιτική της σημασία, όμως, είναι ήδη πραγματική: η Τουρκία εμφανίζεται ως αναγκαίος εταίρος ενός νέου συστήματος περιφερειακής αποτροπής.

Απέναντι σε αυτή την εξέλιξη, μια αποκλειστικά ισραηλοκεντρική ελληνική απάντηση θα ήταν ανεπαρκής και επικίνδυνη. Θα βάθαινε την εξάρτηση από έναν μόνο περιφερειακό πόλο και θα επέτρεπε στην Άγκυρα να παρουσιάζει την Ελλάδα ως μέρος ενός αντιμουσουλμανικού άξονα. Η σωστή απάντηση είναι η πολυδιάστατη παρουσία: Ισραήλ, Αίγυπτος, Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ, Ιορδανία, Κατάρ, Ιράκ και, όπου είναι δυνατόν, δίαυλοι με το Ιράν.

Οι Patriot δεν πρέπει να αποσυρθούν χωρίς στρατηγικό αντάλλαγμα

Η ελληνική πυροβολαρχία Patriot βρίσκεται στη Σαουδική Αραβία από το 2021, με ελληνικό προσωπικό και αμυντική αποστολή προστασίας κρίσιμων ενεργειακών υποδομών. Το 2026 συμμετείχε ήδη σε πραγματικές αναχαιτίσεις πυραυλικών επιθέσεων. Η αποστολή, επομένως, δεν είναι συμβολική: συνιστά ενεργό ελληνική παρουσία σε ένα από τα κρισιμότερα σημεία του παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος.

Η παραμονή της δεν πρέπει να είναι άνευ όρων. Χρειάζεται διαρκής αξιολόγηση κινδύνου, σαφείς κανόνες εμπλοκής, προστασία του προσωπικού, ενημέρωση της Βουλής και συγκεκριμένα ανταλλάγματα σε άμυνα, επενδύσεις, ενέργεια και διπλωματική στήριξη. Η μετάβαση από ετήσια σε μηνιαία ανανέωση δείχνει ότι η Αθήνα αναγνωρίζει τη ρευστότητα του περιβάλλοντος. Απόφαση οριστικής αποχώρησης, πάντως, δεν έχει ανακοινωθεί.

Μια βιαστική απόσυρση μετά τη Συμφωνία της Μέκκας θα άφηνε ελεύθερο χώρο στην Τουρκία ακριβώς τη στιγμή που εκείνη θεσμοποιεί την παρουσία της. Αν η αρχική αποστολή συνδέθηκε, όπως έχει κατά καιρούς καταγγελθεί, με ιδιωτικές ή οικογενειακές διασυνδέσεις, αυτό πρέπει να ελεγχθεί με πλήρη διαφάνεια και συγκεκριμένα στοιχεία. Δεν μπορεί όμως ένας    ισχυρισμός να υποκαταστήσει την αξιολόγηση του σημερινού εθνικού συμφέροντος. Ένα εργαλείο μπορεί να σχεδιάστηκε για λανθασμένους ή αδιαφανείς λόγους και παρ’ όλα αυτά, με νέο πλαίσιο και κατάλληλα ανταλλάγματα, να αξιοποιηθεί προς όφελος της χώρας.

Τι πρέπει να κάνει τώρα η Ελλάδα

Η Αθήνα χρειάζεται ένα συνεκτικό σχέδιο και όχι αποσπασματικές αντιδράσεις:

  1. Να διατηρήσει την αμυντική συνεργασία με το Ισραήλ, με σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στην ελληνική αποτροπή και στις επιχειρήσεις στα παλαιστινιακά εδάφη.
  2. Να αναγνωρίσει το κράτος της Παλαιστίνης, εφαρμόζοντας την απόφαση της Βουλής του 2015 και υποστηρίζοντας έμπρακτα τη λύση δύο κρατών.
  3. Να διαπραγματευτεί εκ νέου την παρουσία των Patriot, με ρητές εγγυήσεις, ανταλλάγματα και τακτικό κοινοβουλευτικό έλεγχο — όχι να την εγκαταλείψει αντανακλαστικά.
  4. Να συγκροτήσει μόνιμο στρατηγικό διάλογο με τον αραβικό κόσμο, με ειδικό απεσταλμένο, ετήσιες υπουργικές συναντήσεις και χωριστές πολιτικές για τον Κόλπο, την Αίγυπτο, το Λεβάντε και τη Βόρεια Αφρική.
  5. Να επενδύσει σε χειροπιαστά κοινά συμφέροντα: ηλεκτρικές και ψηφιακές διασυνδέσεις, ναυτιλία, πολιτική προστασία, τρόφιμα, νερό, πολιτισμό, εκπαίδευση και αμυντική συμπαραγωγή.
  6. Να επανέλθει ενεργά στη Λιβύη, συνομιλώντας και με τα δύο κέντρα εξουσίας χωρίς να νομιμοποιεί το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
  7. Να αξιοποιήσει την ιδιότητά της ως κράτους της ΕΕ και της Μεσογείου, προβάλλοντας μια πολιτική που συνδυάζει ασφάλεια, διεθνές δίκαιο και πολιτική λύση των συγκρούσεων.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στο Ισραήλ και στους Άραβες. Χρειάζεται να επιλέξει τον δικό της ρόλο. Μπορεί να συνεργάζεται με το Ισραήλ απέναντι στην τουρκική αναθεωρητική πολιτική, χωρίς να ευθυγραμμίζεται με ενέργειες κατά των Παλαιστινίων. Μπορεί να διατηρεί στρατιωτική παρουσία στη Σαουδική Αραβία, χωρίς να παραδίδει λευκή επιταγή σε κανέναν. Και μπορεί να ξαναχτίσει τις σχέσεις της με τον αραβικό κόσμο, όχι ως νοσταλγική επιστροφή στη δεκαετία του 1980, αλλά ως σύγχρονη πολιτική εθνικής αυτονομίας.

Στη Μέση Ανατολή που αναδύεται, οι αδρανείς χώρες δεν μένουν απλώς πίσω· γίνονται πεδίο των σχεδιασμών άλλων. Η Ελλάδα έχει ακόμη χρόνο να το αποφύγει, όχι όμως και την πολυτέλεια να περιμένει.

anixneuseis.gr

Back to top button