Η τουρκική κυβέρνηση προσπάθησε να δολοφονήσει τον Ιρανο-τουρκο έμπορο χρυσού Ρεζά Ζαράμπ (Reza Zarrab) μέσα σε αμερικανική ομοσπονδιακή φυλακή, αφότου έμαθε ότι συνεργαζόταν με τις εισαγγελικές αρχές σε μια ευρεία έρευνα για την αποφυγή των κυρώσεων κατά του Ιράν —μια υπόθεση που εμπλέκει ανώτατους Τούρκους αξιωματούχους, συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν— σύμφωνα με υπόμνημα επιμετρησης ποινής που κατατέθηκε σε ομοσπονδιακό δικαστήριο της Νέας Υόρκης.
Ένας συγκρατούμενός του, οπλισμένος με μαχαίρι, στρίμωξε τον Ζαράμπ και του είπε ότι είχε πληρωθεί για να τον σκοτώσει και θα το έκανε αν ο Ζαράμπ συνεργαζόταν με τις αμερικανικές αρχές, αναφέρει το υπόμνημα.
Ο εξαιρετικός αυτός ισχυρισμός περιέχεται σε πολυσέλιδη κατάθεση 57 σελίδων που υποβλήθηκε για λογαριασμό του Ζαράμπ στο Ομοσπονδιακό Περιφερειακό Δικαστήριο της Νότιας Περιφέρειας της Νέας Υόρκης. Με ημερομηνία 2 Ιουλίου 2026 και ημερομηνία κατάθεσης την 8η Ιουλίου, το υπόμνημα συντάχθηκε ενόψει της επιβολής της ποινής του Ζαράμπ και ζητά από το δικαστήριο να επιβάλει ποινή ίση με τον χρόνο που έχει ήδη εκτίσει, επικαλούμενο την εκτεταμένη συνεργασία του με τις αμερικανικές αρχές και αυτά που οι δικηγόροι του περιγράφουν ως χρόνια αντιποίνων από την τουρκική κυβέρνηση.
Στην πιο εντυπωσιακή αποάλυψη, οι δικηγόροι του Ζαράμπ αφιερώνουν μια ολόκληρη ενότητα της κατάθεσης με τίτλο «Ταυτόχρονα Αντίποινα και Απόπειρα Δολοφονίας από την Τουρκία».
Σύμφωνα με το υπόμνημα, ο Ζαράμπ κρατούνταν στο Μητροπολιτικό Κέντρο Κράτησης (MDC) ενώ συναντιόταν μυστικά με τους εισαγγελείς για να προετοιμαστεί για τη δίκη του Μεχμέτ Χακάν Ατίλα (Mehmet Hakan Atilla), τότε αναπληρωτή γενικού διευθυντή της τουρκικής κρατικής τράπεζας Halkbank. Οι αμερικανικές αρχές λάμβαναν εκτεταμένα μέτρα για να αποκρύψουν τη συνεργασία του, αλλά φήμες άρχισαν να κυκλοφορούν μεταξύ των κρατουμένων ότι ο Ζαράμπ είχε αλλάξει στρατόπεδο και βοηθούσε την κυβέρνηση.
Στις αρχές Νοεμβρίου 2017, οι απειλές κλιμακώθηκαν δραματικά. Ένας συγκρατούμενός του οπλισμένος με μαχαίρι στρίμωξε τον Ζαράμπ και του είπε ότι είχε πληρωθεί για να τον σκοτώσει και θα το έκανε αν ο Ζαράμπ συνεργαζόταν με τις αμερικανικές αρχές, αναφέρει το υπόμνημα. Η ταυτότητα του προσώπου ή της οντότητας που φέρεται να πλήρωσε τον κρατούμενο έχει διαγραφεί στη δημόσια διαθέσιμη έκδοση του εγγράφου, αν και οι δικηγόροι του Ζαράμπ χαρακτηρίζουν το επεισόδιο στον τίτλο της ενότητας ως απόπειρα δολοφονίας από την Τουρκία.
Ο Ζαράμπ γλίτωσε μόνο όταν ο συγκάτοικος στο κελί του πήγε να τον ψάξει και, μαζί με άλλους φυλακισμένους, τον έσωσαν με τη βία, σύμφωνα με τους δικηγόρους του.
Το περιστατικό θεωρήθηκε τόσο σοβαρό που ο Ζαράμπ μεταφέρθηκε αμέσως υπό την κηδεμονία του FBI. Δύο πράκτορες του FBI τον φρουρούσαν ανά πάσα στιγμή επειδή, όπως αναφέρει η κατάθεση, οι αρχές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η εμβέλεια όσων επιδίωκαν να τον βλάψουν ήταν τόσο εκτεταμένη που «καμία φυλακή δεν θα ήταν αρκετά ασφαλής».
Η εικαζόμενη απόπειρα κατά της ζωής του έγινε εν μέσω μιας ευρύτερης εκστρατείας που, σύμφωνα με τους δικηγόρους του Ζαράμπ, είχε σχεδιαστεί για να τον εμποδίσει να καταθέσει σχετικά με ένα τεράστιο δίκτυο παραβίασης κυρώσεων, στο οποίο η Halkbank, υπό τις οδηγίες της τουρκικής ηγεσίας, βοήθησε το Ιράν να αποκτήσει πρόσβαση σε δισεκατομμύρια δολάρια εσόδων από το πετρέλαιο παρά τους αμερικανικούς περιορισμούς.
Περίπου μία εβδομάδα πριν από τη δίκη του Ατίλα, οι τουρκικές αρχές συνέλαβαν τρεις υπαλλήλους του Ζαράμπ, σύμφωνα με το έγγραφο. Οι δικηγόροι του περιγράφουν τις συλλήψεις ως μια προσπάθεια της τελευταίας στιγμής να ασκηθεί πίεση ώστε να μην καταθέσει. Οι υπάλληλοι αφέθηκαν ελεύθεροι την ημέρα πριν ο Ζαράμπ ανέβει στο στο βήμα του μάρτυρα, κάτι που το υπόμνημα χαρακτηρίζει ως χειρονομία που αποσκοπούσε στο να τον επηρεάσει. Οι τουρκικές αρχές εισέβαλαν επίσης στο σπίτι ενός άλλου υπαλλήλου του Ζαράμπ στη μέση της νύχτας.
Από τις 29 Νοεμβρίου έως τις 7 Δεκεμβρίου 2017, κατέθετε για επτά ημέρες στη δίκη του Ατίλα, παρέχοντας στους εισαγγελείς λεπτομερείς αναφορές για τους μηχανισμούς που χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταφορά των εσόδων από το ιρανικό πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, τους εμπλεκόμενους αξιωματούχους και τις επιχειρήσεις, καθώς και τις πληρωμές και τις δωροδοκίες που συντηρούσαν το δίκτυο. Το δικαστήριο περιέγραψε αργότερα τον Ζαράμπ ως έναν από τους σημαντικότερους μάρτυρες της κυβέρνησης και χαρακτήρισε την κατάθεσή του αξιόπιστη και σε μεγάλο βαθμό αναπόδεικτη, σύμφωνα με το υπόμνημα.
Την επόμενη ημέρα οι Τούρκοι εισαγγελείς ξεκίνησαν μια «εικονική» ποινική έρευνα κατασκοπείας κατά του Ζαράμπ, εκθέτοντάς τον σε ισόβια κάθειρξη.
Η κατάθεσή του πυροδότησε ένα νέο κύμα αντιποίνων από την Άγκυρα, υποστηρίζουν οι δικηγόροι του.
Την πρώτη ημέρα της κατάθεσής του, οι τρεις υπάλληλοι που είχαν συλληφθεί προηγουμένως στην Τουρκία συνελήφθησαν εκ νέου. Την επόμενη ημέρα, οι Τούρκοι εισαγγελείς ξεκίνησαν μια εικονική ποινική έρευνα για κατασκοπεία, εκθέτοντάς τον σε ποινή ισόβιας κάθειρξης. Την ίδια περίπου χρονική στιγμή, οι τουρκικές αρχές κατέσχεσαν περιουσιακά στοιχεία του Ζαράμπ και της οικογένειάς του αξίας άνω των 172 εκατομμυρίων δολαρίων, συμπεριλαμβανομένων ακινήτων, ενός αεροσκάφους, σκαφών, οχημάτων και μιας συλλογής έργων τέχνης. Οι αρχές προχώρησαν επίσης στην κατεδάφιση του σπιτιού του στον Βόσπορο, σύμφωνα με το υπόμνημα.
Η κατάθεση παρουσιάζει τα μέτρα αυτά όχι ως συνήθη επιβολή του νόμου, αλλά ως τιμωρία για τη συνεργασία του Ζαράμπ με την Ουάσινγκτον.
Ο τότε πρωθυπουργός Μπιναλί Γιλντιρίμ εξέφρασε δημοσίως την ελπίδα ότι οι κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων θα έκαναν τον Ζαράμπ να «επιστρέψει από το λάθος του», σύμφωνα με δήλωση που επικαλείται η υπεράσπιση. Ο Ζαράμπ συνέχισε να καταθέτει παρά την πίεση.
Οι δικηγόροι του υπολογίζουν ότι οι τουρκικές κατασχέσεις, η υποβάθμιση των ακινήτων, τα χαμένα έσοδα από ενοίκια και τα σχετικα έξοδα κόστισαν τελικά στον Ζαράμπ και την οικογένειά του τουλάχιστον 150,7 εκατομμύρια δολάρια. Το ποσό αυτό δεν περιλαμβάνει διάφορα οχήματα, έργα τέχνης και άλλη περιουσία.
Ο Ζαράμπ ήταν βασικός ύποπτος που συνελήφθη στη σαρωτική έρευνα για τη διαφθορά στην Τουρκία, η οποία δημοσιοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 2013 και ενέπλεξε ανώτερους Τούρκους αξιωματούχους, με τις κατηγορίες να φτάνουν μέχρι τον ίδιο τον Ερντογάν. Οι ερευνητές ισχυρίστηκαν ότι ο Ζαράμπ είχε θέσει αρκετά ανώτερα κυβερνητικά στελέχη στο μισθολόγιο δωροδοκίας του, συμπεριλαμβανομένου του υπουργού Οικονομίας Zafer Çağlayan, του υπουργού Εσωτερικών Muammer Güler και του υπουργού Ευρωπαϊκών Υποθέσεων Egemen Bağış, διοχετεύοντας εκατομμύρια δολάρια σε αυτούς ενώ ξεπλενε δισεκατομμύρια σε ιρανικά κεφάλαια. Οι ερευνητές ισχυρίστηκαν επίσης ότι ένα μεγάλο μέρος των χρημάτων προοριζόταν για τον Ερντογάν, ο οποίος φερόταν να αναφέρεται ως «μεγάλος αδελφός» σε έγγραφα που κατασχέθηκαν κατά την έρευνα.
Ο Ερντογάν, τότε πρωθυπουργός, επενέβη καθώς η κυβέρνησή του κινήθηκε για να εκτροχιάσει την έρευνα. Αρχηγοί της αστυνομίας, εισαγγελείς και δικαστές που εμπλέκονταν στην έρευνα για τη διαφθορά απομακρύνθηκαν ή μετατέθηκαν, και ο Ζαράμπ αφέθηκε τελικά ελεύθερος από την προσωρινή κράτηση. Η κυβέρνηση Ερντογάν παρουσίασε τον Ζαράμπ ως νόμιμο επιχειρηματία που είχε συνεισφέρει στην τουρκική οικονομία και απέρριψε τους ισχυρισμούς περί δωροδοκίας παρά τα στοιχεία που συνέλεξαν οι ερευνητές, συμπεριλαμβανομένων τραπεζικών αρχείων, τηλεφωνικών παρακολουθήσεων και βιντεοληπτικού υλικού. Στον Ζαράμπ δόθηκε μάλιστα συνέντευξη σε ζώνη υψηλής τηλεθέασης στο A Haber, ένα φιλοκυβερνητικό τηλεοπτικό δίκτυο του οποίου η ιδιοκτησία έχει συνδεθεί με την οικογένεια του Ερντογάν.
Μετά την αποφυλάκισή του, ο Ζαράμπ επανέλαβε την επιχείρηση αποφυγής των κυρώσεων που τον είχε φέρει στο επίκεντρο της έρευνας για τη διαφθορά, συνεχίζοντας να διακινεί ιρανικά κεφάλαια μέσω Τουρκίας με τη βοήθεια Τούρκων αξιωματούχων, σύμφωνα με στοιχεία που προέκυψαν αργότερα στις αμερικανικές διαδικασίες.
Η κατάσταση άλλαξε δραματικά τον Μάρτιο του 2016, όταν ο Ζαράμπ συνελήφθη από τις αμερικανικές αρχές στο Μαϊάμι. Αρχικά αρνήθηκε τις κατηγορίες, ενώ η κυβέρνηση Ερντογάν κατέβαλε έντονες προσπάθειες για να εξασφαλίσει την αποφυλάκισή του και την επιστροφή του στην Τουρκία, συμπεριλαμβανομένων διπλωματικών παραστάσεων προς την αμερικανική κυβέρνηση.
Ο Ζαράμπ ομολόγησε την ενοχή του σε μια απόρρητη διαδικασία στις 26 Οκτωβρίου 2017, για κατηγορίες που περιλάμβαναν συνωμοσία για παραβίαση των αμερικανικών κυρώσεων, τραπεζική απάτη, ξεπλαιμα χρήματος και δωροδοκία φύλακα φυλακών. Η βασική του υπόθεση κυρώσεων επικεντρώθηκε σε ένα σχέδιο μεταφοράς εσόδων από το ιρανικό πετρέλαιο μέσω της Τουρκίας με τη χρήση συναλλαγών χρυσού και εικονικών εμπορικών συναλλαγών τροφίμων.
Σύμφωνα με το υπόμνημα επιμέτρησης της ποινής του, η Halkbank διέθετε λογαριασμούς που περιείχαν έσοδα από πετρέλαιο και φυσικό αέριο του Ιράν, τα οποία δεν μπορούσαν να μεταφερθούν ελεύθερα υπό τις αμερικανικές κυρώσεις. Ο Ζαράμπ κατέθεσε ότι ο τότε υπουργός Οικονομίας Çağlayan βοήθησε στη διευθέτηση της πρόσβασής του στην Halkbank σε αντάλλαγμα για το 50% των κερδών του Ζαράμπ, ενώ ο τότε διευθύνων σύμβουλος της Halkbank, Süleyman Aslan, απαίτησε επίσης μερίδιο.
Η επιχείρηση βασίστηκε αρχικά στη μετατροπή των ιρανικών κεφαλαίων που κρατούνταν στην Halkbank σε χρυσό, την αποστολή του χρυσού στο Ντουμπάι και τη μετατροπή του σε μετρητά. Αφού άλλαξαν οι κανόνες των κυρώσεων, το δίκτυο μεταπήδησε σε έναν εικονικό μηχανισμό εμπορίου τροφίμων χρησιμοποιώντας κατασκευασμένα τιμολόγια, τελωνειακές διασαφήσεις και έγγραφα αποστολής για να αποκρύψει τις μεταφορές ιρανικών χρημάτων.
Οι δικηγόροι του Ζαράμπ υποστηρίζουν ότι η Άγκυρα θεώρησε την απόφασή του να αποκαλύψει την επιχείρηση ως πράξη προδοσίας, επειδή η κατάθεσή του αποκάλυψε διαφθορά στα υψηλότερα επίπεδα της τουρκικής κυβέρνησης και περιέγραψε λεπτομερώς πώς το Ιράν μπόρεσε να παρακάμψει τις αμερικανικές κυρώσεις μέσω της Τουρκίας.
Ο Ατίλα καταδικάστηκε στις 3 Ιανουαρίου 2018 και στη συνέχεια καταδικάστηκε σε φυλάκιση 32 μηνών. Του επιτράπηκε να επιστρέψει στην Τουρκία μετά την έκτιση της ποινής του.
Ωστόσο, η πολύ μεγαλύτερη δίωξη της Halkbank τράβηξε για χρόνια. Σύμφωνα με το έγγραφο, η τράπεζα προέβη σε επανειλημμένες προσφυγές στο Εφετείο της Δεύτερης Περιφέρειας και στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, συμβάλλοντας σε ένα κενό σχεδόν εννέα ετών μεταξύ της ομολογίας ενοχής του Ζαράμπ και της επιβολής της ποινής του.
Τον Μάρτιο του 2026, οι Αμερικανοί εισαγγελείς κατέληξαν σε συμφωνία αναστολής δίωξης με την Halkbank, βάσει της οποίας η ποινική υπόθεση εναντίον της τράπεζας θα αποσυρόταν τελικά σε αντάλλαγμα για αυτό που οι εισαγγελείς χαρακτήρισαν ως συνδρομή της τουρκικής κυβέρνησης συμφέροντα της εξωτερικής πολιτικής και της εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων των προσπαθειών για την εξασφάλιση της απελευθέρωσης ομήρων που κρατούνται από τη Χαμάς.
Μετά την αποφυλάκισή του τον Ιανουάριο του 2018, ο Ζαράμπ υποχρεώθηκε να απασχολεί ιδιωτική ασφάλεια όλο το εικοσιτετράωρο και αρχικά τέθηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική παρακολούθηση και GPS. Τα τουρκικά έγγραφα ταυτοποίησής του είχαν ακυρωθεί, αναφέρει η κατάθεση, και δεν ήταν σε θέση να χρησιμοποιήσει με ασφάλεια το πραγματικό του όνομα, γεγονός που τον ανάγκασε να νοικιάσει ένα διαμέρισμα με ψευδώνυμο.
Ακόμη και αφού το δικαστήριο χαλάρωσε τους περιορισμούς του, η απειλή δεν εξαφανίστηκε. Οι δικηγόροι του υποστηρίζουν ότι τουρκικά πρόσωπα συνέχισαν να τον εντοπίζουν και να τον φωτογραφίζουν στη Νέα Υόρκη, ωθώντας τον Ζαράμπ, με τη συγκατάθεση των αμερικανικών αρχών, να αναζητήσει μια ασφαλέστερη τοποθεσία αλλού. Συνέχισε να ταξιδεύει με οδηγό και σωματοφύλακα και δυσκολευόταν να αποκτήσει έγγραφα ταυτοποίησης, τραπεζικές υπηρεσίες και απασχόληση.
Οι δικηγόροι του δεν κατηγορούν απλώς την τουρκική κυβέρνηση για οικονομικά και δικαστικά αντίποινα, αλλά ότι προσπάθησε να σωπάσει έναν κρίσιμο μάρτυρα ενώ βρισκόταν υπό την κράτηση των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η υπεράσπιση υποστηρίζει ότι η απόπειρα δολοφονίας κατά τη διάρκεια της κράτησης, η σύλληψη ανθρώπων του περιβάλλοντός του, οι διαδικασίες κατασκοπείας, η κατάσχεση της περιουσίας του και οι συνεχείς απειλές για την ασφάλειά του συνιστούν συνολικά τιμωρία που υπερβαίνει κατά πολύ αυτό που έχουν αντιμετωπίσει άλλοι συμμετέχοντες στο σχέδιο παραβίασης των κυρώσεων.
Κατά συνέπεια, οι δικηγόροι του Ζαράμπ ζήτησαν από τον δικαστή Richard M. Berman να τον καταδικάσει σε ποινή ίση με τον χρόνο που έχει ήδη εκτίσει. Η κατάθεση αναφέρει ότι ο Ζαράμπ είχε ήδη περάσει 22 μήνες πίσω από τα κάγκελα, άλλους πέντε μήνες σε αυστηρό κατ’ οίκον περιορισμό και 95 μήνες υπό περιοριστικούς όρους εγγύησης.
Ο ισχυρισμός περί δολοφονίας ξεχωρίζει επειδή προσθέτει μια προηγουμένως ασαφή διάσταση στην αντίδραση της Άγκυρας απέναντι στην αποστασία του Ζαράμπ: Οι δικηγόροι του δεν κατηγορούν απλώς την τουρκική κυβέρνηση για οικονομικά και δικαστικά αντίποινα, αλλά ότι προσπάθησε να σωπάσει έναν κρίσιμο μάρτυρα ενώ βρισκόταν υπό την κράτηση των Ηνωμένων Πολιτειών.
Δείχνει επίσης μέχρι πού φέρεται να είναι διατεθειμένος να φτάσει ο Πρόεδρος Ερντογάν για να σιωπήσει μια βασική προσωπικότητα που αρχικά συνεργάστηκε με την κυβέρνησή του για το ξέπλυμα ιρανικών κρατικών κεφαλαίων κατά παράβαση πολλαπλών τουρκικών και αμερικανικών νόμων, αλλά αργότερα στράφηκε εναντίον του Ερντογάν αφού συνήψε συμφωνία ομολογίας ενοχής με τους Αμερικανούς εισαγγελείς και συμφώνησε να συνεργαστεί μαζί τους.
Middle East Forum