Τη σημασία της επίσκεψης του Μάρκο Ρούμπιο στην Ελλάδα, αλλά και τα όρια της αμερικανικής στήριξης, ανέλυσε ο καθηγητής Οικονομικής Γεωγραφίας και Γεωπολιτικής Θεωρίας, Ιωάννης Μάζης, στην παρέμβασή του στη «Ναυτεμπορική». Στο επίκεντρο της τοποθέτησής του βρέθηκαν η ηλεκτρική διασύνδεση, η στάση απέναντι στην Τουρκία και η συναλλακτική λογική που, κατά την εκτίμησή του, καθορίζει την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ.
Ο καθηγητής χαρακτήρισε την επίσκεψη «θετικό βήμα των Ηνωμένων Πολιτειών προς την Ελλάδα», υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι η αποτίμησή της απαιτεί εξέταση των αμερικανικών κινήτρων. Η Ουάσιγκτον, όπως εξήγησε, προσεγγίζει τις συνεργασίες με όρους αμοιβαίων ανταλλαγμάτων και στρατηγικής χρησιμότητας.
Η Ελλάδα και οι ρίζες της Δύσης
Ο Ιωάννης Μάζης απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στην ομιλία Ρούμπιο με φόντο την Ακρόπολη και στη σύνδεση της Δύσης με τις ελληνικές πολιτισμικές ρίζες της.
Όπως επισήμανε, η προβολή της ελληνικής παιδείας, της οικουμενικότητας του ελληνικού πολιτισμού και των αξιών του αποτελεί θετικό στοιχείο που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η αναγνώριση αυτής της παρακαταθήκης από την αμερικανική υπερδύναμη έχει, σύμφωνα με τον ίδιο, τη δική της βαρύτητα.
Παράλληλα, συνέδεσε το αμερικανικό ενδιαφέρον με ευρύτερους στρατηγικούς σχεδιασμούς. Εξέφρασε την εκτίμηση ότι προετοιμάζεται θερμή ρήξη με το Ιράν μετά τις ενδιάμεσες αμερικανικές εκλογές, εντάσσοντας σε αυτό το πλαίσιο τη σημασία βάσεων στην Ελλάδα, την Ισλανδία και τις Αζόρες.
Το μήνυμα Ρούμπιο και η ελληνική ευθύνη
Στην ανάγνωση του καθηγητή, ο αμερικανικός πραγματισμός δίνει προτεραιότητα στο αποτέλεσμα. Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι η επίκληση του Διεθνούς Δικαίου πρέπει να συνοδεύεται από αποφασιστικότητα στην υπεράσπιση των συμφερόντων της.
Ερμηνεύοντας τη στάση Ρούμπιο για το καλώδιο, ο Μάζης υποστήριξε ότι η Αθήνα καλείται να προχωρήσει γνωρίζοντας πως η Τουρκία θα αντιδράσει. Εκτίμησε επίσης ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα επέτρεπαν μια θερμή ρήξη στην περιοχή.
Στην ανάλυσή του, επομένως, το κρίσιμο στοιχείο είναι η ελληνική πρωτοβουλία και οι επιλογές της κυβέρνησης: «Το μπαλάκι είναι στο δικό μας τερέν πλέον».
Κατά τον ίδιο, η Ουάσιγκτον αξιολογεί και τις αντοχές της Ελλάδας, προκειμένου να προσδιορίσει πόσο μπορεί να στηριχθεί σε αυτήν ως στρατηγικό εταίρο. Η συγκεκριμένη προσέγγιση αποτελεί ερμηνεία του καθηγητή για τα αμερικανικά μηνύματα.
Η προειδοποίηση για την τουρκική «άδεια»
Η πιο αιχμηρή τοποθέτηση του Ιωάννη Μάζη αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο θα προχωρήσουν οι έρευνες και οι εργασίες για την ηλεκτρική διασύνδεση.
«Αλίμονό μας εάν κρυφτούμε πίσω από τη γαλλική εταιρεία», προειδοποίησε, ζητώντας καθαρή ελληνική στάση. Κατά την άποψή του, η ενημέρωση για τις εργασίες πρέπει να γίνεται μέσω NAVTEX.
Ο κίνδυνος, όπως τον περιέγραψε, είναι ένα πρόσθετο έγγραφο προς την Τουρκία να παρουσιαστεί από την Άγκυρα ως αίτημα λήψης άδειας. Έτσι, υποστήριξε, θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ως προηγούμενο υπέρ της τουρκικής αντίληψης ότι καμία σχετική δραστηριότητα στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς τη συναίνεσή της.
Επικαλούμενος την οριοθέτηση ΑΟΖ Ελλάδας–Αιγύπτου, ο καθηγητής υποστήριξε ότι στην περιοχή των εργασιών που συζητείται η Ελλάδα διαθέτει κυριαρχικά δικαιώματα και δεν πρέπει να εμφανιστεί να ζητά τουρκική άδεια.
Έδωσε επίσης έμφαση στην ευθύνη του ελληνικού διαχειριστή του έργου, του ΑΔΜΗΕ. Η παρουσία ξένων εταιρειών, κατά την ανάλυσή του, δεν απομακρύνει τις συνέπειες που θα μπορούσε να έχει ένα έγγραφο με ελληνική υπογραφή προς την Άγκυρα.
Οι υποχωρήσεις στην Κάσο δεν πρέπει να γίνουν κανόνας
Απαντώντας σε ερώτηση για τις προηγούμενες υποχωρήσεις στην Κάσο, ο Μάζης συμφώνησε ότι έχουν δημιουργήσει αρνητικό προηγούμενο. Τόνισε, όμως, ότι η επανάληψη μιας υποχώρησης δεν αποτελεί λόγο να παγιωθεί ως κανόνας.
Η θέση του ήταν ότι η Ελλάδα πρέπει να προχωρήσει με σοβαρότητα, αποφεύγοντας χειρισμούς που θα ενίσχυαν τις τουρκικές αξιώσεις.
Η «σκληρή λογική ισχύος» της κυβέρνησης Τραμπ
Σχολιάζοντας την παρασκηνιακή διπλωματία, ο καθηγητής την ενέταξε στη λογική του «δίνω και παίρνω», που θεωρεί κυρίαρχη στην αμερικανική πολιτική.
Υποστήριξε ότι επί Τραμπ η πρακτική άσκηση της διπλωματίας καθορίζεται από συναλλακτικές σχέσεις και συσχετισμούς ισχύος. Η επίκληση του Διεθνούς Δικαίου εξακολουθεί, στην ανάλυσή του, να έχει αξία για την καταγραφή των ελληνικών θέσεων, αλλά δεν αρκεί για να εξασφαλίσει το επιθυμητό αποτέλεσμα.
«Είναι σκληρή λογική ισχύος», ανέφερε χαρακτηριστικά, επιμένοντας ότι η Αθήνα πρέπει να κατανοήσει αυτό το περιβάλλον και να κινηθεί ανάλογα.