Γράφει ο Αρντασές Γιαγουπιάν
Την 1η Οκτωβρίου 2026, η Αθήνα φιλοξένησε την 6η Σύνοδο της Μικτής Διυπουργικής Επιτροπής Οικονομικής, Βιομηχανικής και Τεχνολογικής Συνεργασίας Ελλάδας–Αζερμπαϊτζάν, την πρώτη από το 2013. Στόχος ήταν η περαιτέρω διεύρυνση των διμερών οικονομικών σχέσεων, με έμφαση στην ενέργεια, στις επενδύσεις, στις μεταφορές, στις υποδομές και στον τουρισμό. Υπογράφηκε, μάλιστα, κοινό πρόγραμμα τουριστικής δράσης για την περίοδο 2026–2028.
Η οικονομική συνεργασία μεταξύ κρατών δεν αποτελεί από μόνη της πρόβλημα. Το πολιτικό ζήτημα προκύπτει όταν η ανάπτυξη αυτών των σχέσεων δεν συνοδεύεται από ανάλογη διπλωματική πίεση για τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και στην περίπτωση του Αζερμπαϊτζάν, οι λόγοι για να τεθούν τέτοια ερωτήματα είναι συγκεκριμένοι και σοβαροί.

Ο Αλίγιεφ «επιτίθεται» στην Τουρκία; Τι λέει πραγματικά η ομιλία του
Την ίδια περίοδο, ελληνικά δημοσιεύματα παρουσίασαν τις δηλώσεις του προέδρου του Αζερμπαϊτζάν Ιλχάμ Αλίγιεφ στο 8ο Συνέδριο του κυβερνώντος κόμματος YAP, που πραγματοποιήθηκε στο Μπακού στις 2 Οκτωβρίου 2026, ως αιχμηρό μήνυμα προς την Άγκυρα. Ορισμένα έφτασαν να μιλούν για «χαστούκι» στον Ερντογάν και για ρήγμα στη στρατηγική συμμαχία των δύο χωρών.
Ο Αλίγιεφ υπογράμμισε ότι το Αζερμπαϊτζάν δεν χρειάζεται ξένη κηδεμονία, ότι κανείς δεν πρέπει να παρεμβαίνει στις εσωτερικές του υποθέσεις και ότι η χώρα αγόρασε τα όπλα της με δικά της χρήματα, σε τιμές της διεθνούς αγοράς. Επέμεινε, επίσης, στην ανάγκη να προστατευθεί ο ιδεολογικός χώρος της χώρας από ξένες επιρροές.
Οι δηλώσεις αυτές έχουν πολιτική σημασία. Ωστόσο, υπάρχει μια κρίσιμη λεπτομέρεια: στην επίσημη ομιλία του ο Αλίγιεφ δεν κατονομάζει την Τουρκία ως αποδέκτη αυτών των αιχμών. Η σύνδεση των δηλώσεων με υποτιθέμενες τουρκικές πιέσεις για τη μαντίλα στα σχολεία του Αζερμπαϊτζάν, με την αντιπαράθεση για τον ρόλο της Τουρκίας στον πόλεμο του 2020 στο Ναγκόρνο Καραμπάχ (Αρτσάχ), ή με τις σχέσεις Μπακού–Ισραήλ αποτελεί ερμηνεία που χρειάζεται ανεξάρτητη τεκμηρίωση.
Επομένως, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να μιλήσουμε ήδη για ρήγμα στην τουρκοαζερική συμμαχία. Υπάρχει, όμως, ένα ενδιαφέρον πολιτικό ερώτημα: μέχρι ποιο σημείο το Μπακού επιθυμεί να διατηρεί τη στρατηγική συμμαχία με την Άγκυρα, χωρίς να επιτρέπει στην Τουρκία να εμφανίζεται ως ο προστάτης ή ο καθοδηγητής του;
Για την Ελλάδα, το ζήτημα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η Αθήνα δεν πρέπει να συγχέει την επιθυμία του Αζερμπαϊτζάν να εμφανίζεται ως ανεξάρτητος περιφερειακός παράγοντας με οποιαδήποτε ουσιαστική μεταβολή της πολιτικής του. Ακόμη και αν υπάρχουν επιμέρους διαφωνίες μεταξύ Άγκυρας και Μπακού, αυτές δεν αναιρούν από μόνες τους τη στρατιωτική και πολιτική συνεργασία τους.
Η ουσία, συνεπώς, δεν βρίσκεται στο αν ο Αλίγιεφ «έριξε χαστούκι» στον Ερντογάν. Βρίσκεται στο αν οι δηλώσεις του θα συνοδευτούν από συγκεκριμένες πολιτικές πράξεις και αν θα επηρεάσουν τη συνεργασία των δύο χωρών σε ζητήματα που αφορούν άμεσα την Κύπρο, την Αρμενία και το Αρτσάχ.
Και αυτό είναι το σημείο στο οποίο οφείλει να εστιάσει η ελληνική εξωτερική πολιτική: όχι στους εντυπωσιακούς τίτλους περί ρήξης, αλλά στις πραγματικές στρατηγικές επιλογές των δύο κυβερνήσεων, την ώρα που η Ελλάδα διευρύνει την οικονομική της συνεργασία με το Μπακού.
Το πραγματικό χαστούκι στην Τουρκία θα ήταν μια τοποθέτηση στο θέμα της Κύπρου. Αλλά ξέρουμε καλά πως στο παρελθόν οποιαδήποτε τοποθέτηση από το Μπακού ήταν θετική προς την Τουρκική κατοχή, ακόμα και αναγνώρισης των κατεχομένων εδαφών της Κύπρου, από τον Αλίεφ.
Ποιά η θέση του Αζερμπαϊτζάν στην πολιτική σκηνή; Οι 19 Αρμένιοι κρατούμενοι και η διεθνής κατακραυγή
Η Αρμενία έθεσε ενώπιον των Ηνωμένων Εθνών το ζήτημα των 19 Αρμενίων που εξακολουθούν να κρατούνται από το Αζερμπαϊτζάν, χαρακτηρίζοντάς το επείγον ανθρωπιστικό ζήτημα. Ανάμεσά τους βρίσκονται πρώην ηγετικά στελέχη του Αρτσάχ, τα οποία συνελήφθησαν μετά την αζερική στρατιωτική επίθεση του Σεπτεμβρίου 2023 και την αναγκαστική έξοδο του αρμενικού πληθυσμού από την πατρίδα του.
Οι δικαστικές διαδικασίες στο Μπακού και οι βαριές ποινές που επιβλήθηκαν σε Αρμένιους κρατουμένους έχουν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει ζητήσει την άμεση και άνευ όρων απελευθέρωση των Αρμενίων πολιτικών κρατουμένων και αιχμαλώτων πολέμου, καθώς και τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θέτει όρους στο Αζερμπαϊτζάν — Θα τους λάβει υπόψη η Αθήνα;
Στις 8 Οκτωβρίου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υιοθέτησε ψήφισμα με το οποίο καταδικάζει τη συστηματική καταστολή της αντιπολίτευσης, των ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης και της κοινωνίας των πολιτών στο Αζερμπαϊτζάν. Απαιτεί την άμεση και άνευ όρων απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων, με ιδιαίτερη αναφορά στους ηγέτες της αντιπολίτευσης, στους υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς και στους Αρμένιους πολιτικούς κρατουμένους και αιχμαλώτους πολέμου, συμπεριλαμβανομένων των πρώην ανώτατων αξιωματούχων του Αρτσάχ. Παράλληλα, ζητεί να εξεταστούν στοχευμένες κυρώσεις κατά υπευθύνων αξιωματούχων, ενώ καθιστά σαφές ότι η περαιτέρω εμβάθυνση των σχέσεων ΕΕ–Αζερμπαϊτζάν πρέπει να συνδέεται με συγκεκριμένη πρόοδο στα ανθρώπινα δικαιώματα και την απελευθέρωση όσων κρατούνται για πολιτικούς λόγους.
Το μήνυμα είναι σαφές: οι οικονομικές και ενεργειακές σχέσεις με το Μπακού δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται σαν να μην υπάρχουν οι πολιτικές διώξεις και η παράνομη κράτηση Αρμενίων. Επομένως, όταν η Ελλάδα συμμετέχει σε κοινές οικονομικές επιτροπές και επιχειρηματικά φόρουμ με το Αζερμπαϊτζάν, το εύλογο ερώτημα είναι αν θα συνταχθεί με την ευρωπαϊκή απαίτηση για απτά αποτελέσματα ή αν θα περιοριστεί στην προώθηση των οικονομικών συμφερόντων της.

Η Ουάσιγκτον ζητά να σταματήσει η στρατιωτική βοήθεια
Στις 7 Οκτωβρίου, η Αρμενική Εθνική Επιτροπή Αμερικής (ANCA) ανακοίνωσε ότι 101 μέλη του αμερικανικού Κογκρέσου —26 γερουσιαστές και 75 μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων— υπέγραψαν διακομματική και διακοινοβουλευτική επιστολή προς τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ζητώντας να ανασταλεί η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς το Αζερμπαϊτζάν, εφόσον το Μπακού δεν προχωρήσει σε ουσιαστικά βήματα για την αντιμετώπιση των καταγγελλόμενων παραβιάσεων.
Την πρωτοβουλία συντόνισαν οι γερουσιαστές Gary Peters και Adam Schiff και οι βουλευτές Gus Bilirakis και Frank Pallone. Η επιστολή επικαλείται την κράτηση και καταδίκη Αρμενίων, την καταστροφή αρμενικής χριστιανικής πολιτιστικής κληρονομιάς και τη συνεχιζόμενη παρουσία αζερικών στρατιωτικών δυνάμεων σε διεθνώς αναγνωρισμένο αρμενικό έδαφος.
Στο επίκεντρο βρίσκεται το Άρθρο 907 του αμερικανικού Νόμου περί Υποστήριξης της Ελευθερίας, το οποίο περιορίζει την κρατική βοήθεια προς το Αζερμπαϊτζάν, αλλά προβλέπει δυνατότητα προεδρικής εξαίρεσης. Η κυβέρνηση Τραμπ επανέφερε την εξαίρεση το 2025 και την παρέτεινε το 2026, επιτρέποντας εκ νέου τη στρατιωτική βοήθεια.
Οι νομοθέτες ζητούν από την κυβέρνηση να αξιοποιήσει αυτό το εργαλείο πίεσης, συνδέοντας τη βοήθεια με συγκεκριμένα αποτελέσματα: την απελευθέρωση των Αρμενίων κρατουμένων, την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς και την αποχώρηση των αζερικών δυνάμεων από αρμενικά εδάφη.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία. Δεν πρόκειται μόνο για μια πρωτοβουλία Αρμενίων της διασποράς, αλλά για μια διακομματική παρέμβαση με συμμετοχή μελών και των δύο σωμάτων του αμερικανικού Κογκρέσου.
Η υπόθεση August Hanning και τα ερωτήματα για το Αζερμπαϊτζάν
Ένα ακόμη ζήτημα που απαιτεί προσοχή είναι η υπόθεση του August Hanning, πρώην επικεφαλής της γερμανικής υπηρεσίας εξωτερικών πληροφοριών BND, την οποία διηύθυνε από το 1998 έως το 2005.
Στις 6 Οκτωβρίου 2026, ο Hanning συνελήφθη στη Γερμανία ως ύποπτος για κατασκοπεία και εσχάτη προδοσία. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του Der Spiegel και άλλων γερμανικών μέσων, οι ερευνητές εξετάζουν την πιθανότητα να είχε έρθει σε επαφή με πρόσωπο που συνδεόταν με τις υπηρεσίες πληροφοριών του Αζερμπαϊτζάν και να είχε συντάξει ανάλυση για ξένη υπηρεσία πληροφοριών, αξιοποιώντας απόρρητες πληροφορίες που φέρεται να είχε προμηθευτεί μέσω πρώην συνεργάτη του.
Η αζερική πλευρά αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή στην υπόθεση. Επομένως, οι καταγγελίες πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αντικείμενο έρευνας και όχι ως αποδεδειγμένα γεγονότα ή τελεσίδικα συμπεράσματα για την ευθύνη του Hanning ή του Αζερμπαϊτζάν.
Ωστόσο, η υπόθεση αναδεικνύει ερωτήματα για τις μεθόδους με τις οποίες κράτη επιδιώκουν να αποκτήσουν επιρροή στο εξωτερικό. Η διερεύνησή της από τις γερμανικές αρχές καθιστά σαφές ότι πρόκειται για ζήτημα εθνικής ασφάλειας και θεσμικής αξιοπιστίας, όχι απλώς για μια διπλωματική διαφωνία.
Δεν πρέπει, άλλωστε, να παραβλέπουμε ότι στην Ελλάδα έχουν συλληφθεί Αζέροι με την κατηγορία της κατασκοπείας σε στρατηγικής σημασίας στρατιωτικές εγκαταστάσεις, με χαρακτηριστική την υπόθεση της Σούδας, όπου τον Μάιο του 2026 ελληνικό δικαστήριο καταδίκασε έναν Αζέρο υπήκοο σε επτά χρόνια και έναν μήνα φυλάκισης, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη η Αθήνα να αξιολογεί τις σχέσεις της με το Μπακού και υπό το πρίσμα της εθνικής ασφάλειας.
Και η Ελλάδα; Ποιες αρχές υπηρετεί η Αθήνα;
Μέσα σε αυτό το διεθνές περιβάλλον, η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε να προχωρήσει στην περαιτέρω εμβάθυνση της οικονομικής συνεργασίας με το Μπακού. Το επίσημο ανακοινωθέν της 1ης Οκτωβρίου δίνει έμφαση στις οικονομικές ευκαιρίες, στην ενέργεια, στις επενδύσεις και στη συνδεσιμότητα. Δεν καταγράφει, όμως, κάποια δημόσια δέσμευση που να συνδέει την πρόοδο αυτής της συνεργασίας με τα ζητήματα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της απελευθέρωσης των πολιτικών κρατουμένων. Αυτό δεν αποδεικνύει ότι τα ζητήματα δεν συζητήθηκαν σε διπλωματικό επίπεδο, αφήνει, ωστόσο, εύλογα ερωτήματα για τις προτεραιότητες της Αθήνας.
Η Ελλάδα είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των Αρμενίων και διατηρεί ιστορικούς και πολιτιστικούς δεσμούς με τον αρμενικό λαό. Παράλληλα, η Κύπρος εξακολουθεί να βιώνει τις συνέπειες της τουρκικής εισβολής και κατοχής, ενώ το Αζερμπαϊτζάν διατηρεί στενή στρατηγική σχέση με την Τουρκία. Αυτή η πραγματικότητα καθιστά αναγκαία μια συνεπή ελληνική εξωτερική πολιτική, η οποία να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τα οικονομικά συμφέροντα, αλλά και τις αρχές της κυριαρχίας, του διεθνούς δικαίου και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Τι σημαίνουν, όμως, στην πράξη τα ευρωπαϊκά ιδεώδη της δημοκρατίας, της ελευθερίας, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και του κράτους δικαίου; Είναι αρχές που επικαλούμαστε μόνο όταν εξυπηρετούν τις πολιτικές μας επιλογές ή δεσμεύσεις που πρέπει να εφαρμόζονται και όταν διακυβεύονται οικονομικά συμφέροντα; Η Ελλάδα δεν είναι υποχρεωμένη να διακόψει κάθε οικονομική σχέση με το Αζερμπαϊτζάν ούτε να υιοθετήσει άκριτα κάθε αντίθετη θέση για συνεργασία. Οφείλει, όμως, να εξηγεί πώς συμβιβάζει την οικονομική της διπλωματία με τις ευρωπαϊκές της δεσμεύσεις, την ιστορική της μνήμη και την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των λαών.
Η αντίφαση γίνεται εντονότερη όταν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητά την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων και των Αρμενίων ομήρων, καθώς και τη σύνδεση των μελλοντικών σχέσεων ΕΕ–Αζερμπαϊτζάν με απτή πρόοδο στα ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ η Αθήνα προβάλλει νέες δυνατότητες συνεργασίας χωρίς να δημοσιοποιεί ανάλογες προϋποθέσεις.
Η ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να αξιοποιήσει τις διπλωματικές της σχέσεις για να ζητήσει συγκεκριμένες εγγυήσεις, να στηρίξει ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες και να απαιτήσει διαφάνεια σχετικά με τις συνθήκες κράτησης και τις δικαστικές διαδικασίες. Θα μπορούσε, επίσης, να υποστηρίξει μια σαφή ευρωπαϊκή πολιτική που να συνδέει την περαιτέρω αναβάθμιση των σχέσεων με το Αζερμπαϊτζάν με μετρήσιμα αποτελέσματα στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η Ελλάδα πρέπει να έχει οικονομικές σχέσεις με το Αζερμπαϊτζάν. Είναι αν η Αθήνα μπορεί να υπερασπίζεται ταυτόχρονα τα εθνικά της συμφέροντα, την Κυπριακή Δημοκρατία, το διεθνές δίκαιο και τα ευρωπαϊκά ιδεώδη, χωρίς να εφαρμόζει διαφορετικά μέτρα και σταθμά ανάλογα με τον συνομιλητή της. Η βίαιη εκτόπιση 120000 γηγενών Αρμενίων, υπό συνθήκες που έχουν προκαλέσει σοβαρές καταγγελίες για εθνοκάθαρση και γενοκτονία, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον ζήτημα ιδίως όταν η Ελλάδα πρεσβεύει τις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και του διεθνούς δικαίου.
Η εξωτερική πολιτική δεν κρίνεται μόνο από τις συμφωνίες που υπογράφει μια χώρα, αλλά και από τις αρχές που αρνείται να εγκαταλείψει για να τις πετύχει.