
Την ώρα που η Μέση Ανατολή παραμένει σε αναβρασμό, ο πρωθυπουργός πανηγυρίζει για τη στρατηγική συνεργασία με την Ουάσινγκτον. Τα ερωτήματα, όμως, παραμένουν:
Ποιο είναι το πραγματικό αντάλλαγμα για την Ελλάδα και μέχρι πού φτάνουν οι δεσμεύσεις της Αθήνας;
Με πανηγυρικούς τόνους υποδέχθηκε ο Κυριάκος Μητσοτάκης τα αποτελέσματα της επίσκεψης του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, στην Αθήνα, παρουσιάζοντας τη χώρα ως έναν ισχυρό παράγοντα σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή.
Στην κυριακάτικη ανασκόπησή του, ο πρωθυπουργός επιχείρησε να αναδείξει τα οφέλη της ελληνοαμερικανικής συνεργασίας, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην άμυνα, την ενέργεια και τη γεωπολιτική θέση της Ελλάδας.
Ωστόσο, πίσω από τις διπλωματικές φιλοφρονήσεις και τις δηλώσεις περί ιστορικά ισχυρών σχέσεων, ανακύπτουν σοβαρά ερωτήματα για το κόστος και τις υποχρεώσεις που συνοδεύουν αυτή τη στρατηγική επιλογή.
Ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι η Ελλάδα ενισχύει τον ρόλο της ως αξιόπιστος εταίρος των Ηνωμένων Πολιτειών και ως γέφυρα ανάμεσα στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και τον αραβικό κόσμο.
Πρόκειται για μια θέση που η κυβέρνηση προβάλλει σταθερά, χωρίς όμως να έχει παρουσιάσει με την ίδια σαφήνεια τα όρια της ελληνικής συμμετοχής σε ενδεχόμενες νέες περιφερειακές κρίσεις.
Από τον «πυλώνα σταθερότητας» στα Στενά του Ορμούζ
Η επίσκεψη Ρούμπιο δεν περιορίστηκε στις εθιμοτυπικές συναντήσεις. Στο επίκεντρο βρέθηκαν η στρατιωτική συνεργασία, η περιφερειακή ασφάλεια και η ενεργειακή διασύνδεση, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συζήτηση για τη ναυτική ασφάλεια σε περιοχές υψηλής έντασης.
Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης αναφέρθηκε στη δυνατότητα ελληνικής ναυτικής συνδρομής στα Στενά του Ορμούζ, εφόσον υπάρξει βιώσιμη ειρηνευτική διαδικασία.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση δεν ισοδυναμεί με απόφαση αποστολής πολεμικών πλοίων, ανοίγει όμως μια ουσιαστική συζήτηση για το εύρος των στρατιωτικών υποχρεώσεων που θα μπορούσε να αναλάβει η χώρα.
Ιδιαίτερο βάρος έδωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στον Κάθετο Διάδρομο φυσικού αερίου και στην προοπτική να αποτελέσει η Ελλάδα βασική πύλη εισόδου αμερικανικού LNG στην ευρωπαϊκή αγορά.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει αυτή την εξέλιξη ως αναβάθμιση του ενεργειακού ρόλου της χώρας.
Εκείνο που χρειάζεται, ωστόσο, είναι μια συγκεκριμένη αποτίμηση των οικονομικών συνεπειών: ποιο θα είναι το όφελος για τους Έλληνες καταναλωτές, πώς θα επηρεαστεί το κόστος της ενέργειας και ποια θα είναι η μακροπρόθεσμη εξάρτηση από τις διεθνείς τιμές φυσικού αερίου;
Ανάλογα ερωτήματα υπάρχουν και στον τομέα της άμυνας.
Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε στην αναβάθμιση των F-16 σε Viper, στην προμήθεια των F-35 και στη συνεργασία των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων με την Εθνοφρουρά της Φλόριντα.
Η ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας αποτελεί διακηρυγμένο στόχο της κυβέρνησης. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί την ανάγκη για διαφάνεια ως προς το συνολικό κόστος, τα χρονοδιαγράμματα και τα ανταλλάγματα που εξασφαλίζει η Αθήνα από τους συμμάχους της.
Το μεγάλο ερώτημα που μένει αναπάντητο
Οι θερμές δηλώσεις του Μάρκο Ρούμπιο για την Ελλάδα επιβεβαιώνουν τη σημασία που αποδίδει η Ουάσινγκτον στη συνεργασία με την Αθήνα. Δεν αποτελούν, από μόνες τους, απάντηση σε κάθε ελληνική διπλωματική και αμυντική προτεραιότητα.
Στην Ανατολική Μεσόγειο παραμένουν ανοιχτά κρίσιμα ζητήματα, μεταξύ των οποίων και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας και Κύπρου εξαιτίας των τουρκικών αντιδράσεων. Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών προέκρινε τη διπλωματική αντιμετώπιση τέτοιων διαφορών, αντί της δημόσιας αντιπαράθεσης.
Επομένως, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο πόσο στενές έχουν γίνει οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις, αλλά και πώς αυτές μεταφράζονται σε συγκεκριμένες εγγυήσεις, διπλωματικά αποτελέσματα και απτά οφέλη για την ελληνική πλευρά.
Η επίσκεψη Ρούμπιο προσφέρει στην κυβέρνηση μια σημαντική διπλωματική εξέλιξη την οποία μπορεί να προβάλλει. Ταυτόχρονα, όμως, καθιστά ακόμη πιο αναγκαία τη δημόσια συζήτηση για τις δεσμεύσεις της χώρας, τις οικονομικές προτεραιότητες και τον βαθμό συμμετοχής της σε επιχειρήσεις ασφάλειας εκτός ελληνικών συνόρων.
karditsastakra.