Εκατοντάδες ελληνικά χειρόγραφα, ανεκτίμητης αξίας αφαιρέθηκαν από τις μονές του Τιμίου Προδρόμου Σερρών και της Παναγίας Εικοσιφοίνισσας κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η Συνθήκη του Νεϊγύ του 1919, οι επιστημονικές καταγραφές και οι συζητήσεις για την επιστροφή τους επαναφέρουν ένα ζήτημα που παραμένει ανοιχτό στις ελληνοβουλγαρικές σχέσεις.
Η αρπαγή των θρησκευτικών κειμηλίων και των χειρογράφων από ιστορικές μονές της Μακεδονίας κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου αποτελεί μία από τις σημαντικές εκκρεμότητες της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Το 1917, κατά τη διάρκεια της βουλγαρικής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή, αφαιρέθηκε μεγάλος αριθμός χειρογράφων, εικόνων, βιβλίων και άλλων εκκλησιαστικών κειμηλίων, από τη Μονή του Τιμίου Προδρόμου Σερρών και τη Μονή της Παναγίας Εικοσιφοίνισσας. Δεν πρόκειται απλώς για αντικείμενα ιστορικής ή μουσειακής αξίας. Πρόκειται για τεκμήρια της πνευματικής και θρησκευτικής ζωής της Μακεδονίας, τα οποία συνδέονται άμεσα με την ιστορία των μονών, τις δωρεές πιστών, την ελληνική γραμματεία και τη διαδρομή του Ελληνισμού στην περιοχή. Η απώλειά τους εξακολουθεί να αποτελεί ένα ζήτημα που αφορά τόσο την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς όσο και την αποκατάσταση της ιστορικής μνήμης.
Η οργανωμένη λεηλασία των ιστορικών μονών
Η Μονή του Τιμίου Προδρόμου Σερρών υπήρξε επί αιώνες σημαντικό πνευματικό κέντρο, με ιδιαίτερα αξιόλογη βιβλιοθήκη και συλλογή χειρογράφων. Αντίστοιχα, η Μονή της Παναγίας Εικοσιφοίνισσας αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα θρησκευτικά και ιστορικά μνημεία της Μακεδονίας. Οι βιβλιοθήκες και τα κειμήλια των δύο μονών συγκέντρωναν τεκμήρια μεγάλης ιστορικής, θεολογικής και πολιτιστικής σημασίας.
Όπως προκύπτει από την έρευνα που έχει πραγματοποιηθεί για την υπόθεση, η αφαίρεση των θησαυρών δεν ήταν μια τυχαία πράξη. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες και τις καταγραφές που έχουν παρουσιαστεί, είχαν προηγηθεί έρευνες και καταγραφή των αντικειμένων, τα οποία στη συνέχεια συσκευάστηκαν και μεταφέρθηκαν στη Βουλγαρία.
Σε τηλεοπτική εκπομπή, που πραγματοποιήθηκε πριν από έναν χρόνο, σε συνεργασία με τον Δημήτρη Δημούδη, πρόεδρο της Εταιρείας Μελέτης και Έρευνας της Ιστορίας των Σερρών, και τον Βασίλη Γιαννογλούδη, αντιπρόεδρο της ίδιας εταιρείας, αναδείχθηκε η πορεία των κειμηλίων και των χειρογράφων που παραμένουν εκτός Ελλάδας. Οι δύο ερευνητές έχουν επισκεφθεί τη Βουλγαρία και έχουν δει από κοντά μέρος του υλικού, το οποίο φυλάσσεται σε βουλγαρικούς επιστημονικούς και πολιτιστικούς φορείς.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται το Κέντρο Σλαβοβυζαντινών Σπουδών «Ιβάν Ντούιτσεφ» (Ivan Dujčev), όπου φυλάσσεται σημαντικό μέρος των χειρογράφων. Η παρουσία τους εκεί καθιστά αναγκαία τη συνέχιση της επιστημονικής τεκμηρίωσης και των διακρατικών προσπαθειών για την τύχη τους.
Η Συνθήκη του Νεϊγύ και οι διαπραγματεύσεις για την επιστροφή
Η Συνθήκη του Νεϊγύ, που υπογράφηκε το 1919, αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς στη συζήτηση για την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών που αφαιρέθηκαν κατά τον πόλεμο. Το ζήτημα των ελληνικών κειμηλίων και χειρογράφων, σύμφωνα με τις καταγραφές που έχουν γίνει, συνδέεται με τις προβλέψεις της συνθήκης για την αποκατάσταση των πολιτιστικών απωλειών.
Παρά την ιστορική αυτή βάση, η επιστροφή του συνόλου των αντικειμένων δεν έχει ολοκληρωθεί. Μέρος των κειμηλίων παρέμεινε επί δεκαετίες εκτός δημόσιας προβολής, ενώ στοιχεία για την παρουσία τους στη Βουλγαρία έγιναν ευρύτερα γνωστά τη δεκαετία του 1990. Έκτοτε, επιστήμονες έχουν μελετήσει χειρόγραφα και αντικείμενα, τεκμηριώνοντας την προέλευση και τη σύνδεσή τους με τις μονές.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το ζήτημα των οστών του Τσάρου Σαμουήλ, τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο συζητήσεων μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας. Σύμφωνα με στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί στο πλαίσιο της έρευνας, το 2012, επί πρωθυπουργίας Αντώνη Σαμαρά, είχαν γίνει συζητήσεις για την επιστροφή των κειμηλίων. Η θέση που υποστήριζαν Έλληνες επιστήμονες ήταν ότι τα δύο ζητήματα θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν συνολικά, με μια συμφωνία που θα προέβλεπε την παράδοση των οστών του Σαμουήλ στη Βουλγαρία με αντάλλαγμα την επιστροφή όλων των ελληνικών χειρογράφων και κειμηλίων.
Η προσέγγιση αυτή αποτυπωνόταν στη λογική του «όλα ή τίποτα». Σύμφωνα με τις σχετικές αναφορές, ο τότε πρωθυπουργός είχε δηλώσει ότι, εάν η βουλγαρική πλευρά διαφωνούσε με την πρόταση, οι διαπραγματεύσεις θα έπρεπε να διακοπούν.
Τα 827 χειρόγραφα και η σημασία της επιστημονικής τεκμηρίωσης
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει ο αριθμός των χειρογράφων που έχουν καταγραφεί. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται στην έρευνα, αλλά και στοιχεία που παρέθεσε σε τηλεοπτική εκπομπή (Ανιχνεύσεις) στις 11.10.2026, ο ομότιμος καθηγητής Βυζαντινολογίας Βασίλειος Κατσαρός του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), πρόκειται για 827 πιστοποιημένα χειρόγραφα, τα οποία βρίσκονται σε διαφορετικές συλλογές και ιδρύματα στη Βουλγαρία.
Από αυτά, 454 καταγράφονται στο Κέντρο «Ιβάν Ντούιτσεφ», δέκα αποδίδονται στην Ακαδημία Επιστημών και είκοσι στο Ιστορικό Μουσείο του Πατριαρχείου, ενώ μέρος του υλικού βρίσκεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Σόφιας. Οι αριθμοί αυτοί, όπως έχουν παρατεθεί στο πλαίσιο της έρευνας, αναδεικνύουν το εύρος της συλλογής, αλλά και την ανάγκη για ενιαίο, δημόσια προσβάσιμο κατάλογο με αναλυτικά στοιχεία για κάθε χειρόγραφο.
Το περιεχόμενο των χειρογράφων είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς περιλαμβάνει πληροφορίες για την ιστορία των μονών, αρχαία κείμενα, τοπωνύμια, ονόματα συγγραφέων και στοιχεία για την πνευματική δραστηριότητα των περιοχών από τις οποίες προέρχονται. Η μελέτη τους μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην έρευνα της ελληνικής ιστορίας και γραμματείας, αλλά και στην κατανόηση των πολιτιστικών σχέσεων στη νοτιοανατολική Ευρώπη.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της σημασίας που μπορεί να έχει η διεθνής έρευνα χειρογράφων αποτελεί ο περίφημος Παλίμψηστος Κώδικας του Αρχιμήδη, ο οποίος περιήλθε στην κατοχή του Μπιλ Γκέιτς μετά από δημοπρασία και περιλαμβάνει σημαντικά αρχαία μαθηματικά κείμενα. Η αναφορά αυτή υπενθυμίζει πόσο σημαντική μπορεί να είναι η συστηματική επιστημονική εξέταση παλαιών χειρογράφων.
Τα 48 κειμήλια που επέστρεψαν και το ζήτημα των αντιγράφων
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στην έρευνα, 48 κειμήλια έχουν επιστραφεί στην Ελλάδα. Η επιστροφή αυτή, όμως, αφορά κειμήλια και όχι χειρόγραφα, με αποτέλεσμα να παραμένει ανοιχτό το μεγαλύτερο μέρος της υπόθεσης που αφορά τις ιστορικές βιβλιοθήκες των μονών.
Παράλληλα, υπάρχουν πληροφορίες ότι ορισμένα από τα κειμήλια έχουν μεταφερθεί και σε άλλες χώρες για εκθέσεις και παρουσιάσεις, ακόμη και στην Κίνα. Το στοιχείο αυτό καθιστά αναγκαία τη συστηματική καταγραφή της σημερινής θέσης κάθε αντικειμένου, των μετακινήσεών του και του φορέα που έχει την ευθύνη φύλαξής του.
Μία από τις προτάσεις που έχουν διατυπωθεί από ελληνικής πλευράς, είναι η δημιουργία πιστών αντιγράφων, τα οποία θα μπορούσαν να παραμείνουν στη Βουλγαρία, ενώ τα αυθεντικά αντικείμενα θα επέστρεφαν στις μονές από τις οποίες αφαιρέθηκαν. Μια τέτοια λύση θα απαιτούσε διαπραγματεύσεις, επιστημονική τεκμηρίωση και συμφωνία των δύο πλευρών, με βασικό στόχο την αποκατάσταση της ιστορικής και πολιτιστικής συνέχειας.
Μια εκκρεμότητα που αφορά την ιστορική μνήμη
Τα κειμήλια και τα χειρόγραφα δεν αποτελούν απλώς συλλεκτικά αντικείμενα. Συνδέονται με τη θρησκευτική παράδοση, την ιστορία των μοναστηριών και την πολιτιστική ταυτότητα των περιοχών από τις οποίες αφαιρέθηκαν. Για τις τοπικές κοινωνίες, η επιστροφή τους αποτελεί ζήτημα ιστορικής μνήμης και αποκατάστασης μιας απώλειας που διαρκεί περισσότερο από έναν αιώνα.
Στο πλαίσιο των ελληνοβουλγαρικών σχέσεων, η ελληνική πλευρά καλείται να επιδιώξει μια ολοκληρωμένη και τεκμηριωμένη λύση, με πλήρη καταγραφή των αντικειμένων, διαφάνεια ως προς τη σημερινή θέση τους και αξιοποίηση των ιστορικών και νομικών δεδομένων. Παράλληλα, έχει τεθεί και το ζήτημα της δημιουργίας κοιμητηρίου για Έλληνες στρατιώτες που βρίσκονται θαμμένοι στη Βουλγαρία, μια ακόμη εκκρεμότητα που αφορά τη διαχείριση της πολεμικής μνήμης και τον σεβασμό προς τους νεκρούς.
Η επιστροφή των κειμηλίων και των χειρογράφων των μονών της Μακεδονίας παραμένει, επομένως, μια ανοιχτή υπόθεση για την Ελλάδα. Η συστηματική διπλωματική προσπάθεια, η επιστημονική τεκμηρίωση και η διακρατική συνεργασία είναι απαραίτητες προϋποθέσεις, ώστε τα ιστορικά αυτά τεκμήρια να αντιμετωπιστούν όχι ως απλά αντικείμενα μιας συλλογής, αλλά ως αναπόσπαστο μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας.