Με αιχμηρό λόγο και καθαρή γεωπολιτική ανάγνωση, ο καθηγητής Γεωπολιτικής και Οικονομικής Γεωγραφίας Ιωάννης Μάζης, μιλώντας στην τηλεόραση ΣΙΓΜΑ και στη “Ναυτεμπορική TV”, ανέλυσε το πλέγμα των εξελίξεων από το Ιράν και το Ισραήλ έως την Κύπρο, την Τουρκία και την ευρύτερη στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών. Κεντρική του εκτίμηση ήταν ότι οι διακηρυγμένοι στόχοι της Ουάσιγκτον παραμένουν θολοί, με τον Ντόναλντ Τραμπ να διατηρεί συνειδητά μια ευέλικτη γραμμή, ώστε ανά πάσα στιγμή να μπορεί να ισχυριστεί ότι πέτυχε ό,τι ήθελε, ότι αποδυνάμωσε το Ιράν και ότι αποχωρεί πριν το πολιτικό κόστος γίνει δυσβάστακτο ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Κατά τον κ. Μάζη, πίσω από αυτή τη στάση διακρίνεται και ένας βαθύτερος στρατηγικός ορίζοντας: ο βασικός αντίπαλος των ΗΠΑ δεν είναι άλλος από την Κίνα, με τη μείωση της ενεργειακής της τροφοδοσίας από το Ιράν να εντάσσεται σε μια συνολική προσπάθεια περιορισμού της κινεζικής ισχύος σε σπάνιες γαίες, πολεμικά υλικά και τεχνολογική βιομηχανία.
Στην ίδια ανάλυση, ο καθηγητής ξεχώρισε και τον διακριτό στρατηγικό στόχο του Ισραήλ, υποστηρίζοντας ότι το Τελ Αβίβ δεν περιορίζεται στη συγκυριακή σύγκρουση με την Τεχεράνη, αλλά επιδιώκει να “κλείσει οριστικά” το μέτωπο της Χεζμπολάχ στον Νότιο Λίβανο, μέχρι τον ποταμό Λιτάνη. Υπενθύμισε ότι το Ισραήλ είχε ήδη επιχειρήσει κάτι ανάλογο την περίοδο 1985-2000, δημιουργώντας μια ζώνη ελέγχου ασφαλείας, η οποία όμως κατέρρευσε όταν αποχώρησαν τα ισραηλινά στρατεύματα και η Χεζμπολάχ επανήλθε στην περιοχή. Κατά τον ίδιο, αυτή τη φορά το Ισραήλ δεν δείχνει διατεθειμένο να επαναλάβει το ίδιο σφάλμα. Σε ό,τι αφορά το εσωτερικό του Ιράν, ο Ιωάννης Μάζης εμφανίστηκε ιδιαίτερα επιφυλακτικός απέναντι στα σενάρια εύκολης αλλαγής καθεστώτος, σημειώνοντας ότι το ιρανικό σύστημα εξουσίας είναι σύνθετο, αποκεντρωμένο και με ισχυρές εφεδρείες. Εξήγησε μάλιστα ότι ο ανώτατος πνευματικός ηγέτης δεν είναι μια απλή πολιτική μορφή, αλλά θεσμός με βαρύτατο θρησκευτικό και αποκαλυπτικό φορτίο μέσα στον σιιτικό κόσμο. Κατά συνέπεια, μόνο αν προκύψει ρήγμα ανάμεσα σε έναν πιο μετριοπαθή ανώτατο ηγέτη και στους Φρουρούς της Επανάστασης θα μπορούσε να ανοίξει πραγματικός δρόμος εσωτερικής αποσταθεροποίησης.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε ο κ. Μάζης και στο κουρδικό στοιχείο, επισημαίνοντας ότι οι Αμερικανοί και οι Ισραηλινοί επιχειρούν να αξιοποιήσουν τα δυτικά σύνορα του Ιράν και τον κουρδικό παράγοντα για να ενισχύσουν πιέσεις στο εσωτερικό της χώρας, αλλά με εξαιρετικά αβέβαιη αποτελεσματικότητα. Όπως τόνισε, η στάση της Ουάσιγκτον απέναντι στους Κούρδους της Συρίας, τους οποίους ουσιαστικά εγκατέλειψε, έχει δημιουργήσει βαθιά δυσπιστία στον ευρύτερο κουρδικό κόσμο, ενώ και η ρητορική περί απόσχισης έχει ήδη υποχωρήσει προς μια πιο περιορισμένη έννοια αυτονομίας, ακριβώς επειδή οι Ιρανοί, ακόμη και πολλοί αντιφρονούντες, παραμένουν έντονα πατριώτες και δεν θα αποδεχθούν εύκολα τη διάλυση της χώρας τους. Στο ίδιο πνεύμα, ο καθηγητής απέρριψε κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς περί “ισοπέδωσης” του Τελ Αβίβ, υπογραμμίζοντας ότι αν υπήρχε τέτοια εικόνα, θα είχε ήδη αποτυπωθεί από τα δυτικά διεθνή πρακτορεία που βρίσκονται επί τόπου και δεν ταυτίζονται ούτε με την ισραηλινή κυβέρνηση ούτε με τον Τραμπ.
Στο σκέλος που αφορά άμεσα τον ελληνισμό, ο Ιωάννης Μάζης στάθηκε με ιδιαίτερη ένταση στην αποστολή τουρκικών F-16 στα κατεχόμενα, χαρακτηρίζοντάς την απολύτως παράνομη και αντίθετη τόσο προς το διεθνές δίκαιο όσο και προς τους ίδιους τους όρους υπό τους οποίους έχουν παραχωρηθεί αυτά τα οπλικά συστήματα στην Άγκυρα. Υποστήριξε ότι η Ελλάδα οφείλει να καταγγείλει διαρκώς και σε όλα τα διαθέσιμα διεθνή φόρα – σε ΝΑΤΟ, Ευρωπαϊκή Ένωση, Ηνωμένες Πολιτείες και ΟΗΕ – την παρουσία αμερικανικών όπλων σε παράνομα κατεχόμενο έδαφος, αναθερμαίνοντας το θέμα ξανά και ξανά, ώστε να εμπεδωθεί διεθνώς η συνείδηση ότι πρόκειται για κραυγαλέα παραβίαση της διεθνούς νομιμότητας. Παράλληλα, επεσήμανε ότι η τουρκική κίνηση δεν είναι απλώς μια στιγμιαία αντίδραση, αλλά εντάσσεται σε ένα μόνιμο μοτίβο αυξημένων διεκδικήσεων και στρατηγικής επίδειξης ισχύος, με στόχο να εμφανιστεί η Άγκυρα ως δήθεν “εγγυήτρια δύναμη” της παράνομης οντότητας στα κατεχόμενα. Κατά τον ίδιο, η εξέλιξη αυτή αποδεικνύει ότι ούτε “ήρεμα νερά” υπάρχουν ούτε η Τουρκία έχει οποιαδήποτε πρόθεση ορθολογικής προσέγγισης με την Ελλάδα.
Ο καθηγητής δεν έκρυψε ούτε τη βαθιά του απογοήτευση για την κατάσταση της Ευρώπης, την οποία χαρακτήρισε ουσιαστικά “άβιο κουστούμι”, τονίζοντας όμως ότι η Ελλάδα οφείλει να εκμεταλλευθεί τις ευκαιρίες που δημιουργούνται. Κατά την εκτίμησή του, η παρούσα κρίση θα έπρεπε να είχε οδηγήσει όχι μόνο σε αναβίωση του ενιαίου αμυντικού δόγματος Ελλάδας-Κύπρου, αλλά και σε πιο αποφασιστικά βήματα επί του πεδίου, όπως η τοποθέτηση οπλικών συστοιχιών στο σύμπλεγμα του Καστελορίζου, ώστε να σταλεί σαφές μήνυμα ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να απεμπολήσει κυριαρχία ή κυριαρχικά δικαιώματα. Στο τέλος της παρέμβασής του, συνέδεσε τη γεωπολιτική μετατόπιση προς τη Μέση Ανατολή και με τον πόλεμο στην Ουκρανία, εκτιμώντας ότι ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι ανησυχεί δικαιολογημένα, καθώς βλέπει τη ροή όπλων, την πολιτική προσοχή και τους οικονομικούς πόρους να μεταφέρονται από το ουκρανικό μέτωπο προς τη νέα εστία σύγκρουσης, ενώ η παράλληλη άνοδος των τιμών των υδρογονανθράκων ενισχύει την πολεμική οικονομία της Ρωσίας.