Σοβαρή καταγγελία για ρατσιστική και προσβλητική συμπεριφορά σε βάρος οικογένειας αρμενικής καταγωγής έρχεται από το Ρέθυμνο της Κρήτης.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία νεαρής Αρμένισσας, η ίδια και μέλη της οικογένειάς της περνούσαν έξω από εστιατόριο στην παλιά πόλη του Ρεθύμνου, όταν ένας άνδρας που, όπως εκτίμησε, συνδεόταν με τη λειτουργία της επιχείρησης, τις σταμάτησε, έχοντας προηγουμένως ακούσει ότι συνομιλούσαν μεταξύ τους στην αρμενική γλώσσα.
Ο άνδρας φέρεται να τις ρώτησε εάν κατάγονταν από την Αρμενία. Όταν εκείνες απάντησαν καταφατικά, σύμφωνα πάντα με την καταγγελία, προχώρησε σε μια ιδιαίτερα προκλητική τοποθέτηση, υποστηρίζοντας ότι «η Αρμενία είναι Τουρκία και Αζερμπαϊτζάν».
Η γυναίκα τού απάντησε ότι οι Αρμένιοι έχουν υποστεί διώξεις και αιματηρές επιθέσεις από τις δυνάμεις του Αζερμπαϊτζάν, κάνοντας λόγο για απόπειρα εθνοκάθαρσης. Ωστόσο, όπως υποστηρίζει, ο άνδρας επέμεινε στη θέση του και επανέλαβε ότι για τον ίδιο οι Αρμένιοι συνδέονται με την Τουρκία και το Αζερμπαϊτζάν.
«Δεχτήκαμε μία ρατσιστική επίθεση χωρίς κανέναν απολύτως λόγο», αναφέρει χαρακτηριστικά στη μαρτυρία της, επισημαίνοντας ότι στο σημείο βρίσκονταν τρεις γυναίκες χωρίς ανδρική συνοδεία.
Η ίδια υποστηρίζει ότι η επίθεση ήταν εντελώς απρόκλητη, καθώς η οικογένεια απλώς περνούσε έξω από το κατάστημα και συνομιλούσε στη μητρική της γλώσσα. Η αναφορά στην καταγωγή τους και η αμφισβήτηση της ιστορικής και εθνικής υπόστασης της Αρμενίας προκάλεσαν, όπως περιγράφει, οργή και έντονη αναστάτωση.
Στη συνέχεια της τοποθέτησής της, η καταγγέλλουσα εξέφρασε γενικότερες ανησυχίες σχετικά με την αγορά ακινήτων και επιχειρήσεων στην Ελλάδα από Τούρκους πολίτες, συνδέοντας το περιστατικό με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και τις επεκτατικές επιδιώξεις που αποδίδει στην Άγκυρα.
Αναφέρθηκε ειδικότερα στην Αλεξανδρούπολη και στις παραμεθόριες περιοχές, υποστηρίζοντας ότι η αυξημένη παρουσία Τούρκων αγοραστών ακινήτων θα πρέπει να προβληματίσει τις ελληνικές αρχές. Πρόκειται, πάντως, για προσωπικές εκτιμήσεις της ίδιας, οι οποίες διατυπώθηκαν στο πλαίσιο της καταγγελίας της.
Κλείνοντας τη μαρτυρία της, δήλωσε κατηγορηματικά ότι δεν θα επέλεγε ποτέ να φάει σε επιχείρηση στην οποία θα αντιμετωπιζόταν με αυτόν τον τρόπο ένας πελάτης εξαιτίας της εθνικότητας ή της γλώσσας του.
Το περιστατικό, όπως παρουσιάζεται από την πλευρά της καταγγέλλουσας, εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τη συμπεριφορά απέναντι σε επισκέπτες και κατοίκους διαφορετικής εθνικής καταγωγής, ιδιαίτερα σε έναν κορυφαίο τουριστικό προορισμό όπως η Κρήτη.