breaking newsΕλλάδα

Θεσσαλία, τρία χρόνια μετά τον Daniel: Η επόμενη θεομηνία θα βρει τη χώρα έτοιμη;

Τρία χρόνια μετά την καταστροφική κακοκαιρία Daniel, η Θεσσαλία εξακολουθεί να ζει με το ίδιο κρίσιμο ερώτημα: αν ένα αντίστοιχο ακραίο φαινόμενο εκδηλωνόταν σήμερα, θα μπορούσε να το αντέξει;

Στην εκπομπή «Ανιχνεύσεις», ο Παντελής Σαββίδης άνοιξε τη συζήτηση για όσα έγιναν μετά την καταστροφή, τα έργα που προχώρησαν, τις καθυστερήσεις του κεντρικού κράτους και τα μεγάλα κενά που παραμένουν στην αντιπλημμυρική προστασία.

Κεντρικός προσκεκλημένος ήταν ο περιφερειάρχης Θεσσαλίας Δημήτρης Κουρέτας. Στη συζήτηση συμμετείχαν επίσης ο αντιστράτηγος ε.α. και επίτιμος συντονιστής Πολιτικής Προστασίας της Περιφέρειας Θεσσαλίας Ηλίας Λεοντάρης, ο διεθνολόγος–οικονομολόγος Στρατήβουλος Ευτυχίδης και ο τουρκολόγος Βασίλης Κυρατζόπουλος.

Από το 14% στο 40% – αλλά όχι ακόμη σε πλήρη ασφάλεια

Ο Δημήτρης Κουρέτας περιέγραψε την προσπάθεια ανασυγκρότησης της πολιτικής προστασίας, η οποία, όπως ανέφερε, κατά την ανάληψη των καθηκόντων του περιοριζόταν ουσιαστικά σε ένα γραφείο με έναν υπάλληλο.

Η Περιφέρεια προχώρησε στην καταγραφή ποταμών και ρεμάτων, στην απομάκρυνση φερτών υλικών και στη δημιουργία ελεγχόμενων πλημμυρικών ζωνών. Μόνο από τα ρέματα του αστικού Βόλου, σύμφωνα με τον περιφερειάρχη, απομακρύνθηκαν περίπου ένα εκατομμύριο τόνοι υλικών.

Κατά την εκτίμησή του, η δυνατότητα διαχείρισης μιας πλημμυρικής αιχμής έχει αυξηθεί από περίπου 14% την εποχή του Daniel σε περίπου 40% σήμερα. Η βελτίωση αυτή δοκιμάστηκε σε μεταγενέστερο έντονο καιρικό φαινόμενο, όταν –όπως ανέφερε– πλημμύρισαν περίπου 18.500 στρέμματα, έναντι 250.000 στον Ιανό και περίπου 500.000 στον Daniel.

Η εικόνα, ωστόσο, απέχει ακόμη από την πλήρη θωράκιση. «Δεν έχουμε τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουμε το 70% ή το 80% ενός φαινομένου τύπου Daniel», ήταν το βασικό μήνυμα της τοποθέτησής του.

Τα φράγματα που παραμένουν στα χαρτιά

Στο επίκεντρο βρέθηκαν τα μεγάλα φράγματα στον Ενιπέα, στην Πύλη και στο Μουζάκι. Σύμφωνα με όσα υποστήριξε ο περιφερειάρχης, τα τρία αυτά έργα θα μπορούσαν να προσφέρουν προστασία της τάξης του 54% απέναντι σε αιχμές τύπου Daniel.

Παρά τις επανειλημμένες εξαγγελίες, όμως, για ορισμένα από τα έργα δεν υπάρχει ακόμη ούτε ολοκληρωμένη μελέτη ούτε σαφές χρονοδιάγραμμα. Καθυστερήσεις καταγράφονται, σύμφωνα με τον ίδιο, και στα έργα ορεινής υδρονομίας, η ολοκλήρωση των οποίων μετατίθεται από το 2027 προς το τέλος της δεκαετίας.

Η οικονομική σύγκριση που παρουσιάστηκε είναι αποκαλυπτική: για τις αποζημιώσεις και τα έργα αποκατάστασης μετά τον Daniel διατέθηκαν, κατά τον κ. Κουρέτα, περισσότερα από 3,5 δισ. ευρώ, ενώ η κατασκευή των κρίσιμων φραγμάτων εκτιμάται ότι απαιτεί περίπου 500 εκατ. ευρώ.

Η Περιφέρεια, όπως είπε, ζήτησε χρηματοδότηση 500 εκατ. ευρώ, αλλά μέχρι σήμερα έχει λάβει περίπου το 20% του ποσού.

Ο Ηλίας Λεοντάρης επισήμανε ότι το κεντρικό κράτος παραμένει περισσότερο προσανατολισμένο στην αποκατάσταση των ζημιών παρά στην πρόληψή τους. Η αντίθεση ανάμεσα στα 3,5 δισ. της καταστροφής και στα 500 εκατ. της πρόληψης αποτέλεσε ένα από τα ισχυρότερα σημεία της συζήτησης.

Το νέο κέντρο Πολιτικής Προστασίας

Στα θετικά βήματα καταγράφηκε η δημιουργία ενός οργανωμένου κέντρου Πολιτικής Προστασίας, σε άμεση συνεργασία με την Πυροσβεστική.

Κατά την αντιπυρική περίοδο χρησιμοποιήθηκαν οκτώ drones με δυνατότητα συνεχούς επιτήρησης, ακόμη και τη νύχτα. Οι εικόνες τους συνδυάζονταν με δορυφορικά δεδομένα, επιτρέποντας την ταχύτερη κινητοποίηση των πυροσβεστικών δυνάμεων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο περιφερειάρχης, οι καμένες εκτάσεις περιορίστηκαν από έναν προηγούμενο μέσο όρο 35.000–38.000 στρεμμάτων σε περίπου 3.000–4.000 στρέμματα ετησίως.

Μετά την πλημμύρα, η λειψυδρία

Η Θεσσαλία βρίσκεται αντιμέτωπη με δύο αντίθετες απειλές: υπερβολικό νερό τον χειμώνα και λειψυδρία το καλοκαίρι.

Από τα περίπου 2,5 εκατομμύρια αρδευόμενα στρέμματα του παρελθόντος, σήμερα αρδεύονται, σύμφωνα με τον Δημήτρη Κουρέτα, περίπου 1,5 εκατομμύριο. Η απουσία επαρκών υδάτινων αποθεμάτων περιορίζει την παραγωγή και επιταχύνει την εγκατάλειψη της γης.

Η εξέλιξη αυτή αποκτά εθνική σημασία, καθώς η Θεσσαλία αποτελεί μια από τις ελάχιστες ελληνικές περιφέρειες με θετικό εμπορικό ισοζύγιο. Όπως αναφέρθηκε, πραγματοποιεί εξαγωγές περίπου 2,3 δισ. ευρώ έναντι εισαγωγών 1,3 δισ., με σχεδόν το 70% των εξαγόμενων προϊόντων να προέρχεται από τον αγροτικό τομέα.

Ο περιφερειάρχης εκτίμησε ότι ο αγροτικός και κτηνοτροφικός τομέας έχει υποστεί απώλεια περίπου ενός δισεκατομμυρίου ευρώ μετά τον Daniel και τις ζωονόσους που ακολούθησαν.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στη συρρίκνωση του ζωικού κεφαλαίου, στις ανεπαρκείς αποζημιώσεις και στην ανάγκη δημιουργίας σύγχρονων κτηνοτροφικών μονάδων. Παράλληλα, ο κ. Κουρέτας δήλωσε ότι η Περιφέρεια έχει σταματήσει την παραχώρηση παραγωγικής γης για την εγκατάσταση νέων φωτοβολταϊκών, καταγγέλλοντας παλαιότερες περιπτώσεις κατά τις οποίες εκτάσεις υψηλής παραγωγικότητας φέρονται να χαρακτηρίστηκαν διαφορετικά για να αδειοδοτηθούν ενεργειακές επενδύσεις.

Οστά του Σαμουήλ και ελληνικά χειρόγραφα: Μια ανταλλαγή που προκαλεί αντιδράσεις

Το δεύτερο μεγάλο θέμα της εκπομπής αφορούσε την παράδοση στη Βουλγαρία των οστών που αποδίδονται στον τσάρο Σαμουήλ και τη συμφωνία για την επιστροφή 48 εκκλησιαστικών χειρογράφων και κειμηλίων.

Βασικός προσκεκλημένος ήταν ο πρώην υφυπουργός Εξωτερικών και πρώην υφυπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων Μάρκος Μπόλαρης, ο οποίος άσκησε σφοδρή κριτική στους κυβερνητικούς χειρισμούς.

Κατά τον κ. Μπόλαρη, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για ισότιμη «ανταλλαγή», επειδή τα χειρόγραφα και τα κειμήλια αποτελούν περιουσία ελληνικών πατριαρχικών μονών και αφαιρέθηκαν βίαια από βουλγαρικές ένοπλες ομάδες κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Επικαλέστηκε ειδικότερα τα άρθρα 125 και 126 της Συνθήκης του Νεϊγύ, υποστηρίζοντας ότι η Βουλγαρία έχει ήδη διεθνή υποχρέωση να επιστρέψει το σύνολο των αφαιρεθέντων αντικειμένων και όχι μόνο 48 από περίπου 1.500.

Ο πρώην υπουργός υποστήριξε ακόμη ότι τα ελληνικά χειρόγραφα είχαν εντοπιστεί και μελετηθεί από πανεπιστημιακούς μετά το 1989, ενώ παραμένουν φυλαγμένα στη Σόφια. Κατά την αφήγησή του, προηγούμενη διαπραγμάτευση το 2018–2019 είχε φτάσει κοντά σε συμφωνία για την επιστροφή του συνόλου των κειμηλίων, με την Ελλάδα να προσφέρει στη συνέχεια τα οστά του Σαμουήλ ως χειρονομία καλής θέλησης και όχι ως αντάλλαγμα. Η διαδικασία δεν ολοκληρώθηκε λόγω των εκλογών του 2019.

Ο κ. Μπόλαρης ζήτησε να δημοσιοποιηθούν το μνημόνιο και το πρωτόκολλο της νέας συμφωνίας και αμφισβήτησε εάν ακολουθήθηκαν όλες οι προβλεπόμενες κοινοβουλευτικές και συνταγματικές διαδικασίες. Πρόκειται για ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν στην εκπομπή και απαιτούν θεσμική απάντηση και ανεξάρτητη νομική αξιολόγηση.

Όπως τόνισε, οι μονές και οι μητροπόλεις που θεωρούνται ιδιοκτήτες των χειρογράφων δεν χάνουν, κατά τη νομική του εκτίμηση, το δικαίωμα προσφυγής στα διεθνή δικαστήρια εξαιτίας της συμφωνίας. Ανέφερε μεταξύ άλλων τις μονές Εικοσιφοίνισσας, Τιμίου Προδρόμου Σερρών, Παναγίας Καλαμούς και Αρχαγγελιώτισσας στην Ξάνθη, καθώς και τη Μονή Κορνοφωλιάς στον Έβρο.

Ο Παντελής Σαββίδης υπογράμμισε ότι για τις κοινωνίες της Βόρειας Ελλάδας τα συγκεκριμένα χειρόγραφα δεν αποτελούν απλώς αρχαιολογικά αντικείμενα. Συνδέονται με την ιστορική μνήμη, τις καταστροφές των μονών και τις εμπειρίες της βουλγαρικής κατοχής. Για τον λόγο αυτό, όπως επισήμανε, η υπόθεση έχει βαρύτητα ανάλογη με άλλες μεγάλες ελληνικές διεκδικήσεις πολιτιστικών αγαθών.

Το κοινό νήμα της εκπομπής

Παρότι τα δύο θέματα φαίνονται διαφορετικά, η εκπομπή ανέδειξε ένα κοινό πρόβλημα: την απουσία μακροχρόνιου κρατικού σχεδιασμού.

Στη Θεσσαλία, η πρόληψη παραμένει πίσω από την αποζημίωση και την αποκατάσταση. Στην υπόθεση των χειρογράφων, μια διεκδίκηση δεκαετιών εμφανίζεται –σύμφωνα με την κριτική που διατυπώθηκε– να αντιμετωπίζεται χωρίς την απαιτούμενη ιστορική, νομική και θεσμική προετοιμασία.

Το ερώτημα που άφησαν ανοιχτό οι «Ανιχνεύσεις» είναι διπλό και πιεστικό: Θα προλάβει η χώρα την επόμενη καταστροφή και θα υπερασπιστεί αποτελεσματικά όσα ανήκουν στην ιστορική της κληρονομιά;

Back to top button