breaking newsΕλλάδα

Η Τουρκία ονειρεύεται Αιγαίο, Θράκη, Κύπρο και… Ιερουσαλήμ

Η Τουρκία απειλεί Ελλάδα-Κύπρο-Ισραήλ

Γράφει ο Σάββας Καλεντερίδης

Η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα και την Κύπρο, μέσα στις ημέρες του Πάσχα, δεν περιορίστηκε φέτος ούτε στο εορταστικό κλίμα ούτε στις συνήθεις επετειακές αναφορές. Αντίθετα, ήρθε ξανά στο προσκήνιο ένα πλέγμα θεμάτων που συνδέει την ιστορική μνήμη, τα ελληνοτουρκικά, την αυξανόμενη αντιπαράθεση Τουρκίας–Ισραήλ, τις αμυντικές ισορροπίες στην Κύπρο, την εσωτερική διολίσθηση της Τουρκίας σε αυταρχικότερες πρακτικές και, βεβαίως, τη μεγάλη αναμέτρηση που συνεχίζει να καθορίζει τη Μέση Ανατολή: την κρίση γύρω από το Ιράν, τα Στενά του Ορμούζ και την αμερικανική αντίδραση.

Το κοινό νήμα που συνδέει όλα αυτά είναι σαφές. Η περιοχή βρίσκεται σε μετάβαση. Οι παλιές ισορροπίες έχουν κλονιστεί, νέα κέντρα ισχύος επιχειρούν να καλύψουν τα κενά που αφήνουν οι αδυνατισμένοι παίκτες και η Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προσπαθεί να παίξει σε πολλά ταμπλό ταυτόχρονα: απέναντι στην Ελλάδα, απέναντι στην Κύπρο, απέναντι στο Ισραήλ, μέσα στη Συρία και στον αραβικό κόσμο, αλλά και στο εσωτερικό της, όπου η δημοκρατική βιτρίνα ξεθωριάζει μέρα με τη μέρα.

Η ιστορική μνήμη της ΕΟΚΑ και η τουρκική ενόχληση

Η φετινή ανάδειξη της επετείου της ίδρυσης της ΕΟΚΑ είχε μεγαλύτερη ένταση από άλλες χρονιές. Στην Ελλάδα, η σχετική αναφορά στα σχολεία μέσω εγκυκλίου έδειξε ότι η ιστορική μνήμη δεν μπορεί πλέον να μένει στο περιθώριο. Στην Κύπρο, η επέτειος τιμήθηκε πιο καθαρά και πιο θαρρετά από την πολιτειακή και κοινωνική ηγεσία. Και στο Λονδίνο, όπου η κυπριακή παρουσία είναι ισχυρή, καταγράφηκαν εκδηλώσεις, εκθέσεις και δημόσιες πρωτοβουλίες που επανέφεραν το θέμα στη σφαίρα της διεθνούς προσοχής.

Αυτό προκάλεσε ενόχληση. Όχι μόνο σε τουρκοκυπριακούς κύκλους, αλλά και στην ίδια την Τουρκία. Η ενόχληση αυτή δεν είναι τυχαία. Η Άγκυρα γνωρίζει καλά ότι η ανάδειξη της ΕΟΚΑ δεν είναι ένα απλό ιστορικό μνημόσυνο. Είναι υπενθύμιση ότι στην Κύπρο υπήρξε εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας, ότι υπήρξε ελληνική αντίσταση, ότι η ιστορία του νησιού δεν ξεκινά από το 1974 και ότι ο πατριωτισμός των Ελλήνων της Κύπρου παραμένει υπαρκτός.

Γι’ αυτό και η τουρκική ρητορική επιχειρεί συστηματικά να ταυτίσει την ΕΟΚΑ με ένα περίπου δαιμονοποιημένο αφήγημα, αποσυνδέοντας το ιστορικό πλαίσιο και μεταφέροντας τη συζήτηση σε μεταγενέστερες περιόδους. Η ουσία όμως είναι άλλη: η Άγκυρα δεν θέλει να ενισχύεται το πατριωτικό αίσθημα των Ελλήνων της Κύπρου, διότι αυτό λειτουργεί ως εμπόδιο στη στρατηγική της. Θέλει μια Κύπρο απονευρωμένη ιστορικά, ενοχική και αμυνόμενη ακόμη και όταν μιλά για το παρελθόν της.

Οι απειλές κατά Χριστοδουλίδη και η γνωστή τουρκική γλώσσα

Οι αντιδράσεις που ακολούθησαν μετά τις αναφορές του Νίκου Χριστοδουλίδη στην Τουρκία ως κατοχική δύναμη ήταν αποκαλυπτικές. Για χρόνια, η τουρκική πλευρά είχε συνηθίσει σε μια πιο χαμηλή, πιο προσεκτική, συχνά σχεδόν φοβική διατύπωση από ελληνικής και ελληνοκυπριακής πλευράς. Μόλις ακούστηκαν πιο καθαρές λέξεις, άρχισαν πάλι τα γνωστά.

Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση ήταν οι δηλώσεις του αντιπροέδρου του ΑΚΡ, Χουσεΐν Γιαϊμάν, ο οποίος αναφέρθηκε προκλητικά σε επανάληψη του 1974, με χυδαίες και πολεμοχαρείς εικόνες περί «ζεϊμπέκικου» και «τσιφτετελιού» στη Λάρνακα. Δεν πρόκειται απλώς για έναν γραφικό παραληρηματικό λόγο. Πρόκειται για τη γνωστή γλώσσα της τουρκικής υπεροψίας: απειλές, επίκληση της εισβολής, στρατιωτική φαντασίωση και προσπάθεια ψυχολογικής πίεσης.

Το πιο σοβαρό, ωστόσο, είναι ότι τέτοιες αναφορές δεν εκστομίζονται σε κενό αέρα. Η επιλογή της Λάρνακας και της περιοχής της Πύλας δεν είναι τυχαία. Πρόκειται για σημεία με ιδιαίτερο στρατηγικό βάρος, όπου η Τουρκία έχει δείξει εδώ και καιρό ότι μετρά αποστάσεις, δυνατότητες και τετελεσμένα. Όποιος παρακολουθεί τις κινήσεις της Άγκυρας γνωρίζει ότι πίσω από κάθε υβριστικό ξέσπασμα υπάρχει και μια γεωγραφική στόχευση.

Η Τουρκία που ονειρεύεται Αιγαίο, Θράκη, Κύπρο και… Ιερουσαλήμ

Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η αρθρογραφία του Ιμπραήμ Καραγκιούλ, ο οποίος, κινούμενος στη σφαίρα του προεδρικού αφηγήματος, περιέγραψε μια αδιανόητη επεκτατική αλληλουχία: πρώτα τα νησιά του Αιγαίου, μετά η Δυτική Θράκη και ολόκληρη η Ελλάδα, στη συνέχεια ολόκληρη η Κύπρος και τελικά το Ισραήλ και η «απελευθέρωση της Ιερουσαλήμ».

Κάποιοι σπεύδουν πάντοτε να υποβαθμίσουν αυτού του τύπου τις τοποθετήσεις ως παραληρηματικές. Όμως στην τουρκική πραγματικότητα οι πιο ακραίες διατυπώσεις συχνά λειτουργούν ως προπομποί, ως δοκιμαστικά μπαλόνια ή ως ιδεολογική προετοιμασία του εσωτερικού ακροατηρίου. Και κυρίως, δεν έρχονται σε αντίθεση με τον ίδιο τον Ερντογάν.

Ο Τούρκος πρόεδρος, αναφερόμενος στο Ισραήλ, δήλωσε ανοιχτά πως, όπως η Τουρκία μπήκε στη Λιβύη και στο Καραμπάχ, έτσι θα μπορούσε να μπει και στο Ισραήλ. Δεν υπάρχει εδώ παρερμηνεία. Υπάρχει μια ολοένα πιο επιθετική ρητορική, που στηρίζεται στην αντίληψη ότι η Τουρκία μπορεί να μετατραπεί στον πυρήνα ενός νέου σουνιτικού άξονα και να αμφισβητήσει ευθέως το Ισραήλ, αλλά και όλους όσοι στα μάτια της στέκονται εμπόδιο στις περιφερειακές της φιλοδοξίες.

Τουρκοϊσραηλινή σύγκρουση: η επόμενη μεγάλη γραμμή ρήξης

Η αντιπαράθεση Τουρκίας–Ισραήλ δεν είναι στιγμιαία. Οξύνεται σταθερά, ιδίως μετά τις ανακατατάξεις που προκάλεσε ο πόλεμος με το Ιράν και η αποδυνάμωση του σιιτικού άξονα. Η Άγκυρα βλέπει ευκαιρία. Εκτιμά ότι αν το Ιράν υποχωρήσει στρατηγικά, θα ανοίξει χώρος για μια νέα σουνιτική αρχιτεκτονική ισχύος, στην οποία η ίδια θέλει να παίξει κεντρικό ρόλο, ενδεχομένως μαζί με τη Σαουδική Αραβία, την Αίγυπτο και το Πακιστάν.

Από ισραηλινής πλευράς, αυτή η προοπτική αντιμετωπίζεται πλέον με όλο και μεγαλύτερη καχυποψία. Ισραηλινοί αναλυτές και πρώην αξιωματούχοι ασφαλείας υποστηρίζουν ότι η Τουρκία δεν είναι απλώς μια χώρα με σκληρή ρητορική, αλλά μια αναδυόμενη στρατηγική απειλή. Με άλλα λόγια, το Ισραήλ αρχίζει να βλέπει την Άγκυρα όχι απλώς ως ενοχλητικό γείτονα, αλλά ως εν δυνάμει αντίπαλο με ιδεολογική, στρατιωτική και περιφερειακή ατζέντα.

Αυτό εξηγεί και γιατί η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία έχουν ενισχύσει τη συνεργασία τους με το Ισραήλ. Όχι από ιδεοληψία, ούτε από κάποιο αόριστο δόγμα, αλλά από καθαρή στρατηγική λογική. Όταν η Τουρκία απειλεί ανοιχτά, μιλά για νησιά, Θράκη, Κύπρο και αιφνιδιασμούς «ένα βράδυ», οι απέναντι θα αναζητήσουν συνεργασίες με όποιον μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά.

Η χλιαρή ελληνική απάντηση και το αυτονόητο που δεν λέγεται

Η αντίδραση της Αθήνας στις δηλώσεις Χακάν Φιντάν για τη συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ κινήθηκε στη γνώριμη, τυπική γραμμή: ειρήνη, σταθερότητα, καλές σχέσεις, μη στρεφόμενες συνεργασίες. Είναι η κλασική γλώσσα ενός υπουργείου Εξωτερικών που αποφεύγει να πει το αυτονόητο.

Και το αυτονόητο είναι πως η Ελλάδα απειλείται από την Τουρκία. Η Κυπριακή Δημοκρατία τελεί υπό κατοχή. Η Άγκυρα διατηρεί στρατό στην Κύπρο, αμφισβητεί νησιά, εγείρει τη «Γαλάζια Πατρίδα», απειλεί με πυραυλικά προγράμματα, μιλά για επεμβάσεις και ζητά από την Ελλάδα να δίνει εξηγήσεις για τις συμμαχίες της. Μόνο μια χώρα που θέλει να αυτοπεριοριστεί θα απέφευγε να το πει καθαρά.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να απολογείται για το με ποιον συνεργάζεται. Ούτε η Κύπρος έχει υποχρέωση να ζητά άδεια από την Τουρκία για την άμυνά της. Αντίθετα, όσο πιο ανοιχτά περιγράφεται η τουρκική απειλή, τόσο πιο καθαρά νομιμοποιείται και η ανάγκη των αντίβαρων.

Η Κύπρος θωρακίζεται: drones, Spike, Exocet και νέα δομή ισχύος

Μέσα σε αυτό το κλίμα, η εικόνα της κυπριακής άμυνας παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η Εθνική Φρουρά εξελίσσεται σταδιακά σε μια δύναμη πιο ευκίνητη, πιο σύγχρονη και πιο προσαρμοσμένη στα σημερινά δεδομένα του πολέμου. Η λογική δεν είναι πια η παθητική άμυνα του παρελθόντος, αλλά η δυνατότητα να επιβληθεί κόστος στον επιτιθέμενο από την πρώτη στιγμή.

Η έμφαση στα drones, στα περιφερόμενα πυρομαχικά, στα σύγχρονα αντιαρματικά συστήματα όπως τα Spike LR2 και τα Akeron MP, καθώς και η αναβάθμιση των Exocet σε έκδοση Block 3 με εμβέλεια 200 χιλιομέτρων, δείχνουν ακριβώς αυτό: ότι το κυπριακό πεδίο δεν είναι πια ανοχύρωτο. Η δυνατότητα να πληγούν πλοία, αποβατικές κινήσεις και τεθωρακισμένοι σχηματισμοί σε κρίσιμες αποστάσεις αλλάζει τα δεδομένα.

Παράλληλα, συζητείται η σταδιακή μετάβαση σε πιο ευέλικτα τροχοφόρα οχήματα και η ενίσχυση του αρματικού δυναμικού, με την ισραηλινή λύση των Merkava να βρίσκεται στο τραπέζι. Το συνολικό μήνυμα είναι σαφές: η Κύπρος επιδιώκει να μεταβεί από τη στατική άμυνα σε μια αποτρεπτική αρχιτεκτονική που θα καθιστά εξαιρετικά δαπανηρή οποιαδήποτε τουρκική απόπειρα επιθετικής κίνησης.

Η Τουρκία του εσωτερικού αυταρχισμού

Την ίδια ώρα, στο εσωτερικό της Τουρκίας, ο αυταρχισμός παγιώνεται με όλο και πιο ωμό τρόπο. Οι καθαιρέσεις δημάρχων, οι διορισμοί επιτρόπων, οι διώξεις στελεχών της αντιπολίτευσης και η φυλάκιση πολιτικών προσώπων συνθέτουν μια εικόνα χώρας όπου οι εκλογές γίνονται υπό αίρεση: μπορεί να εκλεγείς, αλλά αν δεν είσαι αρεστός στο καθεστώς, αργά ή γρήγορα θα απομακρυνθείς.

Η περίπτωση Ιμάμογλου είναι η πιο γνωστή, αλλά δεν είναι η μόνη. Δήμαρχοι, τοπικά στελέχη και κομματικοί παράγοντες της αντιπολίτευσης στοχοποιούνται, συχνά με κατηγορίες περί διαφθοράς, κατασκευασμένες δικογραφίες και διαδικασίες που δεν πείθουν ούτε ως προς την αναγκαιότητα ούτε ως προς τη νομιμοποίησή τους. Η ουσία είναι ότι ο Ερντογάν επιχειρεί να αδειάσει το πολιτικό πεδίο από κάθε πιθανό αντίπαλο ενόψει των επόμενων μεγάλων αναμετρήσεων.

Και αυτή η εσωτερική αυταρχικοποίηση δεν είναι αποκομμένη από την εξωτερική επιθετικότητα. Συνήθως συμβαίνει το αντίθετο: ένα καθεστώς που σκληραίνει μέσα, τείνει να επιδεικνύει και πιο επιθετική συμπεριφορά έξω.

Το Ορμούζ, το Ιράν και το νέο παγκόσμιο νευρικό σύστημα της κρίσης

Στο ευρύτερο μέτωπο, ο μεγάλος παράγοντας αστάθειας παραμένει η κρίση γύρω από το Ιράν. Οι διαπραγματεύσεις υψηλού επιπέδου ανάμεσα σε Αμερικανούς και Ιρανούς στο Πακιστάν είχαν ιστορική σημασία, επειδή ήταν οι πρώτες τόσο άμεσες επαφές αυτού του μεγέθους εδώ και δεκαετίες. Όμως ιστορικό δεν σημαίνει και επιτυχές.

Τα πιο κρίσιμα ζητήματα έμειναν ανοιχτά: το πυρηνικό πρόγραμμα και ο εμπλουτισμός ουρανίου, ο ρόλος των πληρεξουσίων του Ιράν στην περιοχή, αλλά και το καθεστώς των Στενών του Ορμούζ. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και ο πυρήνας της σημερινής ανησυχίας. Το Ιράν, χωρίς να προχωρήσει σε απόλυτο κλείσιμο, επιχείρησε να επιβάλει περιορισμούς και οικονομικούς όρους στην κυκλοφορία, λειτουργώντας σαν περιφερειακός τελώνης πάνω σε μια από τις σημαντικότερες θαλάσσιες αρτηρίες του πλανήτη.

Η αμερικανική απάντηση ήταν η εξαγγελία ναυτικού αποκλεισμού κατά ιρανικών λιμένων και πλοίων που συνδέονται με το Ιράν, με ταυτόχρονη διαβεβαίωση ότι η διέλευση άλλων πλοίων θα συνεχίζεται. Με απλά λόγια, οι ΗΠΑ επιχειρούν να στραγγαλίσουν το ιρανικό εξαγωγικό δίκτυο χωρίς να κλείσουν οι ίδιες την κάνουλα του Περσικού Κόλπου για όλους.

Αυτή η κίνηση, ωστόσο, μετατρέπει την ενεργειακή ασφάλεια σε άμεσο παγκόσμιο ζήτημα. Οι τιμές του πετρελαίου ανεβαίνουν με νευρικότητα, οι αγορές αντιδρούν, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ανησυχούν και χώρες όπως η Κίνα και το Ηνωμένο Βασίλειο ζητούν αποκλιμάκωση και ελεύθερη ναυσιπλοΐα.

Το επόμενο βήμα: Μετά το Ιράν, η Τουρκία;

Η μεγάλη εικόνα είναι πως όλοι προεξοφλούν ότι αργά ή γρήγορα ο κύκλος της ιρανικής κρίσης θα κλείσει, είτε με έναν ατελή συμβιβασμό είτε με νέα κλιμάκωση που θα οδηγήσει πάλι σε διευθέτηση. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι θα ακολουθήσει.

Και εδώ ακριβώς μπαίνει στο κάδρο η Τουρκία. Αν το Ιράν πάψει να είναι ο βασικός περιφερειακός ταραξίας ή αν περιοριστεί σημαντικά, τότε το κενό θα επιχειρήσει να το καλύψει η Άγκυρα. Το Ισραήλ το αντιλαμβάνεται. Η Ελλάδα και η Κύπρος το ζουν ήδη. Η ίδια η τουρκική ηγεσία το διατυπώνει σχεδόν ανοιχτά.

Γι’ αυτό και η σύγκρουση Τουρκίας–Ισραήλ δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως θεωρητικό σενάριο. Ίσως να μην πάρει αμέσως τη μορφή ευθείας πολεμικής αναμέτρησης. Μπορεί να εκδηλωθεί μέσω Συρίας, μέσω πληρεξουσίων, μέσω θαλάσσιων ζωνών, μέσω πίεσης στην Κύπρο ή μέσω ευρύτερων περιφερειακών ανασχεδιασμών. Όμως η πορεία της είναι ήδη συγκρουσιακή.

Το δίδαγμα για Ελλάδα και Κύπρο

Η αναζωπύρωση της μνήμης της ΕΟΚΑ, οι τουρκικές απειλές κατά της Κύπρου, η αποθράσυνση της Άγκυρας απέναντι σε Ελλάδα και Ισραήλ, η αμυντική ανασύνταξη της Λευκωσίας, η αυταρχική μετάλλαξη της τουρκικής πολιτικής ζωής και η κρίση στο Ορμούζ δεν είναι ξεχωριστά επεισόδια. Είναι πλευρές της ίδιας εποχής.

Μιας εποχής στην οποία η Ανατολική Μεσόγειος και η Μέση Ανατολή ξαναμοιράζονται. Μιας εποχής στην οποία η ισχύς, η αποτροπή, η ιστορική μνήμη και οι συμμαχίες επιστρέφουν ως κεντρικά εργαλεία. Και μιας εποχής στην οποία όποιος δεν ονομάζει την απειλή, κινδυνεύει να βρεθεί απροετοίμαστος μπροστά της.

Για την Ελλάδα και την Κύπρο, το δίδαγμα είναι απλό. Δεν αρκούν οι ευχές, οι τυπικές ανακοινώσεις και οι αμήχανες ισορροπίες. Χρειάζεται καθαρή ανάγνωση της πραγματικότητας, ισχυρή αποτρεπτική ικανότητα, σοβαρές συνεργασίες και πλήρης συνείδηση ότι η ιστορία δεν έχει τελειώσει. Αντίθετα, επιστρέφει με δύναμη. Και αυτή τη φορά, όποιος δεν την καταλαβαίνει εγκαίρως, θα την πληρώσει ακριβά.

Back to top button