breaking newsΔιεθνή

Δυτικά Βαλκάνια: Η προσωπική μου γνωριμία, με τέσσερις ελληνομαθείς Σέρβους Πατριάρχες

Γράφει ο καθηγητής και ακαδημαϊκός Αλέξιος Π.Παναγόπουλος (DDDr., Dr.Habil.).

Ο πατριάρχης Σερβίας Γερμανός (+1991).

Η προσωπική εμπειρία συχνά λειτουργεί και ως ζώσα ιστορία. Στο γεωπολιτικό και πολιτισμικό μωσαϊκό των Δυτικών Βαλκανίων, η δική μου πορεία διασταυρώθηκε με τέσσερις κορυφαίες εκκλησιαστικές μορφές της Σερβικής Ορθοδοξίας, οι οποίοι, πέραν της πνευματικής τους ακτινοβολίας, είχαν και ένα κοινό χαρακτηριστικό, τη βαθιά γνώση και αγάπη για την ελληνική γλώσσα, πολιτισμό και παράδοση.

 

Ο Πατριάρχης Γερμανός: η αρχή μιας πορείας

Ο Γερμανός της Σερβίας υπήρξε ο πρώτος Πατριάρχης που καθόρισε τη προσωπική μου ακαδημαϊκή και εκκλησιαστική διαδρομή. Ήταν εκείνος που αποδέχθηκε τη πρόταση του μητροπολίτου Πατρών Νικοδήμου Βαλληνδρά και της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, επί Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ, ώστε να γίνω δεκτός στη Θεολογική Σχολή του Πατριαρχείου Σερβίας. Πράγμα που δεν ήταν εύκολο στην πράξη, διότι μόλις τότε άλλαξε το σύστημα εισαγωγής στη σχολή. Θα έπρεπε να περάσω την ετήσια εκμάθηση της σερβοκροατικής και κατόπιν να δώσω εισαγωγικές, όπου από τους εκατό ξένους περάσαμε για εγγραφή περίπου το 1/3. Η σχολή αυτή λειτουργούσε τότε εκτός του Πανεπιστημίου Βελιγραδίου, λόγω του κομμουνιστικού καθεστώτος, ως ιδιωτικό πανεπιστημιακό ίδρυμα του Πατριαρχείου (από τότε που εξεδιώχθη από το αθεϊστικό καθεστώς και ο καθηγητής δογματικής άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς). Από το 1986 διατηρώ ζωντανή την εικόνα του Πατριάρχη Γερμανού να χοροστατεί στον Πατριαρχικό Ναό των Αγίων Αρχαγγέλων και να συμμετέχει στις ακολουθίες όρθρου και εσπερινού.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η καταγωγή του, καθότι προερχόμενος από τον έγγαμο κλήρο, κατόπιν ακολούθησε τη μοναχική ζωή και ανήλθε έως τον πατριαρχικό θρόνο — ένα φαινόμενο που χαρακτήριζε παλαιότερες εποχές της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Παρά το γεγονός ότι δεν είχε σπουδάσει στην Ελλάδα, υπήρξε έντονα φιλέλληνας. Ο τάφος του βρίσκεται στον επιβλητικό ναό του Αγίου Μάρκου δίπλα στο πάρκο Τασμαϊντάν, κοντά στη νομική σχολή, όπου επίσης φοίτησα. Διατηρούσε στενή σχέση με την ελληνική παροικία του Βελιγραδίου και κυρίως του Αγίου Μάρκου. Οι Έλληνες της εποχής — έμποροι και βιομήχανοι — στήριξαν οικονομικά την τοπική ενορία από τις αρχές του 20ου αιώνα, στην οποία κοινότητα ο Πατριάρχης θα συνήθιζε να γευματίζει μετά τη Θεία Λειτουργία.

Ο Πατριάρχης Σερβίας Γερμανός (κατά κόσμον Hranislav Đorić), γεννήθηκε στις 19 Αυγούστου 1899 και εκοιμήθη στις 27 Αυγούστου 1991 στο Βελιγράδι, όπου ήμουν παρών στην εξόδιο ακολουθία. Το ίδιο έτος είχαν φέρει τα λείψανα από την Αμερική του αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, με μεγαλοπρεπή ακολουθία στον πατριαρχικό ναό και κατόπιν στο Λέλιτς χωριό του. Ο Γερμανός υπήρξε έντονα φιλελληνική προσωπικότητα, κυρίως στο πλαίσιο της ορθόδοξης εκκλησιαστικής ενότητας, με θεολογικό και εκκλησιαστικό φιλελληνισμό. Τόνιζε διαρκώς ότι η Σερβική Εκκλησία αντλεί την πνευματική της ταυτότητα από την ελληνική πατερική και βυζαντινή παράδοση. Αναγνώριζε την Εκκλησία της Ελλάδος ως βασικό φορέα αυτής της συνέχειας. Οι στενές σχέσεις και συστηματικές επαφές με την Ελλάδα και ιδιαίτερα με τον τότε Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ Τίκα. Οι σχέσεις και επικοινωνίες αυτές δεν ήταν απλά τυπικές, αλλά βαθιά γεωστρατηγικές, θρησκευτικής διπλωματίας, για την ενότητα της Ορθοδοξίας στα Βαλκάνια. Το Άγιον Όρος ως κοινό πνευματικό κέντρο, έγινε σημείο σύγκλισης Ελλήνων και Σέρβων, δίνοντας έμφαση στη Μονή Χιλανδαρίου, που αποτελεί σύμβολο της ιστορικής τους ενότητας. Η πολιτισμική και ιστορική ταύτιση, υποστήριζε ότι οι δύο λαοί, συνδέονται μέσω του Βυζαντίου, έχουν κοινή ορθόδοξη αποστολή,  λειτουργούν ως «πνευματικοί σύμμαχοι» στα Βαλκάνια. Η στάση αλληλεγγύης, σε κρίσιμες περιόδους, εξέφραζε μία κατανόηση προς τις ελληνικές θέσεις, ενισχύοντας την ιδέα μιας ελληνοσερβικής εκκλησιαστικής και ιστορικής συμμαχίας. Συνοψίζοντας, ο φιλελληνισμός του Πατριάρχη Γερμανού δεν ήταν επιφανειακός· ήταν θεολογικά θεμελιωμένος,  εκκλησιαστικά ενεργός, γεωπολιτικά συνειδητός με την κάλυψη της θρησκευτικής διπλωματίας.

Η τελευταία περίοδος Γερμανού (1958–1990),  το τέλος της πατριαρχείας του ήταν το 1990, ενώ εκοιμήθη 27 Αυγούστου 1991. Στη κομμουνιστική πρ.Γιουγκοσλαβία (Τίτο και μετά), προσπάθησε για τη σταθερή θεσμική επιβίωση της Εκκλησίας υπό τον κρατικό έλεγχο, τη διατήρηση των διεθνών εκκλησιαστικών σχέσεων (Ορθοδοξία, Ελλάδα, Οικουμενικό Πατριαρχείο), κι αυτά πέρασαν από τα χέρια του Γερμανού. Η εκλογή του Παύλου έγινε 1η Δεκεμβρίου 1990, η ενθρόνιση έγινε στις 2 Δεκεμβρίου 1990 στο Βελιγράδι, αλλά και στο Πεκίο (νυν Κόσοβο), την αρχαία έδρα του πατριάρχη Σερβίας, ήμουν παρών, καθότι είχε διοργανωθεί με πούλμαν η επίσκεψή μας και συμμετοχή μας. Η εκλογή του μακαριστού Παύλου, θα γίνει λίγο πριν τη διάλυση της πρ.Γιουγκοσλαβίας, σε περίοδο πολιτικής αστάθειας και ανόδου εθνικισμών, με την επιτακτική ανάγκη για ηθικό και πνευματικό κύρος στην Εκκλησία. Η μετάβαση Γερμανού σε Παύλο, ήταν μια κρίσιμη χρονική αλληλουχία. Η τυπική λήξη της πατριαρχείας του Γερμανού έγινε το 1990 και 27 Αυγούστου 1991, ο θάνατος. Υπήρξε μια θεσμική διαδοχή εν ζωή του προκατόχου του, αλλά και σύντομη χρονική επικάλυψη των γεωπολιτικών και ιστορικών γεγονότων. Η αλλαγή αυτή συμπίπτει με το τέλος του ψυχρού πολέμου, την κατάρρευση του πρώην ανατολικού μπλοκ, την αλλαγή της γεωπολιτικής ισορροπίας στα Δυτικά Βαλκάνια. Επίσης με την αρχή της διάλυσης της πρ.Γιουγκοσλαβίας, τις εθνικές εντάσεις (σε Σλοβενία, Κροατία, Βοσνία), την ενίσχυση του ρόλου της Σερβικής Εκκλησίας, ως θεσμικού πυλώνα σταθερότητας και η μετατόπιση του ρόλου του Πατριαρχείου, από «κρατικά ελεγχόμενη Εκκλησία» (εποχή Γερμανού), σε σημαντικό «ηθικό-εθνικό θεσμό κρίσης» (εποχή Παύλου). Άρα η μετάβαση δεν ήταν μιά απλή αλλαγή προσώπου, αλλά η μετάβαση από την ψυχροπολεμική σταθερότητα στη βαλκανική κρίση της δεκαετίας του 1990. Σημαντική υπήρξε εκείνο το διάστημα και η συμβολή των επαφών μέσω του καθηγητή δογματικής Στόγιαν Γκόσεβιτς και της συζύγου του κας Χαράς, ελληνίδας εκ Πατρών, για τη δημιουργία του συλλόγου ελληνοσερβικής φιλίας, όπου κι ο γράφων συμμετείχε ενεργά και γνωρίζει όλη την πορεία αυτών των ανθρωπιστικών δράσεων ως ιδρυτικό μέλος, με το όνομα: «Αγία Σοφία – Άγιος Σάββας», καθώς και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας.

Η πατριαρχεία Γερμανού θα πρέπει να ερμηνευθεί στο πλαίσιο ενός ψυχροπολεμικού βαλκανικού συστήματος ισορροπιών, όπου η πρ.Γιουγκοσλαβία λειτουργούσε ως «ενδιάμεσος γεωπολιτικός χώρος» μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία, υπό την ηγεσία του, διατήρησε έναν ρόλο θεσμικής συνέχειας, λειτουργώντας ως παράλληλος δίαυλος σταθερότητας απέναντι σε κρατικές ιδεολογικές μεταβολές. Η σχέση με την Ελλάδα και το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν είχε μόνο εκκλησιαστική διάσταση, αλλά συναποτέλεσε μία μορφή άτυπης θρησκευτικής διπλωματίας, η οποία λειτουργούσε ως μηχανισμός πολιτισμικής συνοχής στον ορθόδοξο χώρο των Δυτικών Βαλκανίων. Το Άγιον Όρος, και ειδικότερα η Μονή Χιλανδαρίου, ενήργησε ως υπερεθνικός πνευματικός κόμβος, ο οποίος υποκαθιστούσε σε ορισμένες περιπτώσεις τις ανύπαρκτες ή εύθραυστες κρατικές διπλωματικές γέφυρες Ελλάδας–Σερβίας. Θυμάμαι προσωπικά τις συνομιλίες, με τον μακαριστό πρέσβη, τότε πρόξενο στο Βελιγράδι κο Αμοιρίδη, να έχουν τακτικές συνομιλίες.

Ο Πατριάρχης Παύλος: η αγιότητα της απλότητας (+2009)

Μετά την κοίμηση του Γερμανού, εξελέγη πατριάρχης ο Παύλος το 1991, καταγόμενος από την επισκοπή του απ’ το Κόσοβο. Ήταν βαθύτατα ελληνομαθής και επιθυμούσε πάντοτε να συνομιλούμε όπως θυμάμαι στα ελληνικά. Η παρουσία του ήταν διαρκής στον Πατριαρχικό Ναό, τόσο στον Όρθρο όσο και στον Εσπερινό. Μου έκανε την τιμή να προλογίσει το βιβλίο μου για τον Νεομάρτυρα Πλάτωνα Μπανιαλούκα (+1941), το θύμα των Ουστάσι, το οποίο εκδόθηκε στην Αθήνα το 1997, έκδοση Νεκτάριος Παναγόπουλος. Η προσωπικότητά του ξεχώριζε για την ασκητικότητα, σε ταξίδι μας με τρένο προς τη Βιέννη, μετέφερε μαζί του μόνο ψωμί και σταφύλια. Τον συνάντησα επίσης στη Γενεύη το 1993, κατά τη διάρκεια των διεθνών ειρηνευτικών συνομιλιών για τον πόλεμο, όπου η παρουσία του εξέπεμπε πνεύμα συμφιλίωσης. Ο Πατριάρχης Σερβίας Παύλος (κατά κόσμον Gojko Stojčević), γεννήθηκε 11 Σεπτεμβρίου 1914 και εκοιμήθη 15 Νοεμβρίου 2009 (Βελιγράδι).

Ο φιλελληνισμός του ουσιαστικά και χαρακτηριστικά, δηλώνει ότι υπήρξε μια βαθιά σεβαστή μορφή της Ορθοδοξίας και εξέφρασε έναν ήπιο αλλά ουσιαστικό φιλελληνισμό, κυρίως μέσα από την πνευματικότητα και την εκκλησιαστική ενότητα. Η έμφασή του στην κοινή ορθόδοξη ταυτότητα, αφού θεωρούσε την Ελλάδα ως θεμελιώδη πυλώνα της Ορθοδοξίας και αναγνώριζε τη σημασία της Εκκλησίας της Ελλάδος ως θεματοφύλακα της πατερικής παράδοσης. Τόνιζε ότι οι Έλληνες και οι Σέρβοι, μοιράζονται την κοινή πίστη, έχουν κοινή ιστορική αποστολή, οφείλουν να διατηρούν ενότητα απέναντι στις προκλήσεις της εποχής. Οι σχέσεις του με το Άγιον Όρος ήταν πολύ στενές ως μία πνευματική σχέση, το οποίο θεωρούσε «καρδιά της Ορθοδοξίας», ζωντανό σύνδεσμο μεταξύ ελληνικού και σερβικού μοναχισμού. Ιδιαίτερη ήταν η μέριμνά του για τη Μονή Χιλανδαρίου, που εκλέγει πρωτεπιστάτη αυτή, και οι έλληνες, μοναδικά.

Η στάση του κατά τη διάρκεια των βαλκανικών κρίσεων και κατά τη δεκαετία του 1990, υπογράμμιζε τη σημασία της ελληνοσερβικής αλληλεγγύης, αναγνώριζε την κατανόηση που έδειξε η ελληνική κοινωνία προς τον σερβικό λαό. Ο λόγος του ήταν πάντα συμφιλιωτικός, αλλά με σαφή αναφορά στην κοινή ορθόδοξη πορεία. Ο προσωπικός ασκητισμός του και η πνευματική συγγένεια, με την ασκητική ζωή του Παύλου, τον έφερνε κοντά στο ήθος της ελληνικής μοναστικής παράδοσης, τον καθιστούσε ιδιαίτερα αγαπητό στον ελληνικό εκκλησιαστικό χώρο. Συχνά αναφερόταν με σεβασμό στους Έλληνες Αγίους και αγιορείτες πατέρες τους οποίους επισκεπτόταν. Μάλιστα, είχε επισκεφθεί κάποιες φορές και στα Καρούλια τον γέροντα ασκητή Στέφανο το Σέρβο, ενώ του πρότεινε να τον κάνει πατριάρχη στη θέση του, για να φύγει να ησυχάσει ο ίδιος. Ο γέροντας Στέφανος δεν δέχθηκε, σημείο που δηλώνει και την μεγάλη ταπείνωση και των δύο. Ο συμβολικός φιλελληνισμός δεν ήταν πολιτικός, αλλά πνευματικός και λειτουργικός, βασισμένος στην κοινή λειτουργική ζωή και την παράδοση. Ο Πατριάρχης Παύλος εξέφρασε έναν φιλελληνισμό, ήσυχο αλλά βαθύ, ασκητικό και εκκλησιοκεντρικό, επικεντρωμένο στην ενότητα της Ορθοδοξίας. Σε αντίθεση με τον προκάτοχό του Γερμανό, ο Παύλος δεν κινήθηκε τόσο σε επίπεδο εκκλησιαστικής διπλωματίας, αλλά κυρίως σε επίπεδο πνευματικής μαρτυρίας και προσωπικού παραδείγματος για την σταθερότητα στα Δυτικά Βαλκάνια.

Η πατριαρχεία Παύλου συμπίπτει με τη μετάβαση από τη γεωπολιτική σταθερότητα του Ψυχρού Πολέμου στη βίαιη αναδιάταξη των Δυτικών Βαλκανίων της δεκαετίας του 1990. Σε αυτό το πλαίσιο, η Σερβική Εκκλησία μετατρέπεται σε παράγοντα «ηθικής γεωπολιτικής συνοχής», λειτουργώντας ως φορέας κοινωνικής νομιμοποίησης και συλλογικής ταυτότητας, σε συνθήκες κρατικής αποδόμησης. Η παρουσία του Παύλου σε διεθνείς ειρηνευτικές διαδικασίες εντάσσεται στη λογική της λεγόμενης «εκκλησιαστικής διπλωματίας κρίσης», όπου η Ορθοδοξία λειτουργεί ως ήπια ισχύς (soft power), απέναντι στις συγκρούσεις των εθνοτικών και κρατικών συμφερόντων. Τόνιζε να “είμαστε άνθρωποι”!

 

Ο Πατριάρχης Ειρηναίος: η ποιμαντική και εθνική ευθύνη (+2020)

Μετά την εκδημία του Παύλου, ανήλθε στον πατριαρχικό θρόνο ο Ειρηναίος, ερχόμενος από την επισκοπή του Νις, γενέτειρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ήταν γλωσσομαθής και διατηρούσε ιδιαίτερη σχέση με την Ελλάδα, τον πολιτισμό και την ελληνική γλώσσα. Επισκεπτόταν τακτικά το σύλλογο «Αγία Σοφία – Άγιος Σάββας», όπου, μαζί με τον πατέρα Ερμόλαο, σχεδίαζαν τις ανθρωπιστικές δράσεις, για τον δοκιμαζόμενο σερβικό λαό, ιδίως για τα ορφανά παιδιά του πολέμου, ήμουν παρών σε συναντήσεις, ως ιδρυτικό μέλος και γνώστης της γλώσσας, για επαφές και ενέργειες. Κατά την περίοδο της ελληνικής οικονομικής κρίσης (2010 και εξής), μου εξέφραζε το έμπρακτο ενδιαφέρον του για την Ελλάδα και αναζητούσε τρόπους στήριξης, όπως ο ίδιος μου εκμυστηρευόταν.

Όταν διορίστηκα Διευθυντής της Αθωνιάδας Ακαδημίας στο Άγιον Όρος το 2011, συγκαταλέχθηκε στους πρώτους Πατριάρχες, που είχαν την ευγενική καλοσύνη και μου απέστειλαν συγχαρητήρια επιστολή στήριξης, μέσω του ηγουμένου Μεθοδίου της Μονής Χιλανδαρίου. Ο Πατριάρχης Σερβίας Ειρηναίος (κατά κόσμο Miroslav Gavrilović), γεννήθηκε 28 Αυγούστου 1930 και ανέλαβε τον Πατριαρχικό Θρόνο στις 22 Ιανουαρίου 2010. Εκοιμήθη στις 20 Νοεμβρίου 2020 (Βελιγράδι).

Ο φιλελληνισμός του και τα βασικά στοιχεία του. Ο Ειρηναίος υπήρξε απ’ τους πλέον σαφώς φιλελληνικούς Πατριάρχες της σύγχρονης εποχής, με έντονη παρουσία τόσο εκκλησιαστικά όσο και σε ζητήματα ταυτότητας και γεωπολιτικής. Η σταθερή στήριξη προς την Ελλάδα και την Ορθοδοξία, τονίζονταν, με το ότι η Ελλάδα αποτελεί «ιστορικό πυλώνα της Ορθοδοξίας», οι δεσμοί Σέρβων και Ελλήνων είναι αδελφικοί και αδιάσπαστοι, ενώ διατηρούσε στενές σχέσεις με την Εκκλησία της Ελλάδος και με την ελληνική Ιεραρχία. Σε εθνικά ζητήματα (ιδίως για το Μακεδονικό), ο Ειρηναίος, εξέφραζε δημόσια τη στήριξη στις ελληνικές θέσεις, στο ζήτημα της ονομασίας, υπογράμμιζε ότι η ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά της Μακεδονίας συνδέεται μόνο με τον ελληνικό κόσμο. Αυτές οι παρεμβάσεις είχαν ιδιαίτερη βαρύτητα στον ορθόδοξο χώρο. Η σχέση του με το Άγιον Όρος ήταν όπως και των προκατόχων του, θεωρούσε το Άγιον Όρος ως πνευματικό κέντρο της Ορθοδοξίας, υποστήριζε ενεργά τη Μονή Χιλανδαρίου, ενίσχυσε τις επαφές Σέρβων και Ελλήνων μοναχών. Η εκκλησιαστική και γεωπολιτική σύμπλευση, σε μια περίοδο έντονων εκκλησιαστικών εντάσεων (ιδίως στο ουκρανικό ζήτημα από το 2016), υποστήριξε την ανάγκη ενότητας των Ορθοδόξων Εκκλησιών, συχνά ευθυγραμμιζόταν με θέσεις που συνέκλιναν με ελληνικές εκκλησιαστικές προσεγγίσεις (με διαφοροποιήσεις όπου απαιτείτο). Ο δημόσιος λόγος του υπέρ της ελληνοσερβικής φιλίας, όπου επανειλημμένα δήλωνε ότι: «Οι Σέρβοι αγαπούν τους Έλληνες ως αδελφούς εν Χριστώ» και προέβαλλε την ιστορική κοινή πορεία: Βυζάντιο, Ορθοδοξία, κοινοί αγώνες. Ο φιλελληνισμός του Ειρηναίου ήταν σαφής και δημόσια διατυπωμένος, πολιτικο-εκκλησιαστικός, ενεργός σε σύγχρονα ζητήματα. Σε σύγκριση με τον Γερμανό ήταν περισσότερο σύγχρονος και πολιτικά παρών, σε σχέση με τον Παύλο ήταν λιγότερο ασκητικός, αλλά πιο παρεμβατικός στον δημόσιο λόγο

Η περίοδος Ειρηναίου χαρακτηρίζεται από την επανατοποθέτηση της Σερβικής Εκκλησίας στο μετα-γιουγκοσλαβικό σύστημα των διεθνών σχέσεων. Η Εκκλησία λειτουργεί ως θεσμικός φορέας της εθνικής συνέχειας, αλλά ταυτόχρονα και ως δίαυλος επικοινωνίας με την ελληνική διπλωματία και το ευρύτερο ορθόδοξο τόξο. Οι παρεμβάσεις του στο Μακεδονικό ζήτημα εντάσσονται σε μια ευρύτερη στρατηγική ταυτότητας, όπου η θρησκεία λειτουργεί ως παράγοντας ιστορικής νομιμοποίησης γεωπολιτικών θέσεων. Η ενίσχυση των σχέσεων με το Άγιον Όρος υποδηλώνει την αναβάθμιση της «μοναστικής διπλωματίας» ως εργαλείου ήπιας ισχύος μεταξύ Αθήνας και Βελιγραδίου.

Ο Πατριάρχης Πορφύριος: η προφητική διάσταση (από 2021)

Κατά την περίοδο της επιδημίας Κόβιντ, εξελέγη ο πατριάρχης Πορφύριος, τον οποίο γνώρισα όταν ήταν ακόμη μοναχός στο Βελιγράδι και κατόπιν ιεροδιάκονος στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια των διδακτορικών του σπουδών. Θυμάμαι χαρακτηριστικά την επίσκεψή μας στον άγιο γέροντα Πορφύριο Καυσοκαλυβίτη στον Ωρωπό, όπου του προείπε, παρόντος μου, ότι θα γίνει επίσκοπος — ίσως και Πατριάρχης. Παρόμοια προφητεία απηύθυνε και σε λαϊκό συμφοιτητή μας, τον μετέπειτα Μητροπολίτη Φώτιο στη Βοσνία. Η εμπειρία αυτή αποτυπώνει τη διαχρονική πνευματική συνέχεια της Ορθοδοξίας και τη βαθιά σύνδεση Ελλάδας και Σερβίας. Ο Πατριάρχης Σερβίας Πορφύριος (κατά κόσμον Prvoslav Perić), γεννήθηκε στις 22 Ιουλίου 1961 (Μπέτσεϊ, Σερβία), ενώ ανέλαβε τον Πατριαρχικό Θρόνο στις 19 Φεβρουαρίου 2021. Ο φιλελληνισμός του και τα σύγχρονα χαρακτηριστικά του δηλώνουν ότι εκφράζει έναν σύγχρονο, ισορροπημένο φιλελληνισμό, ενταγμένο στο πλαίσιο της πανορθόδοξης ενότητας και των νέων γεωεκκλησιαστικών συνθηκών. Οι στενές σχέσεις με την Ελλάδα και την εκκλησιαστική της ηγεσία, δηλώνουν ότι έχει διατηρήσει και ενισχύσει τις σχέσεις με την Εκκλησία της Ελλάδος, συνεχίζοντας την παράδοση των προκατόχων του. Ιδιαίτερη σημασία έχει η επικοινωνία του με τον Ιερώνυμο Β΄, στο πλαίσιο διατήρησης της ενότητας. Η τοποθέτησή του υπέρ της ενότητας της Ορθοδοξίας, δίνει έμφαση, στην αποφυγή διαιρέσεων, στη διατήρηση διαλόγου μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Η στάση αυτή συνδέεται έμμεσα με τον φιλελληνισμό του, καθώς αναγνωρίζει τον ρόλο του ελληνόφωνου κόσμου στην ορθόδοξη παράδοση. Η σχέση του με το Άγιον Όρος, ως πνευματικό κέντρο της Ορθοδοξίας, ως χώρο συνάντησης ελληνικής και σερβικής μοναστικής παράδοσης, συνεχίζεται με τη στήριξη προς τη Μονή Χιλανδαρίου. Ο θεολογικός σεβασμός προς την ελληνική παράδοση αναγνωρίζει τη συμβολή των Ελλήνων Πατέρων, τη σημασία της ελληνικής γλώσσας στη θεολογία και τη λατρεία. Αυτός ο σεβασμός αποτελεί βασικό πυλώνα του φιλελληνισμού του. Το ύφος και η ιδιαιτερότητα αυτή, σε αντίθεση με τον Ειρηναίο, δηλώνει ότι ο Πορφύριος αποφεύγει τις έντονες γεωπολιτικές παρεμβάσεις, προκρίνει έναν ήπιο, συμφιλιωτικό λόγο. Ο φιλελληνισμός του είναι περισσότερο εκκλησιολογικός και πνευματικός, λιγότερο δημόσια πολιτικός, περισσότερο διακριτικός, αλλά σταθερός, θεολογικά τεκμηριωμένος, προσανατολισμένος στην ενότητα και τον διάλογο. Αποτελεί συνέχεια της παράδοσης των Σέρβων Πατριαρχών, προσαρμοσμένη όμως στις ανάγκες της σύγχρονης εκκλησιαστικής γεωπολιτικής.

Η πατριαρχεία Πορφυρίου εντάσσεται σε μια νέα φάση ορθόδοξης γεωπολιτικής, όπου το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τις εθνοκρατικές συγκρούσεις προς τις εκκλησιαστικές ισορροπίες εντός ενός παγκοσμιοποιημένου περιβάλλοντος. Η στάση του υπέρ της ενότητας της Ορθοδοξίας συνιστά μορφή θεσμικής θρησκευτικής διπλωματίας, αποσυμπίεσης των εντάσεων, ιδιαίτερα στο πλαίσιο των εσωτερικών ορθόδοξων διαφοροποιήσεων. Η συνέχιση της σχέσης με την Εκκλησία της Ελλάδος και το Άγιον Όρος επιβεβαιώνει ότι η Ελλάδα παραμένει βασικός άξονας ορθόδοξης πολιτισμικής ισορροπίας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Το Πατριαρχείο Σερβίας ακολουθεί το πάτριο εορτολόγιο, όπως η Μόσχα, το Άγιο Όρος και τα Ιεροσόλυμα, κι αυτό τους δίνει μία κοινή γραμμή πλεύσης στα διεθνή γεγονότα.

Back to top button