Έντονες αντιδράσεις προκαλεί η απόφαση της Deutsche Welle να καταργήσει την ελληνόφωνη υπηρεσία της από την 1η Ιανουαρίου 2027, με την ΕΣΗΕΑ να παρεμβαίνει θεσμικά και να ζητά την αναστολή μιας απόφασης που θεωρείται ακατανόητη τόσο δημοσιογραφικά όσο και γεωπολιτικά.
Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Συντακτών εκφράζει επίσημα τη διαμαρτυρία του και αποστέλλει επιστολές προς πολιτικούς φορείς και συνδικαλιστικές οργανώσεις στη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα, ζητά την παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων και καλεί τους πολίτες να συνυπογράψουν την ανοιχτή επιστολή για τη διατήρηση του ελληνικού προγράμματος.
Η διοίκηση της Deutsche Welle ανακοίνωσε αιφνιδιαστικά στις 18 Φεβρουαρίου 2026 ότι η ελληνόφωνη υπηρεσία θα σταματήσει να λειτουργεί. Η απόφαση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς τα ελληνικά είναι η μοναδική από τις 32 γλώσσες στις οποίες εκπέμπει το γερμανικό δημόσιο μέσο που καταργείται.
Μία απόφαση με γεωπολιτικές προεκτάσεις
Το κλείσιμο δεν μπορεί να αξιολογηθεί μόνο με οικονομικά ή οργανωτικά κριτήρια.
Η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκονται στην εξωτερική περίμετρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κατέχουν κρίσιμη θέση στην Ανατολική Μεσόγειο, σε μια περίοδο πολέμων, μεταναστευτικών πιέσεων, ενεργειακού ανταγωνισμού και εντεινόμενης αντιπαράθεσης για τις θαλάσσιες ζώνες.
Σε αυτό το περιβάλλον, η διακοπή ενός ευρωπαϊκού, γερμανικού και ελληνόφωνου δημοσιογραφικού διαύλου μειώνει την παρουσία της ίδιας της Ευρώπης στην περιοχή. Δημιουργεί κενό ενημέρωσης σε μια εποχή κατά την οποία τρίτες δυνάμεις επενδύουν συστηματικά σε μέσα ενημέρωσης, πολιτιστικά δίκτυα και επιχειρήσεις επιρροής.
Η Τουρκία, η Ρωσία, η Κίνα και περιφερειακοί παίκτες αναπτύσσουν εδώ και χρόνια μηχανισμούς δημόσιας διπλωματίας και επικοινωνίας. Αντίθετα, η απόφαση για την κατάργηση της ελληνικής υπηρεσίας δείχνει μία ευρωπαϊκή τάση υποχώρησης από ένα κρίσιμο πληροφοριακό πεδίο.
Οι συντάκτες της επιστολής τονίζουν ότι η απόφαση δεν δοκιμάζει μόνο τις σχέσεις Ελλάδας, Κύπρου και Γερμανίας, αλλά αποδυναμώνει ευρύτερα την Ευρώπη.
Από τη δικτατορία μέχρι τη σύγχρονη Ευρώπη
Η ελληνική εκπομπή της Deutsche Welle συνδέθηκε ιστορικά με την ελεύθερη ενημέρωση κατά την περίοδο της δικτατορίας.
Σε μια εποχή λογοκρισίας και κρατικού ελέγχου των μέσων, η μετάδοση από τη Γερμανία αποτέλεσε σημείο αναφοράς για όσους αναζητούσαν ανεξάρτητη πληροφόρηση. Η ιστορική αυτή παρακαταθήκη κατέστησε το ελληνικό πρόγραμμα κάτι περισσότερο από μία ξενόγλωσση υπηρεσία.
Μετά τη Μεταπολίτευση εξελίχθηκε σε σταθερό δίαυλο ελληνογερμανικού διαλόγου, καλύπτοντας τις τραυματικές ιστορικές εμπειρίες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, της Κατοχής και του Ολοκαυτώματος, αλλά και τις σύγχρονες εντάσεις που προκάλεσε η ελληνική οικονομική κρίση.
Η διατήρηση αυτής της γέφυρας έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο όπου οι ελληνογερμανικές σχέσεις μπορεί να μην βρίσκονται σε ανοικτή κρίση, αλλά εξακολουθούν να κουβαλούν ιστορικό, πολιτικό και κοινωνικό βάρος.
Η μάχη της ιστορικής μνήμης
Η ελληνική υπηρεσία ανέδειξε συστηματικά θέματα ιστορικής μνήμης σε μια εποχή κατά την οποία ενισχύεται ο αναθεωρητισμός στην Ευρώπη.
Η βραβευμένη σειρά «Τα παιδιά των κακών της Ιστορίας» έφερε στο προσκήνιο απογόνους Ναζί στη Γερμανία και δωσιλόγων στην Ελλάδα, δίνοντας χώρο σε ιστορικούς και ερευνητές να φωτίσουν δύσκολες και συχνά αποσιωπημένες πτυχές του παρελθόντος.
Παράλληλα, παρουσίαζε σε μηνιαία βάση ζητήματα που αφορούσαν τη γερμανική Κατοχή, το Ολοκαύτωμα και τις ελληνογερμανικές ιστορικές εκκρεμότητες.
Η διακοπή ενός τέτοιου προγράμματος εγείρει ερωτήματα για το κατά πόσο οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και τα δημόσια μέσα εξακολουθούν να θεωρούν την ιστορική μνήμη στοιχείο στρατηγικής σημασίας.
Ελλάδα και Κύπρος στο ευρωπαϊκό σύνορο
Η επιστολή επισημαίνει ότι η γεωγραφική και γεωπολιτική θέση της Ελλάδας και της Κύπρου καθιστά την απόφαση ακόμη πιο προβληματική.
Οι δύο χώρες βρίσκονται κοντά σε ενεργές πολεμικές ζώνες, σε κρίσιμες θαλάσσιες οδούς και σε περιοχές όπου συγκρούονται συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Τουρκίας, της Ρωσίας και κρατών της Μέσης Ανατολής.
Η ενημέρωση στα ελληνικά από έναν αναγνωρισμένο ευρωπαϊκό φορέα λειτουργεί ως εργαλείο δημοκρατικής ανθεκτικότητας, ιδιαίτερα απέναντι στην παραπληροφόρηση και στις επιχειρήσεις ξένης επιρροής.
Η κατάργηση της υπηρεσίας μπορεί να εκληφθεί ως στρατηγική υποχώρηση, τη στιγμή που η Ευρωπαϊκή Ένωση δηλώνει ότι θέλει να ενισχύσει την παρουσία της στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο.
Πολιτιστική και επιστημονική διπλωματία
Το ελληνικό πρόγραμμα της Deutsche Welle κάλυψε επί δεκαετίες ολόκληρο το φάσμα των ελληνογερμανικών σχέσεων.
Ανέδειξε τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Ιάννη Ξενάκη, τον Γκέρχαρντ Ρίχτερ, την Πίνα Μπάους, τη Σάσα Βαλτς και τον Πέτερ Χάντκε, καθώς και σύγχρονες καλλιτεχνικές τάσεις στην Ελλάδα και τη Γερμανία.
Παρουσίασε σημαντικές συνεργασίες, όπως τη Documenta σε Κάσελ και Αθήνα και την «Ελευσίνα – Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης 2023», ενώ ανέδειξε εκθέσεις ελληνικού και κυπριακού πολιτισμού στη Γερμανία, από τον κόσμο του Σλήμαν και τις Μυκήνες μέχρι τη νέα πτέρυγα κυπριακών αρχαιοτήτων στο Βερολίνο.
Αντίστοιχη ήταν η παρουσία της στην επιστήμη, με αφιερώματα σε Έλληνες ακαδημαϊκούς στη Γερμανία και Γερμανούς επιστήμονες στην Ελλάδα.
Η δραστηριότητα αυτή αποτελούσε ουσιαστικά άσκηση πολιτιστικής και επιστημονικής διπλωματίας. Η απώλειά της δεν θα καλυφθεί εύκολα από γενικές αγγλόφωνες εκπομπές ή αυτόματες μεταφράσεις.
Η ΕΣΗΕΑ ζητά ευρωπαϊκή παρέμβαση
Η ΕΣΗΕΑ επιχειρεί να μεταφέρει το θέμα πέρα από τα όρια μιας εργασιακής ή δημοσιογραφικής διαφοράς.
Με τις επιστολές προς γερμανικούς και ευρωπαϊκούς πολιτικούς και συνδικαλιστικούς φορείς ζητά να επανεξεταστεί η απόφαση. Η προσφυγή στην Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Δημοσιογράφων προσδίδει ευρωπαϊκή διάσταση στην κινητοποίηση.
Η ανοιχτή επιστολή απευθύνεται στον Γερμανό υφυπουργό Πολιτισμού και Μέσων Ενημέρωσης, Βόλφραμ Βάιμερ. Το πρώτο μέρος των υπογραφών έχει ήδη αποσταλεί, ενώ η συλλογή συνεχίζεται υπό τον συντονισμό του λογοτεχνικού περιοδικού «Νέο Πλανόδιον».
Μεταξύ των υπογραφόντων βρίσκονται η Μαρία Φαραντούρη, ο Νικηφόρος Διαμαντούρος, οι Ολυμπιονίκες Σοφία Μπεκατώρου και Παύλος Κοντίδης, η Ξένη Δημητρίου, η Σάσα Βαλτς, ο Σάββας Αποστολίδης, η Λυδία Καρρά, η Τόνια Μοροπούλου, οι σκηνοθέτες Δήμος Αβδελιώδης και Νίκος Περάκης και εκατοντάδες πολίτες.
Ένα τεστ για τη γερμανική και την ευρωπαϊκή πολιτική
Η υπόθεση αποτελεί τεστ για τη στάση της Γερμανίας απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο, αλλά και για τη συνολική ευρωπαϊκή πολιτική ενημέρωσης.
Την ώρα που οι Βρυξέλλες συζητούν για την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης, την προστασία της ελευθερίας του Τύπου και την ενίσχυση της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, η κατάργηση μιας ιστορικής ελληνόφωνης υπηρεσίας κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Η Deutsche Welle δεν είναι ένα οποιοδήποτε ιδιωτικό μέσο. Αποτελεί φορέα της γερμανικής δημόσιας διπλωματίας και της διεθνούς παρουσίας της χώρας. Επομένως, η επιλογή των γλωσσών και των περιοχών στις οποίες επενδύει έχει και σαφές πολιτικό μήνυμα.
Το κλείσιμο της ελληνικής υπηρεσίας θα σήμαινε ότι η Γερμανία περιορίζει τη δημόσια επικοινωνία της με δύο κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε μια κρίσιμη γεωπολιτική περιοχή.
Η αντίδραση της ΕΣΗΕΑ και της κοινωνίας των πολιτών θέτει το ζήτημα στην πραγματική του διάσταση: δεν πρόκειται μόνο για τη διάσωση θέσεων εργασίας ή ενός ιστορικού προγράμματος. Πρόκειται για τη διατήρηση μιας ευρωπαϊκής φωνής στην ελληνική γλώσσα, σε μια εποχή κατά την οποία η μάχη της ενημέρωσης αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της γεωπολιτικής αντιπαράθεσης.