Γράφει ο Νικόδημος Καλλιντέρης, Νομικός (ΜΔΕ Δημοσίου Δικαίου)
Η ραγδαία ανάπτυξη των ψηφιακών τεχνολογιών έχει αναδιαμορφώσει ριζικά τις δυνατότητες άσκησης κρατικής εξουσίας, δημιουργώντας καινοφανείς μηχανισμούς συλλογής πληροφοριών, παρακολούθησης και κοινωνικού ελέγχου. Η τεχνολογική πρόοδος, παρά την καθοριστική συμβολή της στην ασφάλεια και στην αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης, συνοδεύεται από σοβαρούς κινδύνους για τις ατομικές ελευθερίες και τη δημοκρατική διακυβέρνηση.
Αυτή ακριβώς τη διάσταση αναδεικνύει η έκθεση της Privacy International, με τίτλο «Η αυταρχική χρήση της τεχνολογίας: Μια διεθνής έκθεση» (“The authoritarian use of technology: A global report”), που δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 2026, καταγράφοντας τις αυταρχικές πρακτικές αξιοποίησης προηγμένων τεχνολογιών επιτήρησης σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η βασική διαπίστωση της μελέτης είναι ιδιαιτέρως ανησυχητική: η αυταρχική χρήση της τεχνολογίας δεν αποτελεί αποκλειστικό γνώρισμα ανελεύθερων καθεστώτων, αλλά εκδηλώνεται και σε κράτη με εδραιωμένους δημοκρατικούς θεσμούς. Η έκθεση εισάγει την έννοια της «αυταρχικής χρήσης της τεχνολογίας (“authoritarian use of technology”), περιγράφοντας πρακτικές οι οποίες υπερβαίνουν τη μεμονωμένη παράνομη παρακολούθηση και οδηγούν σε συστημική υπονόμευση του κράτους δικαίου, περιορισμό της πολιτικής συμμετοχής και κανονικοποίηση της επιτήρησης. Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο η νομιμότητα ενός τεχνολογικού μέσου, αλλά ο σκοπός της χρήσης του, η έκτασή της και οι πραγματικές συνέπειές της για τη δημοκρατική κοινωνία.
Η μελέτη εξετάζει πέντε βασικές κατηγορίες τεχνολογιών: τη βιομετρική αναγνώριση προσώπου (σ. 11–32), την εξαγωγή δεδομένων από κινητά τηλέφωνα (σ. 33–48), τα κατασκοπευτικά λογισμικά (σ. 49–70), τη συστηματική παρακολούθηση κοινωνικών δικτύων (σ. 71–85) και τη μαζική υποκλοπή επικοινωνιών (σ. 86–95). Κοινό χαρακτηριστικό τους είναι η δυνατότητα συγκέντρωσης και συσχέτισης εξαιρετικά μεγάλου όγκου πληροφοριών, επιτρέποντας την ανασύσταση προσωπικών σχέσεων, πολιτικών δράσεων και καθημερινών συμπεριφορών.
Η βιομετρική αναγνώριση προσώπου συνιστά χαρακτηριστικό παράδειγμα μετατροπής του δημόσιου χώρου σε περιβάλλον διαρκούς επιτήρησης. Στη Βραζιλία, το πρόγραμμα Smart Sampa στο Σάο Πάολο περιλαμβάνει περίπου 25.000 κάμερες, καλύπτοντας μια μητροπολιτική περιοχή εκατομμυρίων κατοίκων. Στο Ηνωμένο Βασίλειο καταγράφεται η διευρυνόμενη χρήση αντίστοιχων συστημάτων από αστυνομικές αρχές, ενώ στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη εξετάζεται η αξιοποίησή τους για την ταυτοποίηση και τον έλεγχο μετακινήσεων Παλαιστινίων. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η χρήση τους κατά τη διάρκεια πολιτικών συγκεντρώσεων, όπως καταγράφεται στην Ουγγαρία και στη Ρωσία.
Εξίσου προβληματική είναι η εξαγωγή δεδομένων από κινητά τηλέφωνα, καθώς επιτρέπει την πρόσβαση σε μηνύματα, φωτογραφίες, επαφές, γεωγραφικά στίγματα και άλλες εμπιστευτικές πληροφορίες. Η έκθεση αναδεικνύει τη χρήση σχετικών τεχνολογιών, μεταξύ άλλων της εταιρείας Cellebrite εναντίον δημοσιογράφων και πολιτικών ακτιβιστών. Στη Σερβία καταγράφηκε η αξιοποίηση εργαλείων ψηφιακής εγκληματολογίας σε συνδυασμό με το κατασκοπευτικό λογισμικό NoviSpy, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο δικαστική απόφαση του 2022 έκρινε παράνομη τη γενικευμένη κατάσχεση και εξέταση κινητών τηλεφώνων αιτούντων άσυλο. Οι περιπτώσεις αυτές αποκαλύπτουν πώς τεχνολογίες που αναπτύσσονται για τη διερεύνηση εγκλημάτων μπορούν να μετατρέπονται σε μέσα δυσανάλογης επέμβασης στην ιδιωτική ζωή.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στα προηγμένα κατασκοπευτικά λογισμικά, όπως τα Pegasus και Predator, τα οποία επιτρέπουν την κρυφή διείσδυση σε ηλεκτρονικές συσκευές και την πρόσβαση ακόμη και στις πλέον προσωπικές επικοινωνίες. Η έκθεση παρουσιάζει εκτεταμένες υποθέσεις παρακολούθησης δημοσιογράφων, αντιπολιτευόμενων και υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Στην Πολωνία αποκαλύφθηκε ότι το Pegasus χρησιμοποιήθηκε εναντίον 578 προσώπων την περίοδο 2017-2022, ενώ στην Αίγυπτο τεκμηριώθηκε η στοχοποίηση του αντιπολιτευόμενου Ahmed Eltantawy με Predator μετά την ανακοίνωση της πρόθεσής του να διεκδικήσει την προεδρία. Ανάλογες πρακτικές καταγράφονται στο Ελ Σαλβαδόρ, στο Μεξικό, στο Σουδάν και στα κράτη του Περσικού Κόλπου. Ιδιαίτερη σημασία έχει η διακρατική διάσταση της ψηφιακής καταστολής, καθώς κυβερνήσεις μπορούν να παρακολουθούν αντιφρονούντες ακόμη και όταν αυτοί βρίσκονται σε ξένα κράτη.
Στο ευρωπαϊκό αυτό πλαίσιο εντάσσεται και η Ελλάδα (σ. 55), με την έκθεση να αναφέρεται ρητώς στο σκάνδαλο του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, η ελληνική Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα εντόπισε τουλάχιστον 87 πρόσωπα που είχαν στοχοποιηθεί με απόπειρες παραβίασης των συσκευών τους, μεταξύ των οποίων υπουργοί, ανώτατοι στρατιωτικοί και επικριτές της εξουσίας. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο γεγονός ότι 27 από τα συγκεκριμένα πρόσωπα βρίσκονταν παράλληλα υπό συμβατική παρακολούθηση της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών.
Η Privacy International εκτιμά ότι αυτή η επικάλυψη δημιουργεί ισχυρές ενδείξεις συντονισμού ή κοινής στόχευσης μεταξύ των εμπλεκομένων στο κατασκοπευτικό λογισμικό και του κρατικού μηχανισμού ασφαλείας. Η έκθεση μνημονεύει επίσης τις παραιτήσεις που ακολούθησαν και την ποινική διερεύνηση της υπόθεσης. Η ελληνική περίπτωση αναδεικνύει, επομένως, κρίσιμα ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα του θεσμικού ελέγχου των υπηρεσιών πληροφοριών, τη διαφάνεια και τη λογοδοσία.
Μια διαφορετική αλλά εξίσου ανησυχητική διάσταση αποτελεί η παρακολούθηση των κοινωνικών δικτύων (SOCMINT). Η συστηματική συλλογή και αλγοριθμική ανάλυση διαδικτυακών δημοσιεύσεων επιτρέπει την καταγραφή πολιτικών πεποιθήσεων, την ταυτοποίηση συμμετεχόντων σε κινητοποιήσεις και τη χαρτογράφηση κοινωνικών δικτύων. Η έκθεση εξετάζει τις αμερικανικές πρακτικές ελέγχου κοινωνικών δικτύων αιτούντων φοιτητικές θεωρήσεις εισόδου, καθώς και τις συλλήψεις πολιτών στην Τουρκία μετά τις κινητοποιήσεις για τον Εκρέμ Ιμάμογλου το 2025, οι οποίες συνδέθηκαν και με διαδικτυακές αναρτήσεις. Αντίστοιχες πρακτικές καταγράφονται στην Κολομβία και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το γεγονός ότι μια πληροφορία είναι δημόσια προσβάσιμη δεν συνεπάγεται, κατά τη μελέτη, ανεπιφύλακτη νομιμοποίηση της συστηματικής κρατικής επεξεργασίας της.
Τέλος, εξετάζεται η μαζική υποκλοπή επικοινωνιών, μέσω πρόσβασης σε τηλεπικοινωνιακά δίκτυα, αυτοματοποιημένης συλλογής δεδομένων και συστημάτων όπως οι συσκευές υποκλοπής αναγνωριστικών κινητής τηλεφωνίας (IMSI catchers). Στη Βενεζουέλα παρατίθενται στοιχεία για υποκλοπές επικοινωνιών περισσότερων από 1,58 εκατομμύρια συνδρομητών κατά το 2021. Στη Λιβύη, η προμήθεια προηγμένων συστημάτων παρακολούθησης από τη γαλλική εταιρεία Amesys στο καθεστώς Καντάφι αποτέλεσε αντικείμενο δικαστικών ερευνών για ενδεχόμενη συνέργεια σε σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι υποθέσεις αυτές αναδεικνύουν και την ευθύνη των ιδιωτικών επιχειρήσεων που εμπορεύονται τεχνολογίες επιτήρησης.
Από νομική άποψη, ο πυρήνας της προβληματικής εντοπίζεται στη σχέση μεταξύ κρατικής ασφάλειας και θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η προστασία της ιδιωτικής ζωής, της ελευθερίας της έκφρασης και του συνέρχεσθαι απαιτούν κάθε επέμβαση να διαθέτει επαρκή νόμιμη βάση και να υπόκειται στις αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας.
Η Privacy International προτείνει την απαγόρευση της ζωντανής αναγνώρισης προσώπου σε δημόσιους χώρους και της μαζικής υποκλοπής επικοινωνιών, ενώ για άλλες τεχνολογίες αξιώνει αυστηρούς περιορισμούς, προηγούμενη ανεξάρτητη δικαστική άδεια, διαφάνεια, εποπτεία και αποτελεσματικά ένδικα βοηθήματα.
Το βαθύτερο συμπέρασμα της μελέτης υπερβαίνει, ωστόσο, το ζήτημα της νομιμότητας μεμονωμένων παρακολουθήσεων. Η συστηματική επιτήρηση δημιουργεί ένα ευρύτερο αποτρεπτικό αποτέλεσμα (“chilling effect”), καθώς η γνώση ή ακόμη και η υποψία παρακολούθησης μπορεί να οδηγεί τους πολίτες σε αυτολογοκρισία, αποχή από πολιτικές δραστηριότητες και περιορισμό της δημόσιας κριτικής. Η τεχνολογία καθίσταται έτσι δυνητικά μηχανισμός προληπτικής πειθάρχησης της κοινωνίας, χωρίς να απαιτείται πάντοτε η άμεση άσκηση καταστολής.
Η πρόκληση για τις σύγχρονες δημοκρατίες δεν είναι, συνεπώς, η απόρριψη της τεχνολογικής προόδου, αλλά η ουσιαστική υπαγωγή της τεχνολογικής διάστασης στις επιταγές του κράτους δικαίου. Διότι όταν οι δυνατότητες παρακολούθησης διευρύνονται ταχύτερα από τους θεσμούς που τις ελέγχουν, η ίδια η τεχνολογία κινδυνεύει να μετατραπεί από μέσο προστασίας της κοινωνίας σε όργανο περιορισμού της ελευθερίας της. Και τότε το διακύβευμα δεν αφορά απλώς το απόρρητο των επικοινωνιών, αλλά την ποιότητα της δημοκρατίας και τα πραγματικά όρια της κρατικής εξουσίας.