Γράφει ο Σάββας Καλεντερίδης
Αυτές τις ημέρες, περισσότερο ίσως από κάθε άλλη περίοδο του χρόνου, φαίνεται καθαρά τι σημαίνει Ελληνισμός όταν έχει ρίζες, πίστη και συνοχή. Από τη Μελβούρνη μέχρι το Βερολίνο και από το Τορόντο μέχρι κάθε γωνιά όπου χτυπά ελληνική καρδιά, η παρουσία των ομογενών μας στις εκκλησίες και στις πασχαλινές εκδηλώσεις υπενθυμίζει κάτι που στην Ελλάδα συχνά το ξεχνούμε: ότι η Εκκλησία, πέρα από το πνευματικό της έργο, επιτελεί και εθνικό έργο. Κρατά ενωμένους τους Έλληνες, ακόμη και όταν βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την πατρίδα.
Και ενώ αυτό το εθνικό απόθεμα παραμένει ζωντανό εκτός συνόρων, στο εσωτερικό της χώρας η εικόνα παραμένει θλιβερή. Αφορμή για τη σκέψη αυτή είναι όλα όσα αποκαλύπτονται κατά καιρούς για προσλήψεις, ρουσφέτια, ευνοιοκρατία και παρακάμψεις της αξιοκρατίας. Κάθε τέτοια περίπτωση δεν είναι ένα απλό διοικητικό επεισόδιο. Είναι ένα ακόμη μήνυμα προς τους νέους ότι σε αυτή τη χώρα συχνά δεν αμείβεται ο άξιος, αλλά ο διασυνδεδεμένος. Και όταν αυτό γίνεται κανόνας, τότε η φυγή των νέων δεν είναι ούτε αφελληνισμός ούτε προδοσία. Είναι ένστικτο επιβίωσης.
Αυτό είναι το πραγματικό πρόσωπο του brain drain. Η Ελλάδα και η Κύπρος ξόδεψαν τεράστιους πόρους για να μορφώσουν επιστήμονες, μηχανικούς, γιατρούς, στελέχη της πληροφορικής, ερευνητές, και στο τέλος τους παρέδωσαν έτοιμους στις οικονομίες της Βόρειας Ευρώπης. Τους σπουδάσαμε εμείς, τους πλήρωσαν οι οικογένειές τους, επένδυσε πάνω τους το κράτος, και τελικά τους εκμεταλλεύονται άλλοι. Την τελευταία δεκαετία έφυγε από την Ελλάδα πάνω από ένα εκατομμύριο παραγωγικό δυναμικό. Και αυτό σε μια χώρα που ήδη συνθλίβεται από το δημογραφικό πρόβλημα.
Ας το πούμε καθαρά. Δεν υπάρχει ανάπτυξη χωρίς ανθρώπους. Δεν υπάρχει οικονομία χωρίς εργατικά, επιστημονικά και παραγωγικά χέρια. Όσα κεφάλαια κι αν έρθουν, όσες επενδύσεις κι αν εξαγγελθούν, αν δεν υπάρχει ανθρώπινο δυναμικό να στελεχώσει τους τομείς της οικονομίας, το πρόβλημα δεν λύνεται. Και όμως, αντί να δούμε τη ρίζα του κακού, πανηγυρίζουμε για στατιστικά πυροτεχνήματα και για προγράμματα επαναπατρισμού που βαφτίζονται εθνική επιτυχία.
Η αλήθεια είναι πιο σκληρή. Οι νέοι δεν έφυγαν μόνο επειδή οι μισθοί ήταν χαμηλοί. Έφυγαν επειδή ασφυκτιούσαν. Έφυγαν από την τοξική εργασιακή κουλτούρα, από τη γραφειοκρατία, από την οικογενειοκρατία, από τη νοοτροπία του εργοδότη που νομίζει ότι κάνει χάρη στον εργαζόμενο επειδή τον πληρώνει στην ώρα του, συχνά μάλιστα με μισά νόμιμα και μισά μαύρα. Έφυγαν από ένα περιβάλλον μικροδιαχείρισης, αυθαιρεσίας και απαξίωσης της προσωπικής αξίας.
Και ύστερα οι ίδιοι που εξέθρεψαν αυτό το σύστημα εμφανίζονται απορημένοι: «Δεν βρίσκουμε ανθρώπους να δουλέψουν». Βεβαίως δεν βρίσκουν, αλλά δεν βρίσκουν με τους δικούς τους όρους. Δεν βρίσκουν ανθρώπους πρόθυμους να δεχθούν εξευτελιστικούς μισθούς, εργασιακή ανασφάλεια και κουλτούρα υποτέλειας. Το ταλέντο δεν λείπει. Το ταλέντο έφυγε, γιατί εκεί που πήγε βρήκε αξιοκρατία, κανόνες και επαγγελματισμό.
Από αυτή τη βαθιά εσωτερική παθογένεια, ας περάσουμε σε ένα θέμα που αφορά άμεσα την εθνική ασφάλεια. Τι ακριβώς συμβαίνει με την Τουρκία και γιατί ο Χακάν Φιντάν επιτέθηκε με αυτόν τον τρόπο στη συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ; Πολλοί στην Ελλάδα δυσκολεύονται να κατανοήσουν την τουρκική ενόχληση. Όμως η απάντηση είναι πιο απλή απ’ όσο φαίνεται.
Η Τουρκία έχει στρατηγικό σχέδιο. Δεν κινείται ευκαιριακά. Δεν ενεργεί αποσπασματικά. Έχει θέσει ως στόχο να καταστεί περιφερειακή δύναμη και να επιβάλει την παρουσία της από την Ανατολική Μεσόγειο μέχρι τον αραβικό κόσμο. Το σχέδιό της στηρίζεται σε τρεις πυλώνες: παντουρκισμό, πανισλαμισμό και νεοοθωμανισμό. Αυτοί οι τρεις πυλώνες δεν είναι θεωρητικά σχήματα. Είναι πρακτικά εργαλεία εξωτερικής πολιτικής και γεωπολιτικής διείσδυσης.
Οι εξελίξεις στη Συρία και η αποδυνάμωση του Ιράν δημιουργούν στην περιοχή ένα κενό επιρροής. Και στη γεωπολιτική, όπως και στη φύση, το κενό δεν μένει ακάλυπτο. Κάποιος έρχεται να το καλύψει. Η Τουρκία θέλει να είναι αυτή που θα καλύψει το κενό, κυρίως στον σουνιτικό κόσμο. Θέλει να μετατραπεί στον βασικό πόλο ισχύος στις περιοχές όπου μέχρι πρότινος το Ιράν είχε λόγο και επιρροή. Όμως αυτό το σχέδιο σκοντάφτει πάνω σε μια νέα πραγματικότητα: στην ενισχυμένη σχέση Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ.
Η συνεργασία αυτή δεν είναι ούτε περιττή ούτε, όπως ισχυρίζεται η Άγκυρα, αποσταθεροποιητική. Αντιθέτως, είναι παράγοντας σταθερότητας και αποτροπής. Και ακριβώς επειδή είναι παράγοντας αποτροπής, ενοχλεί την Τουρκία. Η Άγκυρα γνωρίζει ότι η ύπαρξη μιας τέτοιας στρατηγικής σχέσης δημιουργεί πρόσθετα εμπόδια στα επεκτατικά της σχέδια εις βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου. Γνωρίζει επίσης ότι το ΝΑΤΟ, με την πολιτική των ίσων αποστάσεων που τηρεί διαχρονικά μεταξύ επιτιθέμενου και αμυνόμενου, δεν προσφέρει στην Ελλάδα την εγγύηση που θα έπρεπε να παρέχει μια συμμαχία.
Ας είμαστε ειλικρινείς. Όταν ένας σύμμαχος παρανομεί, απειλεί, διεκδικεί, παραβιάζει, και ο οργανισμός στον οποίο συμμετέχεις τηρεί ουδετερότητα, στην ουσία ενθαρρύνει τον παραβάτη. Αυτή είναι η πραγματικότητα του ΝΑΤΟ απέναντι στην Τουρκία. Επομένως, η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να ενισχύει την αποτρεπτική της ισχύ με διμερείς και τριμερείς συνεργασίες, ιδίως όταν αυτές περιλαμβάνουν κράτη με τεχνολογικές, επιχειρησιακές και στρατηγικές δυνατότητες όπως το Ισραήλ.
Αν μάλιστα ισχύει ότι η Ελλάδα αποκτά οπλικά συστήματα και πρόσβαση σε τεχνολογίες χωρίς εξαρτήσεις και «κλειδώματα», τότε αυτό ενισχύει ακόμη περισσότερο το αυτεξούσιο της χώρας στη διαχείριση μιας κρίσης. Με απλά λόγια, η Ελλάδα αποκτά μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων και η Τουρκία βλέπει να στενεύει ο ζωτικός χώρος των σχεδιασμών της. Γι’ αυτό αντιδρά. Όχι επειδή κόπτεται για τη σταθερότητα, αλλά επειδή φοβάται ότι αλλάζει εις βάρος της η στρατηγική ισορροπία.
Το ίδιο καθαρά πρέπει να δούμε και όσα συμβαίνουν στη Μέση Ανατολή. Η σύγκρουση Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ με το Ιράν δεν εξελίχθηκε όπως προφανώς είχαν υπολογίσει όσοι την σχεδίασαν. Δεν χρειάζεται κανείς να υιοθετήσει φιλοϊρανικές αναγνώσεις για να το διαπιστώσει. Αρκεί να δει τα γεγονότα. Η κατάσταση δεν είναι απλώς δύσκολη. Είναι βαλτώδης. Και όσο κινείται κανείς μέσα σε βάλτο, τόσο βυθίζεται.
Οι πρώτοι χειρισμοί πριν από την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων δεν ήταν ευφυείς. Ούτε και οι μετέπειτα επιλογές έδειξαν ότι υπήρχε πλήρης αντίληψη του τι σημαίνει να ανοίγεις μέτωπο με μια χώρα του μεγέθους, της γεωγραφίας και της αντοχής του Ιράν. Ωστόσο, η επιλογή του ναυτικού αποκλεισμού φαίνεται να λειτουργεί ως μοχλός πίεσης και ίσως να συμβάλει στο ξεκλείδωμα των συνομιλιών.
Το Ιράν δέχεται καθημερινά βαρύ οικονομικό πλήγμα όταν εμποδίζεται η απρόσκοπτη εξαγωγή πετρελαίου. Από την άλλη πλευρά, όμως, ένας τέτοιος αποκλεισμός δεν επηρεάζει μόνο την Τεχεράνη. Θέτει σε δοκιμασία και τις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας, αφού το Πεκίνο έχει συμβατικές υποχρεώσεις και ενεργειακά συμφέροντα στην περιοχή. Κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει ότι μια κρίση στα Στενά του Ορμούζ δεν είναι διμερές ζήτημα. Είναι παγκόσμιο.
Γι’ αυτό και θεωρώ ότι, παρά τη σκληρότητα των διαπραγματεύσεων, υπάρχει κοινό συμφέρον να μη ξαναμπούν οι βασικοί παίκτες σε μια νέα γενικευμένη πολεμική φάση. Το Ιράν δείχνει να αντιλαμβάνεται το κόστος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επίσης γνωρίζουν ότι μια δεύτερη, σκληρότερη φάση δεν θα είναι περίπατος. Και το Ισραήλ, όσο κι αν επιδιώκει να διατηρήσει την πίεση, δεν μπορεί να αγνοήσει ότι η περιοχή δεν υπακούει πλέον σε απλές γραμμικές λογικές ισχύος.
Συνεπώς, το ζητούμενο δεν είναι να θριαμβολογεί ο καθένας για τις κινήσεις του, αλλά να βρεθεί διέξοδος πριν παγιωθεί ένα νέο, πιο επικίνδυνο στάδιο αποσταθεροποίησης. Η παράταση της εκεχειρίας ή η επανέναρξη ουσιαστικών συνομιλιών ίσως είναι η μόνη ρεαλιστική επιλογή. Γιατί η εναλλακτική είναι η παράταση του χάους.
Η Ελλάδα, σε όλα αυτά, δεν έχει την πολυτέλεια ούτε της αφέλειας ούτε της αδράνειας. Οφείλει να διορθώσει τα εσωτερικά της ελαττώματα, να σταματήσει να διώχνει τα παιδιά της στο εξωτερικό και ταυτόχρονα να χτίσει σοβαρή αποτρεπτική ισχύ απέναντι σε μια Τουρκία που δεν κρύβει τις επιδιώξεις της. Αν δεν κατανοήσουμε ότι η εσωτερική παρακμή και η εξωτερική απειλή είναι δύο όψεις του ίδιου προβλήματος, τότε θα συνεχίσουμε να τρέχουμε πίσω από τις εξελίξεις.
Και αυτό, για έναν λαό με την ιστορία του ελληνισμού, δεν είναι απλώς αποτυχία. Είναι πολυτέλεια που δεν επιτρέπεται.